Για άλλη μια φορά, η πόρτα του δωματίου ήταν κλειστή. Η επιγραφή με το σήμα της ραδιενέργειας, με τον κίτρινο κύκλο και τις γκρι “προπέλες”, την κοιτούσε κατάμουτρα και την κορόιδευε. Πόσο είχε παιδευτεί για να τη βρει, να την εκτυπώσει, να την πλαστικοποιήσει και τελικά να τη δώσει στο καμάρι της- τάχα για μια εργασία του σχολείου. Ώσπου την άλλη μέρα, αγουροξυπνημένη και αγχωμένη πριν να φύγει για τη δουλειά, είδε την ίδια ακριβώς επιγραφή κολλημένη στην πόρτα του δωματίου. Της κόρης της. Της κοπελίτσας που μόλις πριν λίγα χρόνια ήταν το μωρό της, το στολίδι της, το ζουζούνι της. Και τώρα… Τώρα είχε κολλήσει έξω από το δωμάτιο ταμπέλα «προσοχή, ραδιενέργεια. Μπαίνετε με δική σας ευθύνη.» Μα, έτσι έβλεπε τον εαυτό της;

Έκανε να χτυπήσει την πόρτα, να ζητήσει άδεια να μπει, μα το μετάνιωσε και το χέρι της έμεινε μετέωρο. Η καρδιά της έλεγε να χτυπήσει την πόρτα, το μυαλό – τι κλισέ, στ’ αλήθεια- να φύγει. Βρήκε τον εαυτό της όπως συνήθως τον τελευταίο καιρό, αναποφάσιστο. Από τη μια να θέλει να μπει στο δωμάτιο, να την πάρει μια αγκαλιά, να της δώσει ένα φιλί, να της πει δυο γλυκόλογα. Να ακούσει κι αυτή δυο γλυκόλογα, γιατί όχι; Ποιος είπε ότι μόνο τα παιδιά έχουν ανάγκη από φιλιά και αγκαλιές και όμορφες κουβέντες; Και οι γονείς το ίδιο θέλουν. Και από την άλλη να ξέρει ότι θα βρεθεί αντιμέτωπη με την αδιαφορία, εκείνο το σήκωμα των φρυδιών, εκείνο που ήθελε να πει “πάλι εδώ είσαι; ωχου πια!”. Θα βρεθεί να αντικρίζει εκείνο το προσωπάκι, το πολύτιμό της, κρυμμένο πίσω από φράντζες, και εκείνα τα μάτια “τα καστανάκια της”, μουντζουρωμένα με έντονο μαύρο μολύβι. Και τα μαλλάκια της τα μεταξένια, δεμένα σε άτσαλη κοτσίδα, μπερδεμένα μέσα στα καλώδια των ακουστικών της. Και ψύχρα, πολλή ψύχρα… Αυτά την περίμεναν.

Πήρε βαθιά ανάσα, έσφιξε τα χείλη και πήγε στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Η πρώτη γουλιά την έκαψε, δάκρυσαν τα μάτια της. Έτσι θα έλεγε σ’ όποιον την έβλεπε. Ότι την έκαψε ο καφές. Σε ποιον να πει ότι τα δάκρυα δεν ήταν από κει, πως τα μάτια της πλημμύρισαν απ’ αυτό που είχε δει χθες, ότι η καρδιά της καιγόταν, η ψυχή της φώναζε και κανείς δεν την άκουγε και το μόνο που σκεφτόταν ήταν “τι λάθος κάνω;”

Το ‘χε πει στον άντρα της αργά το βράδυ, στο σκοτάδι του δωματίου τους, να μη βλέπει ο ένας τα μάτια του άλλου, να μην τον αφήνει να δει την ντροπή που ένιωθε. Την είδε τη μικρή να φεύγει από το σχολείο με τις φίλες της, μα όχι ακριβώς. Οι φίλες της ήταν μπροστά και αυτή έτρεχε να τις προλάβει. Και κάθε που τις πλησίαζε, αυτές όλο απομακρύνονταν, όλο και την άφηναν πίσω. Λες και έτρεχαν να της ξεφύγουν, λες και την άφηναν επίτηδες πίσω. Και το παιδί της έμεινε μόνο του, πήρε με βαριά καρδιά το δρόμο για το σπίτι, σκούπισε ένα δάκρυ από το μάγουλό του. Έμεινε και η μάνα κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο, να μην τη δει η μικρή και ντροπιαστεί. Μα τα δάκρυά της δεν τα σκούπισε.

Μετά στο σπίτι έκαναν και οι δυο πως όλα ήταν καλά. Πως το παιδί είχε φίλους και πως η μάνα ήταν χαρούμενη. Μα μέσα τους έκλαιγαν και οι δυο.

Δυο πράγματα την έκαιγαν. Τι είχε κάνει λάθος και πώς να το διορθώσει. Πώς ένα παιδί δε θέλει να μοιραστεί με τη μάνα του αυτό που το βαραίνει; Και αν σ’ αυτό ήξερε την απάντηση -εφηβεία- τότε πώς νόμιζε αυτή ότι όλα ήταν καλά; Πού ήταν τόσον καιρό και δεν το ‘χε πάρει είδηση πως το παιδί της υπέφερε; Πως ήταν μόνο του, πως οι παρέες του δεν ήταν εκεί γι’ αυτό , πως είχε ανάγκη από μια αποδοχή που δεν την έβρισκε; Και αυτή τι έκανε γι’ αυτό; Ήταν εκεί για να το ταΐζει, ναι, να το ντύνει, ναι, να το σκεπάζει να μην κρυώνει, ναι. Ήταν εκεί να το βοηθήσει στα μαθηματικά, στα αγγλικά, στη μουσική, ναι, να του πάρει ρούχα και παιχνίδια, ναι. Μα πού ήταν όταν το παιδί γυρνούσε μόνο του κλαίγοντας από το σχολείο; Πού ήταν όταν το παιδί έλειπε από τις φωτογραφίες της εκδρομής; Πού ήταν όταν το παιδί ήταν μόνο του στο δωμάτιο;

Τα δάκρυα έπεφταν μέσα στο φλιτζάνι του καφέ. Με μια απότομη κίνηση το άφησε στο τραπέζι, πλησίασε με μεγάλα βήματα το δωμάτιο της κόρης της, ήρθε η σειρά της τώρα να κοροϊδέψει αυτή τη “ραδιενέργεια”. Άνοιξε την πόρτα και την αγκαλιά της διάπλατα. Ήθελαν πολλή δουλειά ακόμα, μια αγκαλιά δεν μπορούσε να τα φτιάξει όλα, μα ήταν μια αρχή.