Είναι σταματημένος στο φανάρι. Το χέρι του κρατάει σφιχτά το λεβιέ των ταχυτήτων περιμένοντας να ανάψει το πράσινο. Στο μυαλό του έχει ήδη διανύσει τα επόμενα δέκα, είκοσι, εκατό χιλιόμετρα. Θέλει να τρέξει, να πατήσει το γκάζι μέχρι να πιάσει πάτωμα. Θέλει να ξεφύγει από το τώρα.
Δεν μπορεί να θυμηθεί την τελευταία φορά που ήταν ευτυχισμένος. Εκείνη την τελευταία φορά που ένιωθε ότι έλαμπε ολόκληρος, που ένιωθε ότι ήταν ο κυρίαρχος του κόσμου. Που ένιωθε ότι όλη η ζωή ήταν μπροστά του και του χαμογελούσε σαν μία πανέμορφη γυναίκα που του κλείνει το μάτι υποσχόμενη τα πάντα.
Το μόνο που νιώθει είναι ο πόνος. Τα τσακισμένα φτερά του. Η ματαίωση όταν διαπίστωσε ότι οι προσδοκίες του διαλύθηκαν μέσα σε μία στιγμή. Οι προσδοκίες….
Τρέχει. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του πάντα τρέχει. Η ζωή του ένας ατελείωτος αγώνας δρόμου. Έτρεχε να προλάβει τα άλλα παιδάκια στο νηπιαγωγείο, να μπει εγκαίρως στο μάθημα του σχολείου, να προλάβει τις προθεσμίες στη δουλειά του. Το μυαλό του έτρεχε σαν παλαβό. Αυτός ήταν και ο λόγος που του διαγνώστηκε από νωρίς δυσλεξία. Το μυαλό λειτουργούσε πιο γρήγορα από το χέρι του. Τα κείμενα του ακαταλαβίστικα. Μόνο εκείνος γνώριζε τι εννοούσε η κάθε λέξη που αποτύπωνε στο χαρτί. Κανένας άλλος. Δεν τον ένοιαζε.
Ζούσε την κάθε στιγμή της ζωής του σαν αστραπή. Με το που ολοκλήρωνε κάτι, είχε ήδη ξεκινήσει νοερά να ασχολείται με το επόμενο. Άρπαζε τη ζωή, την έστυβε και έτρεχε παρακάτω, χωρίς να χαρεί την επιτυχία του. Οι φίλοι του τον έλεγαν «άσπρο σίφουνα» γελώντας. Χαμογελούσε κι αυτός αλλά ήξερε ότι αυτός ήταν ο στόχος του. Να χορτάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Να γευτεί όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες.
Οι γονείς του ήταν συντηρητικοί άνθρωποι. Μεροκαματιάρηδες. «Λίγα και καλά» έλεγαν στα παιδιά τους όταν ζητούσαν το κάτι παραπάνω από τα βασικά. Είχε μάθει να συμβιβάζεται από νωρίς με τα λίγα αλλά δεν ήταν καλά. Δεν σκόπευε να ζήσει τη ζωή των γονιών του. Θύμωνε καθημερινά που τους έβλεπε να κάθονται γύρω από το τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι και να συζητάνε αγχωμένα για το πώς θα πληρωθούν οι λογαριασμοί. Έβλεπε στα μάτια τους την απογοήτευση, ένιωθε στην ψυχή του τον πόνο και ορκιζόταν ότι ποτέ δεν θα γίνει σαν κι αυτούς. Αυτός ποτέ δεν θα τους έμοιαζε, ήταν πολύ καλύτερος από αυτούς.
