Λένε πως όταν γνωρίζεις κάποιον για πολλά χρόνια κι έχετε περάσει μαζί δια πυρός και σιδήρου, η σχέση σας έχει δοκιμαστεί και καθένας έχει “χαρτογραφήσει” πλήρως την προσωπικότητα του άλλου. Μαλακίες…. Λένε επίσης ότι η φιλία μεταξύ δύο ανδρών είναι πολύ πιο αληθινή, ουσιαστική και τοποθετημένη σε γερά θεμέλια, σε σχέση με την αντίστοιχη των γυναικών. Παπαριές… Δεν τίθεται καν η συνάρτηση του φύλου στο ζήτημα, όλα έχουν να κάνουν με την ποιότητα και την ιδιοσυγκρασία του ατόμου, τίποτε άλλο. Και ναι, πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε: ποτέ κανείς δεν θα καταφέρει να “αποκρυπτογραφήσει” έναν άλλον άνθρωπο με πληρότητα, είτε αυτός ο άλλος είναι φίλος, γκόμενος, σύζυγος, αδερφός, συνεργάτης κ.ο.κ. Αφήνω μόνο έναν μικρό αστερίσκο για την περίπτωση του σχήματος “γονέας-παιδί”, αλλά και πάλι με επιφύλαξη. Άλλη μια τραγελαφική μπαρούφα που κυκλοφορεί ευρέως κι έχει αποκτήσει διαστάσεις αστικού μύθου, είναι αυτή της “παντοτινής φιλίας” που δημιουργείται όταν “κολλήσεις” με κάποιον από τον στρατό. Ομολογώ ότι υπήρξα κι εγώ “θύμα” του σεναρίου αυτού, ωστόσο ο “σκηνοθέτης” είχε επιλέξει ένα εντελώς διαφορετικό φινάλε, σε πλήρη αντιδιαστολή με το αρχικό “κείμενο”.

Με τον Κωστάκη, που λέτε, τα ‘φερε η μοίρα να γνωριστούμε πριν από μια δεκαετία ακριβώς, όταν σωριάστηκε στα χέρια μου λίγο μετά την αιμοληψία που κάνουν στους νεοσύλλεκτους, την πρώτη μέρα που παρουσιαστήκαμε στο κέντρο εκπαίδευσης. Χαμογελαστός, εύθραυστος και καλοσυνάτος, δεν άργησε να “κουμπώσει” με τον επικοινωνιακό μεν, εσωστρεφή δε, χαρακτήρα μου. Κάναμε καλή παρέα στο κέντρο, κυκλοφορούσαμε μαζί και στις εξόδους μας στην πόλη, και δεν άργησε να αναπτυχθεί ασυνείδητα ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας ανάμεσά μας. Χαιρόμουν πραγματικά που είχα βρει έναν τόσο θετικό άνθρωπο, με τον οποίο μπορούσα να μοιραστώ τις ανησυχίες μου, τα άγχη μου, τις δυσκολίες που εμπεριέχει η φάση αυτή του στρατού, αλλά ταυτόχρονα να κάνουμε και φοβερή πλάκα μαζί, να μας ενώνουν ίδια ενδιαφέροντα και ασχολίες. Όσο πλησίαζαν οι μέρες για να βγουν οι μεταθέσεις μας, αμφότεροι ομολογούσαμε πόσο κρίμα ήταν που θα χωριζόμασταν, αλλά δώσαμε υπόσχεση ότι θα βρισκόμασταν έξω, μετά το τέλος της θητείας. Το κάρμα είχε άλλη άποψη, ωστόσο: οι μεταθέσεις και των δύο μας έγραφαν την ίδια ακριβώς πόλη, καθώς και το ίδιο ακριβώς στρατόπεδο. Χαρές και πανηγύρια, πήραμε τον δρόμο και φύγαμε για τη μονάδα. Ακολούθησαν σχεδόν έξι μήνες (κάναμε και οι δύο μειωμένη θητεία), κατά τους οποίους ήμασταν κυριολεκτικά αχώριστοι: μαζί στον λόχο, μαζί στις υπηρεσίες, μαζί στις εξόδους, μαζί στο αεροπλάνο στις άδειες μας, μαζί στην ημέρα της απόλυσης. Μαζί… Ένα “μαζί” που δεν διεκόπη ποτέ, καθώς συνεχίσαμε να μιλάμε στο τηλέφωνο ασταμάτητα, ενώ είχαμε επιστρέψει πια στις πόλεις μας.

