“Τι βλακείες είναι αυτές που πετάς, ρε; Ηλίθιες δικαιολογίες, για να καλύψεις τις πομπές τις δικές σου και των ομοίων σου!” ούρλιαξε με οργή η Μελίνα. Αρπάζει βιαστικά ένα τσιγάρο από το πακέτο της και κάθεται αναπαυτικά στην πάνινη καρέκλα, ανάβοντας το. “Κοίτα, το ότι δεν συμφωνείς εσύ με τη θέση αυτή, δεν σημαίνει ότι εγώ δεν μπορώ να την υποστηρίζω…” προσπάθησα να πω, υπερασπιζόμενος την τοποθέτησή μου. “Πάψε, σταμάτα, δεν θέλω να συνεχίσω. Επιμένεις σε κάτι που είναι ανήθικο και το ξέρεις, δεν σώζεται η κουβέντα”, μου είπε στο ίδιο έντονο ύφος, ενώ ντουμάνια καπνού έβγαιναν από τα χείλη της. Ήταν προφανές ότι δεν επρόκειτο να συμφωνήσουμε, όσο κι αν προσπαθούσα να επισημάνω ότι ο λόγος μου, αφορούσε στις δικές μου πεποιθήσεις. Την καταλαβαίνω, όμως. Έχει οργή μέσα της, πίκρα μεγάλη. Ίσως ήταν λάθος η στιγμή που επέλεξα να της θυμίσω τα “πιστεύω” μου πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, δεδομένου ότι με είχε προσκαλέσει για να συζητήσουμε τα του πρόσφατου χωρισμού της. Από την άλλη, πως να μην εκφράσω κι εγώ αυτά που έχω στο κεφάλι μου; Όπως και να ‘χει, οι απόψεις μας δεν θα συγκλίνουν ποτέ, επί του συγκεκριμένου θέματος. Ακόμα και ύστερα από τόσα χρόνια φιλίας, δεν δείχνει να μπορεί να κατανοήσει.

Για τη Μελίνα, το ανθρώπινο σώμα και η ψυχή αποτελούν δυάδα ομοούσιο και αδιαίρετο, κάτι σαν το αντίστοιχο εκκλησιαστικό τρίπτυχο. Κι όχι μόνο για εκείνη δηλαδή, πολύς κόσμος ασπάζεται τη θέση αυτή. Σύμφωνα με την εν λόγω θεωρία, τα δύο μέρη μιας ερωτικής σχέσης είναι μεταξύ τους δοσμένα ψυχή τε και σώματι. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από τη συνθήκη αυτή, αποτελεί απιστία, προδοσία και όλα τα συναφή. Είναι όντως μια παγιωμένη πεποίθηση, που τυγχάνει αποδοχής από μεγάλη μερίδα του κοινωνικού συνόλου. Είναι, όμως, πράγματι έτσι; Είναι λογικό να εμμένουμε σε αυτό το στεγανό, τη στιγμή που τα δεδομένα γύρω μας αλλάζουν ιλιγγιωδώς; Κι αν όντως δεχτούμε πως το ιδανικό είναι έτσι όπως περιγράφεται, μπορούμε να πούμε ότι είναι πάντα δόκιμο κι εφικτό;

Στον αντίποδα της… Μελίνειας σχολής, μπορεί κανείς να βρει την άλλη όψη του (ίδιου) νομίσματος. Αντί, λοιπόν, να δεχτούμε το ενιαίο του διδύμου “ψυχής-σώματος”, θα μπορούσαμε να τα θεωρήσουμε ως δύο ξεχωριστές, ανεξάρτητες παραμέτρους. Παρ’ ότι ξέχωρες, βέβαια, δεν αποκλείεται σε πολλές περιπτώσεις να συμβαδίζουν καθ’ ολοκληρίαν, γεγονός που και επιθυμητό είναι, και καλύπτει το ζητούμενο της ιδανικής σχέσης. Ωστόσο, τι γίνεται στην περίπτωση εκείνη, που το σώμα “επαναστατεί”, αποζητώντας νέες περιπέτειες και συγκινήσεις; Γιατί θα πρέπει να δαιμονοποιείται και να αφορίζεται η φυσική ροπή των πραγμάτων; Ας μη βιαστούμε να απαντήσουμε, τουλάχιστον όχι αν δεν αναλογιστούμε πρώτα τη σύσταση των δύο παραμέτρων.

