1970 μ.Χ., Αθήνα
Ο αστυφύλακας Φουράρης χαμογέλασε όταν άκουσε τα τραγούδια. Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ Σαββάτου και ο ίδιος περιπολούσε κοντά στο Χίλτον. Περπατούσε ανάλαφρα, με το κλομπ στη θήκη του. Η πόλη ήταν ήσυχη, τα λουριά σφιγμένα σα θηλιά στους δήθεν δημοκράτες και πολύ περισσότερο στους κομμουνιστές –κακό χρόνο να ’χουν. Δεν περίμενε να συμβεί το παραμικρό, αν και κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον απογοητευτικό για τον Φουράρη.
Έτσι όταν αντιλήφθηκε ότι ένας τύπος λίγα μέτρα πιο μπροστά τραγουδούσε ένα από αυτά τα κομμουνιστικά τραγούδια του Θεοδωράκη, ευχαρίστησε τον Θεό. Επιτέλους, θα είχε λίγο ενδιαφέρον η βραδιά. Γούσταρε να συλλαμβάνει και να δέρνει κομμούνια.
Κινήθηκε πιο γρήγορα, λοιπόν. Ο ανίδεος άντρας που προπορευόταν συνέχιζε ακάθεκτος. Φορούσε μαύρο σακάκι και ένα από αυτά τα τζιν παντελόνι που προτιμούσαν οι εργάτες.
Θα καλοπεράσουμε σήμερα, είπε μέσα του ο Φουράρης.
«Έι, κύριος», φώναξε. «Σταμάτα».
Ο άντρας σταμάτησε τα τραγούδια του και γύρισε. Ήταν ψηλός, αλλά γυμνασμένος. Είχε μαύρα μαλλιά πιασμένα σε αλογοουρά. Το λευκό πουκάμισό του φαινόταν πεντακάθαρο. Είχε ανοιχτόχρωμα μάτια και χαμογελούσε δήθεν ευγενικά.
Δήθεν. Ναι, σίγουρα. Τα ’χει κάνει πάνω του, σκέφτηκε ο Φουράρης.
«Αστυφύλακα», είπε ο άντρας. «Τι συμβαίνει;»
«Τραγουδούσες Θεοδωράκη, αυτό συμβαίνει, κύριος. Απαγορεύεται, δεν το ξέρεις;» Κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω τον άντρα. «Ποιος είσαι;»
«Με λένε Κυριάκο Ανδρέου».
«Άστα αυτά, κύριος». Έτεινε το δεξί χέρι του. «Ταυτότητα».
Ο Κυριάκος την έδωσε.
Ο αστυφύλακας την περιεργάστηκε, αν και είχε αποφασίσει ήδη να τον πάει στο τμήμα. Σήκωσε το κεφάλι προς τον άντρα. «Πρέπει να έρθεις μαζί μου, Ανδρέου. Παρανόμησες. Συλλαμβάνεσαι».
«Τι έκανα;»
«Σου είπα, τραγουδούσες Θεοδωράκη. Είσαι κομμουνιστής».
Ο Ανδρέου παραξενεύτηκε για μια στιγμή, αλλά μετά ένευσε. «Α, ναι, σωστά. Απαγορεύεται».
Ο Φουράρης έσμιξε τα φρύδια του. «Με κοροϊδεύεις, κομμουνιστή; Ε; Θες να σ’ αρχίσω;…»
Ο Ανδρέου τον διέκοψε. «Για μια στιγμή, είσαι ο αστυφύλακας Φουράρης;»
«Πώς ξέρεις πώς με λένε;»
«Σε ξέρω γιατί χτύπησες τον παππού μου». Ο Ανδρέου κοιτούσε βλοσυρά τον αστυφύλακα. «Στις δεκαπέντε Σεπτεμβρίου του ’70».
Ο Φουράρης τα ’χασε. Τι του έλεγε; Τώρα είχαν Αύγουστο. «Τι; Και πώς στο καλό;…»
«Τον έπιασες μαζί με άλλους τρεις φίλους του. Ήταν σαράντα πέντε χρονών, όταν ήρθε εδώ, μαζί με τη γιαγιά μου και τα τρία τους παιδιά, για να βρει τους φίλους του και να τον βοηθήσουν να συνεχίσει στην Αθήνα τις σπουδές του». Ένευσε προς τον Φουράρη. «Εκείνη τη μέρα τον άφησες ανάπηρο».