Πέντε μήνες αργότερα, “σκάει” ο διορισμός μου (η ειδικότητα που έχω σπουδάσει έχει τρομερή απορροφητικότητα στην αγορά εργασίας). Το κάρμα συνεχίζει τα παιχνίδια του: διορίζομαι μόνιμα στην πόλη του Κώστα. Με τη μετακόμισή μου, ξεκίνησε και το χτίσιμο μιας σχέσης που και για τους δύο μας ήταν πρωτόγνωρη. Η φιλία σε όλες τις διαστάσεις της, φιλία ουσιώδης, με αφοσίωση, με σύμπνοια, με αληθινή αγάπη. Τόσο για μένα, όσο και για εκείνον ήταν η πρώτη φορά που η έννοια του φίλου αποκτούσε υπόσταση σημαντική και συγκεκριμένη. Αποδείχτηκε στην πορεία ότι είχαμε υπάρξει πολύ μοναχικοί σαν παιδιά, στοιχείο που μας “έδεσε” ακόμα πιο πολύ. Διανύσαμε δέκα χρόνια γεμάτα εξόδους, διακοπές, εκδρομές, γκόμενες (που συχνά κάναμε “πάσα” ο ένας στον άλλο). Στηρίξαμε ο ένας τον άλλον στις πολύ καλές, αλλά και στις πολύ κακές στιγμές μας, χωρίς να λείψουν και οι στιγμές έντασης ανάμεσά μας, ακόμα και οι τσακωμοί, που όμως τους τελειώναμε με συνοπτικές διαδικασίες, ξεσπώντας σε γέλια. Με λίγα λόγια, η σχέση πλέον είχε αγγίξει τα όρια της αδερφικής, θα έδινα και τη ζωή μου γι’ αυτόν αν χρειαζόταν, όπως αντίστοιχα κι εκείνος για μένα. Τόσο καλά (πίστευα ότι) τον ήξερα.

Τους τελευταίους μήνες άρχισε ν’ αλλάζει η συμπεριφορά του. Ο άλλοτε δοτικός, χύμα κι “έξω καρδιά” άνθρωπος που γνώριζα, μεταμορφωνόταν σταδιακά σ’ ένα μυστικοπαθές, εγωκεντρικό κι επηρμένο πλάσμα, που δεν μπορούσα να αναγνωρίσω πια. Οι έξοδοι μας άρχισαν να αραιώνουν μυστηριωδώς, ενώ οι προφάσεις που επικαλείτο ήταν παιδαριώδεις. Στα συνεχή μου “ρε μαλάκα, συμβαίνει κάτι; έχεις κάτι και δεν το ξέρω;”, η απάντηση ήταν “τίποτα ρε, έχει πέσει πολλή δουλειά και δεν παίρνω τα πόδια μου”. Με τα πολλά, ανακάλυψα ότι η… αιτία της απομάκρυνσης ήταν γένους θηλυκού κι ονομαζόταν Ελένη. Έτσι εξηγείται λοιπόν, ο Κωστάκης όχι μόνο είχε βρει γκόμενα, αλλά είχε “δαγκώσει” και τη λαμαρίνα μαζί της. Ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε καταφέρει γυναίκα να μας κρατήσει σε απόσταση. Και θεωρούσα ότι δεν επρόκειτο να συμβεί ποτέ, όσο σοβαρό κι αν ήταν αυτό που θα ερχόταν στον δρόμο του, όπως και στον δικό μου. Έχοντας αντιληφθεί τη… βαρύτητα της κατάστασης, του άφησα τον χώρο και τον χρόνο που έπρεπε, έτσι όπως θα έκανε κάθε σωστός φίλος-αδελφός. Η ενορχηστρωμένη του προσπάθεια να αποφύγει να μου γνωρίσει από κοντά την Ελενίτσα, υπήρξε πικρή πληγή στην ψυχή μου. Τι φοβόταν; Μήπως του τη “φάω”; Μήπως ζηλέψω; Μήπως όντως ζηλεύω; Έβαλα τον εαυτό μου στη διαδικασία μιας αστραπιαίας ενδοσκόπησης. Μα, όχι βέβαια! Να ζηλέψω τον φίλο μου, τον αδελφό μου; Δεν θα μου το επέτρεπα ποτέ. Δεν θα το καταδεχόμουν ποτέ. Η φιλία και η αγάπη μας είναι υπεράνω όλων.

