Λένε πως αν δεν κοιτάς εκεί που θες να πας θα πας εκεί που κοιτάς. Ε και; Λέω εγώ. Που είναι το κακό σ’ αυτό; Αφού τελικά για να έχει πέσει εκεί το βλέμμα σου αυτό από μόνο του κάτι σημαίνει ενστικτωδώς.


Αφορμή γι’αυτές τις σκόρπιες σκέψεις η επιστροφή από το καλοκαιρινό μπάνιο μέσα από το βουνό. Οδηγώντας ο άνθρωπος μου έστρεψε το βλέμμα του αριστερά κι είδε μια πλευρά της Πεντέλης. Τότε με ρώτησε αν σκέφτομαι κάτι κοιτώντας το και τι είναι αυτό. Εγώ του αποκρίθηκα πως συνήθως δεν σκέφτομαι απολύτως τίποτα σε αυτές τις διαδρομές και λατρεύω να τις απολαμβάνω για αυτόν ακριβώς τον λόγο, γιατί μου αδειάζουν το μυαλό. Τον ρώτησα λοιπόν τι σκέψεις του έρχονται εκείνου κοιτάζοντας το τοπίο. Για να πάρω προς έκπληξη μου την απάντηση πως θα ήθελε να βρίσκεται «εκεί» Μα… «εκεί» βρισκόμασταν στην πραγματικότητα. Αυτό που πατούσαμε πάνω του δεν ήταν άλλο από το τοπίο που θαύμαζε λίγα μόλις μέτρα μακρύτερα. Η μόνη διαφορά ήταν πως δεν το κοιτούσαμε αλλά το διασχίζαμε. Κι ότι εκεί δεν πέρασε ο δρόμος.

Σκέφτομαι ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει πολλές φορές στην ζωή μας. Να βρισκόμαστε εκεί ακριβώς που θέλουμε, ακριβώς εκεί που ονειρευτήκαμε και θαυμάσαμε κι από κεκτημένη ταχύτητα να μην το αντιλαμβανόμαστε. Να σηκώνουμε τα μάτια ψηλά, να τα γυρίζουμε αριστερά, να ατενίζουμε δεξιά να ρεμβάζουμε απέναντι και μακριά αλλά να μην νιώθουμε που βρισκόμαστε, να μην κάνουμε τον κόπο να χαμηλώσουμε το βλέμμα για να κοιτάξουμε που πατάμε.

Από μικρή θυμάμαι, όπως τα περισσότερα παιδιά φαντάζομαι, να θέλω να ευχαριστήσω τους γονείς μου με κάθε τρόπο, με κάθε ευκαιρία. Αλλά, και μάλλον ευτυχώς, δεν είχα το προσωπικό μου ραντάρ γυρισμένο να σημαδεύει την ένδειξη: «περηαφανοι». Αν αυτό συνέβαινε μου άρεσε πολύ αλλά αν όχι εγώ δεν το κυνηγούσα αν ήταν αντίθετο στην δική μου πορεία. Ήθελα πολύ να καμαρώνουν για εμένα όταν το άξιζα αλλά ήθελα να χαίρονται με την χαρά μου. Με τις δικές μου αποφάσεις, τα δικά μου θέλω, το δικό μου στραμμένο κάπου βλέμμα. Κατανοούσα τα όνειρα τους και τις επιθυμίες τους κι ευτυχώς τις περισσότερες φορές κι εκείνοι τα δικά μου.

Αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο ούτε και πετυχημένο φυσικά. Αλλά στον ως τώρα απολογισμό μου με βγάζει περισσότερο κερδισμένη και τυχερή παρά χαμένη κι άτυχη και με το βλέμμα να γυρίζει σαν σπασμένος λεπτοδείκτης ρολογιού που ψάχνει απεγνωσμένα να πάρει την επιβράβευση από τα δικά τους μάτια. Εννοείται πως όταν συνέβαινε μου έδινε δύναμη αλλά στην αντίθετη περίπτωση απλώς θα μου εξέθεταν τις αντιρρήσεις τους. Ούτε πούπουλο δεν άφησαν να μου φύγει από τα όποια φτερά μου.

