Η ώρα είναι 6 το πρωί. «Ξυπνά μας περιμένει η κυριά Πόπη!». Η μαμά της είναι ήδη έτοιμη. Είναι Πέμπτη και κανονικά θα ετοιμαζόταν ανόρεχτα για να πάει σχολείο, όχι όμως σήμερα. Σήμερα είναι μια ξεχωριστή μέρα. Θα έπρεπε να χαίρεται που γλιτώνει 7 ώρες βαρετού μαθήματος, όμως δεν έχει ίχνος χαράς μέσα της σήμερα. Προσπαθεί να βρει ρούχα. Αλήθεια τι φοράνε σε τέτοιες περιπτώσεις; Δεν της έχει ξανατύχει. Τι μπορεί να έχει μια 14χρονη στην ντουλάπα της για τέτοιες περιπτώσεις; Καταλήγει να φορέσει την επίσημη στολή του σχολείου: μπλε φούστα και λευκό πουκάμισο. Η ειρωνεία της επιλογής της, της έφτιαξε στιγμιαία την διάθεση. Δεν τρώει τίποτα παρόλα τα παρακάλια της μαμάς της και επιτέλους κλειδώνουν την εξώπορτα και φεύγουν.

Αφού πέρασαν από το σπίτι της κυρίας Πόπης, φίλης και συναδέλφου της μαμάς, βγαίνουν επιτέλους στην εθνική με προορισμό το Ρίο – Αντίρριο. Αν και αρχές Σεπτέμβρη τα σύννεφα από πάνω τους είναι μαύρα και ο καιρός ασυνήθιστα κρύος. «Λες να είναι σημαδιακό;» σκέφτεται, για να συμπληρώσει «μην είσαι ηλίθια, από χθες μιλούσαν για κύμα κακοκαιρίας, δεν περιστρέφεται ο κόσμος γύρω σου».

Η βροχή μαστιγώνει επίμονα το τζαμί. Το προηγούμενο βραδύ είχε κοιμηθεί με το CD που της είχε γράψει η κολλητή της, σε λούπα στο ντισκμαν. Ένα μίνι-medley από Σελίν Ντιόν και διάφορα τραγούδια παλιών δεκαετιών. Της έχει κολλήσει εμμονικά και επαναλαμβάνει μέσα στο κεφάλι της σαν μάντρα τις μελωδίες και τους στίχους για να μην σκέφτεται. Της έχει κολλήσει ιδιαίτερα ένα γερμανικό που είχε βάλει η κολλητή της ανάμεσα στα ξελαρυγγιάσματα της Σελίν. Δεν ξέρει γερμανικά, οπότε απλά μουρμουράει την μελωδία ανακατεμένη με ό,τι συλλαβές μπορεί να θυμηθεί: «νανανανααα να να να να έμααααα…». Γελάει μονή της, «σαν την Ασπασία που τραγουδάει το “I will survive” στο dolce vita κάνω..». Η σκέψη της διακόπτεται από την συζήτηση της μαμάς και της κυρίας Πόπης: «λουλούδια από πού να πάρουμε;» , «κάτσε να φτάσουμε και θα δούμε». Μελαγχολία. «νανανανα να να να να φούλεεεν».

Φτάνουν στο Ρίο, κόβουν εισιτήρια για Αντίρριο με το φερρυ. Η διαδρομή τρομαχτική. Πρώτη φορά μπαίνει σε πλοίο με μποφόρ. Το τζαμί απέναντι της μια κοιτάει ουρανό, μια την θάλασσα. Φοβάται…. «νανανανα να να να να στριχς..!». Φτάνουν, ξεκινάνε για Μεσολόγγι, τελικός προορισμός το Αιτωλικό. Στην διαδρομή βλέπει λευκούς λόφους. «Τι σκατά; Χιόνισε;» σκέφτεται , «Πωπωω! Δείτε λόφους με αλάτι!» λέει δυνατά η κυριά Πόπη. «Είσαι ηλίθια ρε κοπελιά. Άκου χιόνισε αρχές Σεπτέμβρη. Καλύτερα τραγουδά. Οοοοοοοο ο παπαπαπα πα πα πεπα!»