Οι μέρες κυλούσαν με αραιά τηλεφωνήματα κι ακόμα πιο αραιές εξόδους για έναν καφέ στα γρήγορα, μετά τη δουλειά. Από τον πλασματικό κόσμο του Facebook τον έβλεπα να ζει τον έρωτά του με την Ελένη: φωτογραφίες από εξόδους, από βόλτες, στο σπίτι οι δυο τους να μαγειρεύουν, να πηγαίνουν σινεμά, ένα ρομαντικό ταξίδι στο Παρίσι. Και το χαιρόμουν, πραγματικά. Χαιρόμουν που επιτέλους ζούσε κάτι “μεγάλο”, ήμουν περήφανος γι’ αυτόν. Δεν ήξερα πως να διαχειριστώ τη στάση του απέναντί μου, δεν ήθελα να τον “καταδικάσω” και να βγάλω βεβιασμένα συμπεράσματα. Στο κάτω κάτω τον ξέρω καλά τον Κώστα, θα το ζήσει, θα το ξεζουμίσει και θα γυρίσει. Άστον να το ζήσει… Πλησίαζαν τα γενέθλιά μου και είχα πέσει στη γνωστή μου (και φίλη, πλέον) καταθλιψάρα, όταν του τηλεφώνησα για να τον καλέσω να βγούμε να το γιορτάσουμε. Δέχτηκε με τόση χαρά και λαχτάρα, που με έκανε να αναθαρρήσω και να νιώσω τη μαγική εκείνη ανυπομονησία που ένιωθα κάθε φορά που ήταν να βγούμε έξω παρέα. “Επιτέλους”, αναφώνησα, “ο φίλος μου, ο κολλητός μου, ο άνθρωπος που ξέρω καλά”. Τα γενέθλια έπεφταν Σάββατο κι αποφασίσαμε να πάμε στην Αθήνα για να γιορτάσουμε, μια και δεν είχαμε την πίεση της δουλειάς. Όπως οι παλιές, ατέλειωτες τσάρκες μας στα μπαράκια γύρω από την πλατεία της Αγίας Ειρήνης, στο Μοναστηράκι. Και μετά Γκάζι. Και μετά για “βρώμικο” στην Κωνσταντινουπόλεως. Όπως παλιά…

Τηλεφώνημα, απόγευμα Σαββάτου, ενώ είχα αρχίσει να ετοιμάζομαι. “Ρε, το ξέρω ότι είναι μαλακία, αλλά μήπως να το αφήσουμε; Ανέβασα δέκατα και έχω κομμάρες. Συγνώμη ρε, αλλά σέρνομαι”. Απρόθυμα, αλλά με πλήρη κατανόηση του απαντώ ότι ασυζητητί το ακυρώνουμε και τον ρωτώ αν θέλει να πάω από το σπίτι, να του φτιάξω κανένα ζεστό και να του δώσω αντιπυρετικό. “Όχι ρε, πήρα ήδη παυσίπονο και πέφτω να ταβλιαστώ. Ευχαριστώ και συγνώμη που στο χαλάω. Α, και χρόνια πολλά ρε, θα κανονίσουμε αύριο κανέναν καφέ, άμα είναι”. Τα ρούχα επέστρεψαν στην ντουλάπα και κάθισα στον καναπέ να “κατεβάσω” καμιά ταινία να δω το βράδυ, για να… γιορτάσω. Λίγες ώρες αργότερα, με πατατάκια ανά χείρας και λίγο πριν ξεκινήσω να βλέπω την ταινία, κάνω ένα γρήγορο πέρασμα από την αρχική σελίδα του Face, για να δω τι “παίζει”. Ο μεγάλος αυτός διαδικτυακός “ρουφιάνος” δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω. Μπροστά μου ξεπροβάλλει η φωτογραφία από το προφίλ της Ελένης, στην οποία έχει επισημανθεί με ετικέτα ο Κώστας και κάποιοι άλλοι φίλοι της. Τα παιδιά “νιώθουν σούπερ” στην τοποθεσία μπλα, μπλα, μπλα…. Ώστε αυτός ήταν ο πυρετός, Κωστάκη; Οι κομμάρες πέρασαν τόσο γρήγορα, ώστε να σε οδηγήσουν στο γνωστό club της παραλιακής λεωφόρου, με την καλή σου και την παρέα της; Για την Ελένη, ρε Κωστάκη; Για ένα “πουκάμισο αδειανό”; Πέρασαν οι μέρες, οι μήνες, χωρίς καμία επικοινωνία. Ούτε εγώ το επιδίωξα, αλλά ούτε κι εκείνος. Μερικά σκόρπια like εκατέρωθεν σε φωτογραφίες και τραγούδια των “τοίχων” μας, κι αυτό είναι όλο. Τελικά, το “για πάντα” είναι επικίνδυνο και ουτοπικό. Οι άνθρωποι περνούν, παίρνουν και αφήνουν, αλλά περνούν. Φεύγουν…