«Δεν ξέρω τι μου λες, δεν ξέρω ποιος είναι ο παππούς σου, αλλά εσύ είσαι σίγουρα τρελός. Ποιο Σεπτέμβριο, γαμώτο; Πού ξέρεις εσύ τι θα γίνει τότε;»
«Ο παππούς μου ήταν ο μόνος που με πίστεψε. Που μου είπε να προχωρήσω στο πανεπιστήμιο. Εκείνος δεν τα κατάφερε. Έφυγε αμέσως: με το που του έδωσαν εξιτήριο, πήρε την οικογένειά του και γύρισαν στο χωριό και ξέχασε κάθε όνειρό του. Δοκίμασε να πείσει τον πατέρα μου και τα αδέρφια του, όπως και τα ξαδέρφια μου, αλλά δεν τα κατάφερε. Ήμουν ο πιο σκράπας απ’ όλους στα μαθήματα κι όμως… Ο παππούς μου με έπεισε. Σπούδασα Φυσική, ειδικεύτηκα στην κβαντική μηχανική».
«Είσαι τελείως παλαβός. Και παλαβός και κομμουνιστής».
Ο Ανδρέου είπε: «Δεν είμαι κομμουνιστής. Αλλά θα ευχηθείς να ήμουν». Έβαλε το χέρι στο σακάκι του. «Γιατί αν ήμουν κομμουνιστής, θα ήμουν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος».
«Έι! Βγάλε το χέρι σου αργά». Ο Φουράρης έκανε να κινηθεί προς τον Ανδρέου, αλλά σταμάτησε απότομα.
Γιατί είδε ένα μεγάλο μαχαίρι να ξεπροβάλει σαν στη γροθιά του Ανδρέου.
Ο αστυφύλακας ξεροκατάπιε.
«Θα μετρήσω μέχρι το τρία», είπε ο Ανδρέου. «Μετά θα σε κυνηγήσω, Φουράρη».
«Κάνεις το μεγαλύτερο λάθος της ζωής σου, Ανδρέου. Πας να τα βάλεις με αστυνομικό». Ήλπιζε να ακούστηκαν πιο δυναμικά τα λόγια του απ’ ό,τι ένιωθε ο ίδιος. «Υπηρετούμε το Νόμο…»
«Αυτό το μαχαίρι» -ο Ανδρέου το κοίταξε- «ήταν του παππού μου. Το πήρε από έναν νεκρό Γερμανό. Ο παππούς μου υπηρέτησε αυτή τη χώρα. Με αυτό το μαχαίρι σκότωσε μερικούς ναζί. Με αυτό έκοψε σύρματα και αμύνθηκε. Εσύ και όλοι οι άλλοι υπηρετείτε ένα διεφθαρμένο καθεστώς τρόμου». Στράφηκε προς τον Φουράρη. «Αλλά δεν έχεις ιδέα τι θα πει τρόμος. Τώρα, αστυφύλακα, τρέχα. Τρέχα όσο πιο γρήγορα μπορείς».
Ο Φουράρης στεκόταν αβέβαιος. Έριχνε ματιές γύρω του, αλλά δεν κυκλοφορούσε κανείς.
«ΤΡΕΧΑ!» ούρλιαξε ο Ανδρέου.
Ο αστυφύλακας έτρεξε. Για ώρα. Πάνω στη βιασύνη του και στο φόβο του, δεν σκέφτηκε να μπει στο ξενοδοχείο. Αντίθετα, διέσχισε τη Βασιλίσσης Σοφίας και αρκετούς παράδρομους και κάθετους δρόμους. Αναζητούσε έστω και έναν άνθρωπο, ένα συνάδελφο ή κάποιον στρατιωτικό. Κανείς δεν κυκλοφορούσε στους δρόμους, λες και είχαν ερημώσει.