Είχε κάνει μεγάλα όνειρα για τη ζωή του από τότε που ήταν μικρός. Είχε τόση ανάγκη να πετύχει που νοερά σχεδίαζε όλες τις λεπτομέρειες για να φτάσει γρήγορα στο αναμενόμενο αποτέλεσμα. Δεν το είχε εκμυστηρευτεί ποτέ σε κανέναν. Θα γινόταν αυτό που ονειρευόταν και ναι, θα τα κατάφερνε. Παιδί ακόμα αλλά ενήλικος μέσα του. Είχε ιδέες που κανείς άλλος δεν θα σκεφτόταν να τις πραγματοποιήσει όπως αυτός. Έβλεπε το μέλλον και ήξερε ότι η ζωή είχε να του προσφέρει εκατομμύρια πράγματα. Το βράδυ με το που έπεφτε στο κρεβάτι του οραματιζόταν μία ζωή γεμάτη πολυτέλειες και δώρα, κάτι που δεν είχε ζήσει ποτέ μέχρι τώρα. Έβλεπε τον εαυτό του στο μέλλον. Πετυχημένος, γεμάτος, πλήρης. Και πάντα έτρεχε.
Δεν τον φόβιζε τίποτα. Τα φτερά του είχαν ήδη ανοίξει και τον οδηγούσαν μακριά, σε δύσβατα μονοπάτια που τα περνούσε σαν αετός. Παγίδες δεν υπήρχαν, το μέλλον προβλεπόταν στρωμένο με ροδοπέταλα.
Στα δεκαοκτώ του ανακοίνωσε στους γονείς του ότι δεν θα δώσει εξετάσεις για να μπει στο πανεπιστήμιο. Αντιμετώπισε την απογοήτευση τους, τους θυμούς, τους ατελείωτους καυγάδες. Είχε βάλει ήδη τον στόχο του να βγάλει χρήματα και οι σπουδές τον καθυστερούσαν. Έπιασε την πρώτη του δουλειά στα είκοσι, μετά το φανταριλίκι. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, σερβιτόρος σε μαγαζί αλλά δεν τον ένοιαζε, αυτός είχε ήδη προγραμματίσει το μέλλον του, να γίνει σπουδαίος. Ξεκίνησαν οι πρώτες σφαλιάρες. Μήνες απλήρωτος, αντιμετώπιζε τη δυσπιστία της οικογένειας αλλά αυτός δεν το έβαζε κάτω. Είχε σχέδιο. Κι ας δυσκολευόταν να αγοράσει τα τσιγάρα του, δεν το έβαζε κάτω. Πέρασαν δύο χρόνια έτσι. Βιαζόταν, έπρεπε να να αναπροσαρμόσει το στόχο. Άλλαξε δουλειά και πήγε σε μία εταιρεία. Ξεκίνησε ως το παιδί για όλες τις δουλειές αλλά δεν τον ένοιαζε. Το βλέμμα του καθημερινά στεκόταν στο γραφείο του αφεντικού της εταιρείας και φανταζόταν τον εαυτό του να κάθεται ο ίδιος εκεί.
Τα φτερά του φούντωσαν.
Γρήγορα κατάφερε να ανελιχθεί στο χώρο εργασίας του. Τον έκαναν υπάλληλο γραφείου και μέσα σε πέντε χρόνια κατάφερε να πάρει θέση προϊσταμένου. Δούλευε πολλές ώρες. Πήγαινε πρώτος στη δουλειά και έφευγε τελευταίος. Το μυαλό του έτρεχε γεμάτο σχέδια για το αύριο, το μεθαύριο, που χρόνος για την προσωπική του ζωή. Οι φίλοι του τον παρακαλούσαν να πάει για ένα ποτό μαζί τους, αυτός πάντα έλεγε ναι αλλά την τελευταία στιγμή το ματαίωνε. Ήταν κουρασμένος, έλεγε. Τα τηλέφωνα αραίωσαν, οι φίλοι αποδέχτηκαν ότι δεν θα τους ακολουθούσε πλέον. Κι αυτός το δέχτηκε με μία παθητική ηρεμία. Δεν τον ένοιαζε, αυτός είχε εστιαστεί στον στόχο του, να γίνει κάποιος.