Πάει πια ένας χρόνος και κάτι. Ο Κώστας κι εγώ, οι δύο τέως άσπονδοι φίλοι, έχουμε γίνει σχεδόν δυο άγνωστοι, που το μόνο που τους ενώνει είναι οι “αντιδράσεις” με φατσούλες κι αυτοκόλλητα στις δημοσιεύσεις των διαδικτυακών μας προφίλ. Αυτό άξιζε η σχέση μας, άραγε; Τόση σημασία είχε για εκείνον; Δεν μπορώ να το ξέρω, δεν το συζητήσαμε ποτέ. Εμένα πάντως, μου στοίχισε, με στιγμάτισε. Με πείραξε το ότι πέρασαν Χριστούγεννα, Πάσχα, γιορτές και γενέθλια χωρίς να μιλήσουμε και να ανταλλάξουμε ευχές. Μου κόστισε το ότι τις στιγμές της χαράς μου μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο δεν μπόρεσα να τις μοιραστώ μαζί του. Με πόνεσε το ότι δεν τον είχα πλάι μου, στις φάσεις που “βούλιαζα”. Πριν από μια εβδομάδα, το τηλέφωνο χτύπησε και στην οθόνη εμφανίστηκε ένα όνομα που είχα να δω καιρό στο κινητό μου. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ο Κώστας ακουγόταν να σιγοκλαίει. “Πρέπει να σε δω, σ’ έχω ανάγκη”, κατάφερε να ψελλίσει μέσα στους πνιγμένους λυγμούς του. Δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή, παρά το γεγονός ότι ένα κομμάτι του εγωισμού μου επέμενε για το αντίθετο. Σε λίγη ώρα βρισκόμουν στο σπίτι του. Η Ελένη τον απατά συστηματικά, εδώ και τρεις περίπου μήνες. Επιπλέον, ανακάλυψε ότι όλον αυτόν τον καιρό τον εκμεταλλευόταν και σε οικονομικό επίπεδο. Ράκος ο Κωστάκης, σπαράζει η καρδιά μου να τον βλέπω να μαραζώνει. Τα ‘χουν αυτά οι έρωτες, ρε Κώστα! Ίσως ήσουν πρωτάρης, αλλά έτσι είναι αυτά, θα το συνηθίσεις.

Από την ημέρα εκείνη, το τηλέφωνο έχει “πάρει φωτιά”, μιλάμε σχεδόν όλη την ώρα, έχουμε βγει ήδη δυο φορές έξω. Μου απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του κι ομολόγησε ότι υπήρξε αρρωστημένα εγωιστής και αγνώμων. Έχει μετανιώσει για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε τα πράγματα, σε σχέση με τη φιλία μας. Θέλει να επανορθώσει, “να ξαναγίνουμε όπως ήμασταν”. Δεν μπορώ να του κρατήσω κακία, τον αγαπώ και τον νοιάζομαι, δεν μ’ αρέσει να τον βλέπω να παιδεύεται. Παρ’ όλα αυτά, δεν ξέρω αν μπορώ να είμαι ξανά μαζί του, έτσι όπως ήμουν πρώτα. Κάτι μέσα μου έχει “σπάσει” και διαπιστώνω ότι δεν μπορεί να “κολλήσει”, δεν μπορεί να ξαναγίνει όπως ήταν. Δεν θα τον απορρίψω, δεν θα μπορούσα να το κάνω, τρέφω αισθήματα γι’ αυτόν. Ωστόσο, η συνείδηση και η ψυχή μου με εμποδίζουν από τα να διαγράψω τα ενδιάμεσα. Ποιος ξέρει, ίσως τελικά έπρεπε να γίνουν έτσι τα πράγματα! Ούτως ή άλλως, ο μόνος που θα δώσει την τελική απάντηση είναι ο χρόνος. Αυτός θα κρίνει αν η φιλία αυτή είναι τόσο γερά δομημένη, ώστε να σταθεί ξανά στα “πόδια” της. Ή αν όλο αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια σύμβαση, μια πλασματική κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, ένα “πουκάμισο αδειανό…”.