Πλάνο πρώτο: παιδάκι με κοτσιδάκια αλαλάζoν μέσα δεκαετίας ’70:

-Μπού χου χου χου, μπού χου χου ( δις και ξανά μανά από την αρχή)
-Τι είναι παιδί μου; Γιατί σπαράζεις; Θα νομίζουν ότι σε σφάζουμε!
-Δεν ακούς μανουλίτσα; Θα τον μεθύσουνε τον Ήλιο. Σίγουρα ναι!
-Δεν είναι κακό καμάρι μου. Δεν θα του κάνουν τίποτα του ηλίου μην κλαις.
-Μα θα ναι και ο Νταούλης κι ο Ζουρνάς μαζί.
(Μου φαινόταν πολύ ύποπτοι αυτοί οι δυο… Φαινόταν από τα ονόματα τους! Υπόκοσμος! Δεν γελιόμουν εγώ!)

Δικτατορία των Συνταγματαρχών έξω, δικτατορία του ζαβού ηλίθιου παιδιού μέσα απέφευγαν τον Λοΐζο και μετά το ’74 οι κατακαημένοι γονείς!

Αναρωτιόταν οι δόλιοι τι λάθος είχαν κάνει με το δεύτερο κατά σειρά και μοναδικό θηλυκό τους τέκνο! Κατά βάθος είμαι περήφανη που τους ξεγέλασα πως ήμουν ένα πανέξυπνο χαριτωμένο κοριτσάκι! Η ιστορία με δικαίωσε όταν ο Φόρεστ Γκαμπ σάρωσε τα Όσκαρ!

Μετά ασχολήθηκα με το νέο κύμα!

-Μαμαααα. Γιατί η αγάπη που είναι παντού στην καρδιά μας και στην ματιά μας τρώει τα χείλη του αηδονιού; Έχει το αηδόνι χείλη; Δεν έχει ράμφος; (ήμουν και διαβαστερό το ηλίθιο)

-Τρώει το νου! Τρώει το νου κοριτσάκι μου (καραμούζα, μου χεις φάει τ άντερα με τις ερωτήσεις σου)

Μετά με το ελαφρολαϊκό:

-Μαμααααα! Τι επάγγελμα είναι ο ταγιονόρος; Είναι σαν το σερβιτόρος;το ταλιαδόρος; το τσιλιαδόρος; το τορναδόρος;
-Τι λες παιδί μου;
-Το λέει ο Μητσιάς μανούλα. Τώρα οδοιπόρος, τραβάω για ταγιονόρος!
-Το Άγιον Όρος παιδί μου! Το Άγιον Όρος!
(πού να το τρέξω να σκάσει; να το πάω λογοθεραπεία; να του κάνω ενα ακουόραμα μπας και δεν πιάνει όλους τους ήχους; να φωνάξω τον παπα-Νικόλα για ένα ευχέλαιο;)

Τελικά προχώρησαν στα δυο από τα τρία, τη λογοθεραπεία την γλύτωσα!

Όταν η τηλεόραση μπήκε στη ζωή μας, έβλεπα κι εγώ σαν όλα τα παιδάκια τα κινούμενα σχέδια. Ανάμεσα σ’ αυτά τον Σπορ Μπίλλυ, που ήταν ήρωας απ’ άλλο πλανήτη, σε μυστική αποστολή κομήτης… Το θυμάσαι; Πού να το θυμάσαι δόλιο παιδί; Εγώ είμαι γερόντισσα (κάνε μια φέρε μου την μαγκούρα να σηκωθώ α, γεια σου την ευκή μου να χεις) Τώρα ή ο Λάκη Τζορντανέλλι δεν το άρθρωνε καλά ή το γνωστό μου ακουστικό πρόβλημα χτύπησε και πάλι και το «κομήτης» το άκουγα «κοπρίτης». Κι όχι μόνο! Περήφανα το τραγουδούσα και στην αυλή του σχολείου, μέχρι που μία δασκάλα με φώναξε και μου έχωσε μια σφαλιάρα (η μόνη που έχω αρπάξει στη σχολική μου καριέρα) γιατί έλεγα λέει κακά λόγια. Στρίγγλα, κακιασμένη, σκυλί της κολάσεως!

Τώρα ή τα χρόνια πέρασαν κι ωρίμασα (χα χα χα να είμαι καλά, με έκανα και γέλασα) ή το ευχέλαιο έπιασε και τούδε και στο εξής οι μελέτες μου είχαν να κάνουν περισσότερο με το βαθύτερο νόημα των στίχων.

Ας πούμε καταλάβαινα πως θα τον ξανάβρει στους μπαξέδες, τρείς του Σεπτέμβρη να περνά, αλλά τσιμουδιά στους καφενέδες, τα παλικάρια να κερνά. Προφανώς, δηλαδή δε θα κέρναγε όλους τους θαμώνες στους καφενέδες, γιατί θα ξεπαραδιαζόταν, μόνο τα παλικάρια άρα ήταν μυστικό, άρα τσιμουδιά! Ο συλλογισμός ήταν δικός μου, η ερμηνεία ήταν απλή, δεν ρώτησα κανέναν, κάτι κλώτσαγε βέβαια μέσα μου αλλά θα κλώτσαγε και η μάνα μου έξω μου με τα «γιατί» και το άφησα έτσι. Αργότερα έμαθα για ένα ποτό που το λένε τσικουδιά. Το συνδύασα κατόπιν!

Πάντα υπήρχαν βέβαια άγνωστες λέξεις όπως τα «ζαβαρακατρανέμια», η «Φάτα Μοργκάνα» και πολλές απορίες όπως γιατί εξόργιζε τόσο πολύ τους κατοίκους της Κοκκινιάς το κρεμεζί πουκάμισο του παιδιού απ΄ την Ανάβυσσο. Γελάς; Κι εγώ θα γελούσα αν είχα google το ’80.

Η αναζήτηση σε αναπάντητα ερωτήματα που έκρυβαν τα λόγια των τραγουδιών συνεχίστηκε αμείωτη κι εντατικοποιήθηκε μάλιστα ακόμα περισσότερο όταν ο αδελφός μου έφερε μέσα στο σπίτι Μουσικές Ταξιαρχίες, Το φορτηγό του Σαββόπουλου και Παπακωνσταντίνου.

Να σου πω την αλήθεια, ακόμα ψάχνω μετά από τόσα χρόνια ποιος φώναξε τον Βασίλη Σεμπάστιαν και γιατί τον τάραξε τόσο πολύ.