Η προσωπική του ζωή ήταν κενή. Κάποια βράδια μετά τη δουλειά πήγαινε μόνος του να πιει τα ποτά του. Χρειαζόταν να χαλαρώσει το μυαλό του. Στα μαγαζιά που πήγαινε όλο και κάποια γυναίκα θα του την έπεφτε. Βράδια γεμάτα ωμό σεξ, στο τέλος γυρισμένες πλάτες και το πρωί ξανά στη δουλειά. Το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει πλέον παρελθόν, δεν απασχολούσε τη σκέψη του.
Οι ευθύνες άρχισαν να μεγαλώνουν. Οι απαιτήσεις να πληθαίνουν. Πλέον δούλευε και τα Σαββατοκύριακα για να προλαβαίνει. Χαλάλι του, οι οικονομικές ανταμοιβές ήταν καλές, πλησίαζε επιτέλους στο στόχο του, ήδη είχε αγοράσει το τζιπ που ονειρευόταν από μικρό παιδί και έμενε πλέον στο Κολωνάκι. Καθόταν το βράδυ ξαπλωμένος στο κρεβάτι του και κοιτούσε το ταβάνι. Πόσα πράγματα είχε ακόμα να κάνει…..
Τα φτερά του είχαν γίνει τεράστια και τον οδηγούσαν.
Ήταν Δευτέρα πρωί όταν τον κάλεσε το αφεντικό στο γραφείο του. Περίμενε καιρό την προαγωγή. Μπήκε μέσα γεμάτος προσμονή και άκουσε τη λέξη απόλυση. Έπρεπε να γίνουν περικοπές, ήταν εξαιρετικά ικανός αλλά το τμήμα έπρεπε να κλείσει. Εκείνη τη στιγμή κάτι διαλύθηκε μέσα του. Μάζεψε τα πράγματα του και αποχώρησε.
Έστειλε δεκάδες βιογραφικά σε εταιρείες. Πέρασε από ελάχιστες συνεντεύξεις. Οικονομική κρίση του είπαν, δύσκολα τα πράγματα για τα προσόντα σου. Δεν πτοούμαι, είπε στον εαυτό του, έχω φτάσει μέχρι εδώ, πλησιάζω στην επιτυχία.
Αλλά ένιωσε ένα αμυδρό κρακ στα φτερά του.
Πέρασαν οκτώ άκαρποι μήνες. Το ταμείο ανεργίας δεν έφτανε πλέον να πληρώνει το νοίκι του. Γύρισε στο πατρικό του με σκυμμένο κεφάλι. Πούλησε το τζιπ του για να εξοφλήσει το δάνειο που είχε πάρει για να το αγοράσει. Αγόρασε ένα μικρό αυτοκίνητο μόνο και μόνο για να μετακινείται μέσα στην Αθήνα. Ντρεπόταν που κυκλοφορούσε μ’ αυτό αλλά δεν ήξερε τι άλλο να κάνει.
Τα φτερά του γέμισαν ραγίσματα.
Οι φίλοι του είχαν φύγει μακριά. Σύντροφο δεν είχε, με τι μούτρα να βρει στην κατάσταση που ήταν εκείνη τη στιγμή. Αισθανόταν πιο μόνος και πιο αποτυχημένος από ποτέ. Τελικά δεν είχε πετύχει τίποτα, μόνο το κενό.
Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μπροστά στο δρόμο αλλά αυτός δεν έβλεπε. Το μόνο που έβλεπε ήταν η αποτυχία, οι χαμένες προσδοκίες του, τα χαμένα όνειρα που είχε κάνει, τα σπασμένα φτερά του.
Το φανάρι άναψε πράσινο. Το κοίταξε και ξαφνικά κατάλαβε. Με ηρεμία πλέον έβαλε ταχύτητα, πάτησε απαλά το πόδι του στο γκάζι και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Σιγά αυτή τη φορά. Δεν θα έτρεχε αυτή τη φορά. Θα απολάμβανε τη διαδρομή και θα έφτανε στον προορισμό του.