Στην ηλικία των 42 ετών που βρίσκομαι σήμερα, βλέπω με έκπληξη τεράστια γύρω μου ανθρώπους συνομήλικους μου σχεδόν να τρέχουν στην κυριολεξία την ζωή τους με ταχύτητες που δεν ορίζουν. Και προσπαθούν ακόμα μέχρι σήμερα να κατακτήσουν, να αποδείξουν, να φτάσουν… απέναντι. Και φτάνουν γιατί είναι απίστευτα ικανοί και ευφυείς αλλά δεν το έχουν αντιληφθεί γιατί ποτέ δεν απόλαυσαν το ταξίδι τους. Και βέβαια όλη αυτή η υπερπροσπάθεια κρύβει και μια πολύ θετική πλευρά του ίδιου νομίσματος γιατί οι άνθρωποι αυτοί γίνονται καλύτεροι και καλυτερεύουν κι εμάς. Μα έχει τόσο καλά θαφτεί και καταχωνιαστεί αυτή η πλευρά που ούτε γι’ αυτό προλαβαίνουν να χαρούν.

Στο πιο καλοστημένο σενάριο ζωής έχουμε φτάσει, μάλλον και ξεπεράσει, την μισή μας ζωή. Στο χειρότερο μπορεί η σημερινή μας μέρα, η τωρινή μας στιγμή να είναι η τελευταία. Κι η επόμενη μέρα, η επόμενη ώρα να έχει πάψει να μετράει για εμάς. Και τότε σίγουρα θα έχει εξατμιστεί κι η περηφάνια, θα έχει εξαφανιστεί και το όνειρο αφού θα έχει χαθεί το πολυτιμότερο δώρο: η ζωή.

«Γνώρισα» τον Λιβανέζο Χαλίλ το 2012 μέσα από τις τέχνες του και το ταλέντο του. Με έχει εκφράσει αλλεπάλληλα με όσα έχει γράψει ή σχεδιάσει. Λατρεύω τις φορές που μου έχει αλλάξει γνώμη ή στάση. Μία από αυτές ήταν αυτό το: «Περισσότερο αγαπητό το επιθυμητό από το αποχτημένο». Γιατί με έκανε να ρίξω το βλέμμα μου στα αποχτημένα μου. Σε ό,τι δημιούργησα γιατί το ήθελα εγώ πολύ. Και διόλου δεν με αφορά ποιος είναι περήφανος για μένα γιατί είμαι εγώ για τον εαυτό μου. Γι’ αυτά τα λίγα ίσως κατ’ άλλους αλλά τόσο πολλά και τεράστια για εμένα που τα έπλασα με τα δικά μου χεράκια και γέμισαν τόσο ιδανικά την δική μου ζωή. Και απολαμβάνοντας κάθε στιγμή αυτού του ταξιδιού αν και δεν κρύβω πως υπήρξαν και στιγμές που σκέφτηκα να γυρίσω πίσω ή μήπως έχω πάρει λάθος μονοπάτι.

Το κείμενο αυτό δεν ήταν να γραφτεί σήμερα. Δεν ήταν καθόλου προσχεδιασμένο όμως μου προέκυψε ως απάντηση σε έναν φίλο γιατρό. Ο φίλος αυτός μου ξεκίνησε την κουβέντα ρωτώντας με πως είναι δυνατόν να νιώθω τόσο καλά μ’ εμένα που να μην μου χρειάζεται να το λέω ποτέ. Για να καταλήξει να με ρωτήσει τι θα έκανα στην θέση του τώρα που πλησιάζοντας την πέμπτη δεκαετία της ζωής του ήρθε σαν ένα δώρο μια πρόσκληση από ένα μεγάλο κέντρο υγείας του εξωτερικού. Έχοντας εδώ χτίσει ήδη μια λαμπρή καριέρα και όχι μόνο, του προέκυψε το δίλημμα εδώ ή εκεί. Εδώ ή αλλού. Θέλει πολύ να πάει και ξέρει το γιατί, μα με την ίδια ένταση θέλει και να μείνει εδώ. Όχι πίσω, μα εδώ. Αυτό που τον σπρώχνει να φύγει ισχυρό, αυτό που τον κρατά εδώ δυνατό. Δεν ξέρω ποιο θα υπερισχύσει τελικά. Όποιο κι αν είναι όμως η μία πλευρά θα είναι μισή. Αλλά… μπορεί και όχι!