Έφτασαν. Καλωσήρθατε στο Αιτωλικό, διαβάζει σε μια ταμπέλα. «Μάλιστα. Ιδού το Αιτωλικό λοιπόν». «Ανθοπωλείο να βρούμε!» φωνάζει η κυρία Πόπη. Σταματάνε στο πρώτο που είδαν. Κατεβαίνουν. Της δίνουν μια μικρή ανθοδέσμη λευκά χρυσάνθεμα, παίρνουν και αυτές από μία, ενώ συνεννοούνται με τον ανθοπώλη για στεφάνι.
«Σε πόση ώρα είναι;»
«Στις 3 το μεσημέρι».
«Και τι θέλετε να γραφεί;»
«Στην αγαπημένη φίλη και συνάδελφο Αδαμαντία».
Εκείνη απλά ακούει και σκέφτεται: «ΝΑ ΝΑΡΑ ΝΑΝΑΝΑ! ΝΑ ΝΑΡΑΝΑΝΑ ΝΑ ΝΑ ΝΑΝΑΝΑΝΑΝΑΝΑ!!!»…
«Το σπίτι το θυμάσαι;» ρωτάει η κυρία Πόπη την μαμά. «Ναι».

Έφτασαν. Έξω κόσμος στα μαύρα. Άλλοι κλαίνε, άλλοι γελάνε, άλλοι καπνίζουν. Κοιτάει όσους γελάνε με απέχθεια. Της έρχεται στο μυαλό η ρήση, κηδεία δίχως γέλια και γάμος δίχως κλάματα. «Μαλακίες» σκέφτεται «πού βρίσκουν την όρεξη να γελάνε;». Μπαίνουν στο σπίτι, ανεβαίνουν στον πάνω όροφο. «Αυτό είναι λοιπόν το πατρικό της νονάς…». Μπαίνουν στο σαλόνι. Μια γυναικά γύρω στα 60 κάθεται μπροστά από ένα λευκό φέρετρο. Τριγύρω κόσμος που κλαίει και δέχεται συλλυπητήρια. Πλησιάζει να δώσει το αναθεματισμένο μπουκέτο με τα χρυσάνθεμα. Από τότε δεν θέλει να ξαναδεί χρυσάνθεμα στην ζωή της. «Ούτε όταν πεθάνω μην μου φέρετε! Σκέτη κηδεία είναι τα μαλακισμένα», θα λέει στο μέλλον. Φιλάει την ηλικιωμένη που κάθεται στωικά διπλά στο φέρετρο, και της δίνει το μπουκέτο. Ψιθυρίζει κάτι που θυμίζει «συλλυπητήρια», αλλά δεν βγαίνουν ακριβώς λέξεις από το στόμα της. Σηκώνεται και γυρίζει να κοιτάξει το φέρετρο. Μέσα υπάρχει μια γυναικά κίτρινη, πρησμένη, με μια περούκα στο κεφάλι της. Αυτή σίγουρα δεν είναι η νονά της, αποκλείεται, η νονά της είναι μόλις 42 ετών, έχει λεπτά χαρακτηριστικά, κατάλευκη επιδερμίδα και καστανά κοντοκουρεμένα Jackie O μαλλιά. Ξαφνικά τα ματιά της αρχίζουν να δακρύζουν ανεξέλεγκτα. Κλαίει δυνατά με λυγμούς και κάθεται ακίνητη σαν άγαλμα. Κάποια στιγμή νιώθει το χέρι της κυρίας Πόπης στους ωμούς της και την ακούει να φωνάζει, «Καλέ πάρτε το παιδί από ‘κει!». Την πάει διπλά στην κουζίνα. «Κάτσε εδώ!» την διατάζει και απλά υπακούει. Ένας χρόνος χρειάστηκε. Αρρώστια. Τέλος.

Το φέρετρο το έχουν σηκώσει τα αδέρφια της νονάς της. Πάνε στην εκκλησία. Τους βλέπει να κατεβαίνουν τις σκάλες αλλά δεν σηκώνεται. Δεν θα πάει. Θα μείνει στην κουζίνα με την κυρία Πόπη. Το μυαλό της άδειο, κενό, μόνο επαναλαμβάνει το τραγούδι που δεν ξέρει τους στίχους «ΧΑ ΝΑΝΑΝΑΝΑΝΑΑΑ! ΧΑ ΝΑΝΑΝΑΝΑΝΑ ΝΑ ΝΑ, ΝΑ ΝΑ ΝΑ ΝΑ ΝΑΑΑΑ!!!». «Πώς σκατά το λένε το κωλοτράγουδο;» σκέφτεται, για να δει όταν φτάσει το ίδιο βράδυ στην Αθήνα ότι λέγεται “Am fenster”.