Ρίχνοντας μια πρόχειρη ματιά, παρατηρεί κανείς τα “υλικά” από τα οποία έχουν φτιαχτεί αυτά τα δύο. Ψυχή: ουσία άυλη, αόρατη, άπιαστη. Η ύψιστη μορφή ύπαρξης και πνευματικής ταυτοποίησης. Σώμα: απτό, ορατό, φθαρτό. Αντικείμενο μελέτης των επιστημών, με απ’ ευθείας επαφή και χειροπιαστά αποτελέσματα. Από μόνος του ο παραπάνω διαχωρισμός καταδεικνύει τη διαφορετική προέλευση των παραμέτρων μας. Δεν θα ήταν άραγε αναμενόμενη και η εντελώς διαφοροποιημένη συμπεριφορά τους; Δεν θα περίμενε κανείς από το ευάλωτο σε προκλήσεις και συνεχώς νέες εμπειρίες σώμα να είναι επιρρεπές στην αναζήτησή τους; Αντίστοιχα, δεν θα ήταν πιο λογικό για την ψυχή να τηρεί σθεναρότερη αντίσταση στους εξωγενείς παράγοντες, και να βγαίνει ευκολότερα αλώβητη από τις “μάχες”; Μήπως με αυτό το σκεπτικό εξηγούνται καλύτερα πολλά απ’ όσα έχουμε κατά καιρούς ξορκίσει με απροθυμία, ή μας έχουν βαρύνει ανεξήγητα;

Βεβαιότητα ως προς τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς δεν μπορεί να υπάρξει. Υφίσταται όμως η προσεκτική τήρηση των δεδομένων. Κι απ’ αυτήν προκύπτει αναμφίβολα η διαφορετική στάση των μερών. Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποκλίνουσα η συνθήκη κατά την οποία, η μεν ψυχή παραμένει προσηλωμένη στην αρχική της θέση, ενώ ταυτόχρονα το σώμα ακολουθεί παράλληλες πορείες. Πιο απλά, το μόνο που μπορεί να παραμείνει “ταγμένο” είναι η ψυχή, καθώς το σώμα υπόκειται στην αλληλεπίδραση με ερεθίσματα εξωτερικά, ακριβώς λόγω της διαφοροποίησης στη σύστασή του. Κι όταν ο κύκλος των αναγκών -που με φυσικό τρόπο είχε γεννήσει- ολοκληρωθεί, είναι βέβαιο πως θα επανέλθει στην παράλληλη αρχική πορεία του, για να συναντήσει τον έτερο πόλο του κυκλώματος. Αν δεν συμβεί αυτό, σημαίνει πως το σύστημα ήταν εξαρχής μη λειτουργικό, ή απλά αποδυναμώθηκε με το πέρας του χρόνου.

Συνοψίζοντας, ας φανταστούμε την ψυχή και το σώμα σαν δυο διαφορετικούς ζωτικούς οργανισμούς, που λειτουργούν σε σύνδεση μεταξύ τους, ωστόσο τροφοδοτούνται από διαφορετικά είδη θρεπτικών συστατικών. Καθένα ξεχωριστά φροντίζει για την επάρκεια της τροφής του, που μπορεί να ποικίλει από ζεύγος σε ζεύγος. Ορισμένα ικανοποιούνται με μονομερείς πηγές, κάποια άλλα επιζητούν κατά διαστήματα εναλλακτικούς προμηθευτές και μερικά πειραματίζονται με διάφορα είδη τροφής, μέχρι να καταλήξουν στις επιθυμητές φόρμουλες. Οπωσδήποτε, αυτό που προέχει είναι η υγιής τους επιβίωση, στόχος που μερικές φορές δεν επιτυγχάνεται εξαιτίας ενδοιασμών και αυτοσχέδιων περιορισμών, ή/και ενοχών, οδηγώντας σε δυσάρεστες καταστάσεις.

Η Μελίνα δείχνει να έχει κάπως ηρεμήσει, σε σχέση με πριν. Η κουβέντα ακολουθεί τόνους πιο χαμηλούς και η ανάλυση του σκεπτικού μου, μοιάζει να έχει γίνει κατανοητή, από την πλευρά της. Απλά κατανοητή… Σε καμία περίπτωση αποδεκτή, ούτε καν σεβαστή! “Ξέρω ότι σου ακούγονται παράλογα ορισμένα από αυτά”, της παραδέχομαι. “Προσπάθησε λίγο να απεμπλακείς από τις προσωπικές σου σκέψεις και να δεις τα πράγματα πιο σφαιρικά. Τι είναι, μωρέ, το σώμα; Σάρκα είναι, χώμα και νερό. Ούτε να το προγραμματίσεις μπορείς, ούτε να το τιθασεύσεις, όταν δέχεται μηνύματα που το διεγείρουν! Σημασία έχει το μέσα, το άπιαστο. Εκεί κρίνεται η αλήθεια μας!” Σβήνει το τσιγάρο της με στόμφο και σηκώνεται από την καρέκλα, αργά-αργά. Φορά το παλτό της ζωηρά και πιάνει με τα χέρια της την τσάντα. “Ξέρεις κάτι, φίλε; Εμένα αυτά μου ακούγονται απλά ΜΑΛΑΚΙΕΣ! Εγώ ξέρω πως, ή είσαι εκεί, ή δεν είσαι. Όλα τ’ άλλα, τ’ ακούω βερεσέ. Και να πάτε να γαμηθείτε κι εσείς και οι θεωρίες σας! Εγώ έτσι τα έμαθα, όλα ή τίποτα. Αυτό θέλω για μένα, όποιος δεν είναι διατεθειμένος, καλύτερα να μου αδειάσει τη γωνιά, το συντομότερο. Άντε γεια, ρε!”

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΝΑΚΟΣ