– Μωρό μου, τι έχεις; Γιατί κάθεσαι έτσι κουλουριασμένος;
– Δεν είμαι καλά.
– Τι έχεις;
– Δεν είμαι καλά
. [Σβησμένη φωνή]

Ανησυχείς, τον πλησιάζεις, κουλουριάζεται ακόμα περισσότερο, σφίγγεται, με το ζόρι παίρνει αναπνοή. Τρομάζεις.

– Αγάπη μου, μίλα μου ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ!
– Έχω πυρετό.
– Ωχ! Πόσο;

[Δεν απαντάει, τον ακουμπάς στο μέτωπο]
– Δε φαίνεσαι πολύ ζεστ…
– ΠΟΝΑΕΙ ΟΛΟ ΜΟΥ ΤΟ ΚΟΡΜΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ ΣΟΥ ΛΕΩ!
[Στο “σου λεω” σπάει λίγο η φωνή λόγω επικείμενου λυγμού]
– Οκ οκ μη φωνάζεις! Να βάλουμε θερμόμετρο, ναι; [Του σηκώνεις το χέρι και του βάζεις το θερμόμετρο, κοιτάει αλλού λες και τον τρυπάς με σύριγγα και δεν αντέχει το θέαμα.]
*Αναμονή τουτ τουττττ του θερμόμετρου, έχει γίνει ολόκληρος ένα κουβάρι και κοιτάζει το πάτωμα με θολωμένο βλέμμα.

Τουτ τουττττ

– Εντάξει, 37.9 έχεις.
– ΜΑΛΑΚΙΑ είναι αυτά τα ηλεκτρονικά, θερμόμετρα του κώλου, κάπου είχαμε θερμόμετρο υδραργύρου… [Κάνει να σηκωθεί να πάει να βρει το θερμόμετρο, παραπαίει, κάθεται κάπου να μην σωριαστεί.]
– Άσε, κάτσε κάτω, θα το βρω εγώ.
[κουλουριάζεται πάλι και κλείνει σφιχτά τα μάτια, ένα κράμα αγανάκτησης και πόνου.]

– Ορίστε, το βρήκα, βάλ’ το. [Δεν κάνει καμία κίνηση, απλά ανοίγει μασχάλη 5 εκατοστά. Αναστενάζεις. Tινάζεις θερμόμετρο και του το βάζεις εσύ.]

Ένα λεπτό αργότερα, πας να βγάλεις το θερμόμετρο “ΑΑΑΑΣΤΟ, νωρίς είναι, του τρίλεπτου είναι!”

Πας να κάνεις καμιά δουλειά, δεν προλαβαίνεις να απομακρυνθείς ακούς ένα ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧ που σου σκίζει την καρδιά
-ΤΙ ΕΠΑΘΕΣ;!!!
– τίποτα
– ΠΟΝΑΣ;;

– … [Βλέμμα κουταβιού στη βροχή που κοιτάζει τη μαμά του που την πάτησε ερπυστριοφόρο].

Του ανοίγεις μασχαλάκι, βγάζεις θερμόμετρο, 38.

– ΣΤΟ ‘ΠΑ!!! ΣΤΟ ‘ΠΑΑΑ!! ΣΤΑ ‘ΛΕΓΑ ΕΓΩΩΩΩ ΠΑΑΑΡΤΑ!!! [Χοροπηδάει με λύσσα, χορεύει σαν Ινδιάνος που πήρε το σκαλπ του χλωμού προσώπου που του έκαψε το χωριό], ΕΧΩ ΠΥΡΕΤΟ, ΤΟ ΓΑΜΗΔΙ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΘΕΡΜΟΜΕΤΡΟ ΕΚΑΝΕ ΛΑΘΟΣ!!
[Τον κοιτάς ανέκφραστη να κάνει τα καραγκιοζιλίκια του, μέχρι να θυμηθεί πάλι ότι είναι “άρρωστος”. Το θυμάται απότομα. Αμηχανία λίγων δευτερολέπτων, μετά ξανακουλουριάζεται σε εμβρυακή στάση.]

– Να σου φτιάξω ένα ζεστό;
– Τίποτα δε θέλω.
– Να σου φέρω ένα ντεπόν;
– Δε θέλω. Δε γουστάρω να παίρνω φάρμακα.
– Θα φας κάτι;
– ΕΙΜΑΙ ΧΑΛΙΑ, ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ!!
[σπαραγμός]

ντριιιιιιιν

– ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΕΙΜΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ!
– Η μάνα σου είναι.
– Δώσ’τη μου. Έλα, μάνα.
[φωνή νεκρού από τα έγκατα της γης] Καλά είμαι. Λίγο πυρετό. […] Ε, τι πόσο, έχω τι ρωτάς τώρα, έχω λέμε. […] Ναι και πόνους στα κόκαλα. […] Ναι και λαιμό. […] Και ρίγη ναι. […] Όχι δεν πήρα τίποτα. […] Καλά… […] Όχι δε θα το πάρω με άδειο στομάχι. […] Όχι μην έρθεις, καλά είμαι [σπάει η φωνή].

Ντριιιιιιιν
– Ποιος είναι πάλι, μην σου ξεφύγει πως είμαι άρρωστος!
– Ο Γιώργος είναι.
– Δωσ’τον. Έλα ρε μαλάκα. Σπίτι που να είμαι. Άρρωστος. Χάλια. Γάμησε τα, ψήνομαι. Ε τόση κούραση κάπου θα ξέσπαγε. Με βρήκε αδύναμο με θέρισε. Ποιος ξέρει πότε θα συνέλθω. Να ’σαι καλά ρε μαλάκα, ναι. Θα σου πω ρε, ναι μην ανησυχείς, θα σου πω αν είναι να με πας νοσοκομείο. Ναι ρε εννοείται θα πάω για ακτινογραφία μην είναι καμιά πνευμονία. Γάμησε τα έπρεπε να συμβεί κι αυτό. Ναι ρε, έλα τα λέμε. Ευχαριστώ, γεια.

– Θες να σε βοηθήσω να πας να ξαπλώσεις;
– Μπορώ και μόνος, μη με πλησιάζεις και πολύ και σε κολλήσω και σένα.

[Σηκώνεται αργά, και κατευθύνεται με ασταθή βηματισμό προς το υπνοδωμάτιο. Ακολουθείς. Ξαπλώνει. Τον σκεπάζεις.]

– Για φέρε μία το θερμόμετρο πάλι να δούμε τι σκορ κάναμε. [του το φέρνεις. Πας να φύγεις.] Καμιά κουβέρτα ακόμα έχουμε; Τρέμω! Μάλλον γκαζώνει ο πυρετός τώρα. [Του φέρνεις. Βγάζει το θερμόμετρο, στο δίνει να το διαβάσεις εσύ].
– 38.1
– ΠΩΩΩΩΩΩΩΩΩ… Τι να κάνω τώρα ρε πούστη μου!
– Να πιείς ένα ντεπόν.
– Τι να κλάσει το ντεπόν έτσι όπως είμαι!! Καλά, φέρε.

[του φέρνεις το ντεπόν]
– Τι είναι αυτό;
– Ντεπόν, αναβράζον.
– Δεν τη μπορώ αυτή τη μαλακία! Κανονικό δεν έχουμε; Πωωωω όλα μόνος μου ρε πρέπει!
– Το αναβράζον θα σε πιάσει πιο γρήγορα.
ΦΕΡΕ ΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΝΤΕΠΟΝ
[φωνή ΑΤΤΙΛΑ, βασιλιά των ΟΥΝΩΝ]
[του πας κανονικό ντεπόν]
– Θα με θερίσει αυτό τώρα με άδειο στομάχι.
– Να σου φέρω κάτι να φας.
– Δεν έχω όρεξη.
– Καλά.
[πας να φύγεις]
– Θα μου το σκίσει το στομάχι, είμαι που είμαι σκατά…
– Πάνω να σου φέρω 2 φρυγανιές.
– Τι φρυγανιές ρε, φαί δεν έχουμε;
– Έχουμε κεμπάπ.
– Φέρε 2, είναι μαλαχτικά.

[πας να φύγεις]
– Για φέρε άλλο ένα μαξιλάρι. [φέρνεις] Δε με βολεύει έτσι, για βάλτο έτσι. ΑΧΧΧΧΧΧ ΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΜΟΥ. Για φέρε το θερμόμετρο πάλι. Και τον υπολογιστή να δω καμιά ταινία, δε κάνει λέει να κοιμάσαι με πυρετό.
– Με μάτι δεν κάνει να κοιμάσαι, όχι με πυρετό.
– Το ίδιο είναι, μπορεί να είναι και από μάτι ο πυρετός, την είδα εγώ μια καργιόλα πως με κοίταζε στη δουλειά, αυτή με μάτιασε, πάρ’τη θεια σου να με ξεματιάσει.

[πας να φύγεις]
– Χαρτομάντηλα έχουμε; Φέρε.
[πας να φύγεις]
– Σε κουράζω μωρό μου ε; Το ξέρω. [φωνή Βασιλάκη Καΐλα εκεί που ξεψυχάει στα χέρια της κακιάς μητριάς που τον βασάνιζε και τον έβαζε να της κάνει πεντικιούρ γυμνός στο κρύο]. Μήπως το ήθελα να αρρωστήσω έτσι; Έλα δω να το πάρω αγκαλιά. ΟΧΙ ΜΗΝ ΕΡΘΕΙΣ, ΘΑ ΣΕ ΚΟΛΛΗΣΩ! Φέρε και το κινητό μου ε; Και το χειριστήριο του κλιματιστικού. Και το σταθερό. Και νερό. Και το ηλεκτρονικό τσιγάρο μου. Και το στραγάλια. Και ουίσκι με πάγο. Και τον Βασίλη Καρρά. Και 3 στρίπερς. Δε θέλω να σε κουράζω μωρό μου. Κάνε και 2 κωλοτούμπες και προσγειώσου σε πιρουέτα. ΑΑΑΑΑΧ ΨΗΝΟΜΑΙ, α ρε πούστη μου όλα σε μένα. ΟΛΑ.