Σκόνταψε μερικές φορές, αλλά βρήκε την ισορροπία του. Δεν καθυστερούσε. Δεν περίμενε. Ήθελε να ζήσει. Του άρεσε η ζωή του. Του άρεσε η δουλειά του. Έπιανε τους εχθρούς της χώρας και τους τιμωρούσε. Του άξιζαν έπαινοι, όχι… Όχι αυτό. Να τον κυνηγάει ένας… ένας… τι; Τι ήταν; Τρελό, τον είχε πει ο Φουράρης. Δεν ήξερε τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτός ο άντρας. Κομμουνιστής; Όχι, όχι, δεν το πίστευε πια. Αυτοί δεν έβγαζαν μαχαίρια, ούτε έλεγαν…
Τι ήταν αυτά που είχε πει; Ότι ο Φουράρης βασάνισε τον παππού του; Τον Σεπτέμβριο; Δεν είπε, Θα τον βασανίσεις. Όχι, είπε Τον βασάνισες. Σαν να το έχει κάνει, ενώ δεν είχε έρθει καν ο Σεπτέμβριος.
Τι γινόταν;
Δεν ήξερε. Αλλά δεν μπορούσε και να το σκεφτεί. Έτρεχε να ξεφύγει. Το μετάνιωνε που δεν γυμναζόταν. Ό,τι κάνανε στην Ακαδημία, μετά τέλος. Και τώρα ζοριζόταν. Μετά βίας τα κατάφερνε.
Γύρισε σε κάποια φάση και κοίταξε πίσω του. Δεν υπήρχε κανείς. Ο Ανδρέου δεν τον ακολουθούσε. Ή, αλλιώς, ο Φουράρης τού είχε ξεφύγει.
Χαμογέλασε στην προοπτική αυτή. Αν τα κατάφερνε, θα πήγαινε γραμμή στο τμήμα και θα έλεγε τα πάντα, ως όφειλε. Και μετά θα γυρνούσαν όλη την Αθήνα και τα περίχωρα να τον βρουν. Και έπειτα, στο ανακριτικό δωμάτιο θα φρόντιζαν να μάθει τι εστί τρόμος.
Η κούραση τον κατάβαλλε τελικά. Δεν ήταν δρομέας. Ποτέ του δε χρειάστηκε να τρέξει τόσο πολύ. Οι ύποπτοι, οι κομμουνιστές και όσοι πήγαιναν ενάντια στην κυβέρνηση, παραδίδονταν. Αλλιώς η μοίρα τους θα ήταν πολύ, πολύ άσχημη.
Αυτός, ένας γνήσιος αστυνομικός, με καθαρό φάκελο και ένθερμος υποστηρικτής της κυβέρνησης. Έτρεχε για να γλιτώσει. Ο ιδρώτας στάλαζε και έμοιαζε σαν να έρεαν στο πρόσωπό του σταγόνες βροχής. Η Αθήνα έμοιαζε ένας άγνωστος τόπος.
Αναγκάστηκε να σταματήσει. Δε γινόταν να συνεχίσει. Πήρε μπόλικες βαθιές αναπνοές. Στράφηκε και κοίταξε γύρω του. Σπίτια και πολυκατοικίες με σβηστά φώτα. Δέντρα. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Τικ.
Στράφηκε απότομα, με το κλομπ στο χέρι. Κανείς.
Τακ.
Γύρισε προς την άλλη μεριά.
Τικ.
Πρώτα άκουσε το ύφασμα να σκίζεται και μετά κάτι να διαπερνά την πλάτη, να χειρουργεί το σώμα, μέχρι που η άκρη βγήκε από το στήθος του. Ο αέρας έγινε παγερός και ο πόνος απλώθηκε στο στέρνο και στον εγκέφαλό του. Ένα χέρι του έφραξε το στόμα, πριν ουρλιάξει.
Ο Ανδρέου ψιθύρισε στο αυτί του Φουράρη: «Γιώργος Ανδρέου. Δεν θα τον γνωρίσεις ποτέ». Έστριψε το μαχαίρι και η λεπίδα εισχώρησε πιο βαθιά. «Δεν θα δω ποτέ τον παππού μου βασανισμένο». Χαμογέλασε. «Όταν θα ξαναγεννηθώ».
Τα πόδια του Φουράρη λύγισαν και το σώμα του χαλάρωσε και ο Ανδρέου τον άφησε να σωριαστεί στο πεζοδρόμιο, μέσα στα αίματά του. Ύστερα, έβγαλε τη Συσκευή Κβαντικής Αλλαγής του Χωροχρόνου. Θυμόταν πως κάποιοι Τουρκαλβανοί και Έλληνες προδότες είχαν βιάσει μια προγονή του το 1815.

Σημείωση: η ιστορία αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και ακούσια.