Τα μαλλιά του λαμπυρίζουν.
Μία αφάνα γεμάτη γκλίτερ, κουνιέται πέρα δώθε καθώς γελάει με τα αστεία της παρέας του. Πιάνω τον zippo, τον ανάβω, η φλόγα με καίει, τον κλείνω.
«Δεν είναι για τα δόντια σου ο Ρέι, αγάπη μου».
Η φωνή του Μιχάλη, από την απογευματινή κουβέντα μας στο skype, κουδουνίζει ακόμα στ’ αυτιά μου. Ανοίγω πάλι το zippo, αφήνω τη φλόγα να με κάψει παραπάνω, μορφάζω, ο Ρέι γελάει κι η πόρτα του κλαμπ ανοίγει. Μπαίνει μέσα.
«Τότε να βάλω μασέλα, ρε συ Μιχάλη, γιατί κανένας δεν είναι για τα δόντια μου».
Κι ο Μιχάλης γέλασε. Τόσα ξέρει κι αυτός. Εκεί, στην Ελλάδα, θα ήταν όλα πιο εύκολα. Ωμά, αληθινά, ενοχικά.
Κλείνω το zippo και τον βάζω στην τσέπη. Περνάω τον δρόμο, χαμογελάω αμήχανα στον πορτιέρη, με σκανάρει με το βλέμμα του.
«Alone?» με ρωτάει λες και θα βγάλω κόσμο από το μαγικό μου καπέλο.
Γνέφω. Κοιτάει πίσω από τον ώμο μου. Μου ζητάει να γυρίσω, το κάνω. Τον ακούω να μουρμουρίζει με ευχαρίστηση.
«One free shot from me. Meet me in the back», μου λέει κι ανοίγει την πόρτα. Σκύβω το κεφάλι και μπαίνω μέσα.
Η μουσική εισβάλλει με βία στ’ αυτιά μου. Την απεχθάνομαι. Είναι όμως το μοναδικό μαγαζί που μπορώ να βρω αυτό που θέλω.

Κατεβαίνω τις σκάλες και απλώνω το βλέμμα μου στον χώρο. Δεκάδες χέρια κουνιούνται ρυθμικά, απλωμένα προς το ταβάνι, ζητώντας συγχώρεση για τις αμαρτίες τους. Ψάχνω την παρέα του Ρέι. Δεν φαίνεται πουθενά. Σπρώχνω γυρισμένες πλάτες, αποχαυνωμένα πρόσωπα, κάποιοι με χουφτώνουν, δεν δίνω σημασία. Σ’ αυτόν τον χώρο επιτρέπονται τα πάντα κι απαγορεύονται τα πάντα. Φτάνω στο πίσω μπαρ και φωνάζω τον μπάρμαν.
«Have you seen Ray?» ουρλιάζω να ακουστώ πάνω από την εκκωφαντική μουσική.
Με κοιτάει. Χαμογελάει. Κατεβάζει περισσότερο το στράπλες δερμάτινό του και σκύβει στην μπάρα.
«And if I tell you… what’s in for me?»
Ξεροβήχω. Κάθε πληροφορία εδώ θέλει κι αντάλλαγμα, λες και παζαρεύω με μαφιόζους για τη ζωή μου. Ανταποδίδω το χαμόγελο και του απαντάω στο αυτί. Μου σκάει μία δαγκωματιά στον λαιμό και γλύφει τα χείλη του. Μου δείχνει στον υπερυψωμένο καναπέ, στην άλλη πλευρά του μαγαζιού.
«Don’t forget me, bitch. I mean it», μου φωνάζει. Ξεροκαταπίνω.

Η μουσική αλλάζει σε πιο χαλαρό, ο κόσμος αγκαλιάζεται, τώρα είναι η στιγμή που θα χαθεί κάθε έλεγχος. Η παρέα του Ρέι έχει αράξει στον καναπέ και χαζεύει τον κόσμο. Ο ίδιος, απόλυτος άρχοντας του μέρους, έχει το ένα του χέρι χωμένο ανάμεσα στα πόδια του διπλανού του όσο εκείνος τον φιλάει στον λαιμό. Σφίγγω τις γροθιές μου. Η μία θέλω να σκάσει στα αρχίδια του τύπου κι η δεύτερη στο υπέροχο χαμόγελο του Ρέι.
Χαλαρώνω. Ανοιγοκλείνω τον zippo. Τον πλησιάζω, με παίρνει χαμπάρι, σταματάει το τρίψιμο και σκαλώνει πάνω μου. Τρέμω.
Ένα απότομο χέρι στον ώμο με κάνει να γυρίσω. Ο πορτιέρης. Κρατάει ένα σφηνάκι σε κάθε χέρι.
«Time for our shots, babe. Cheers», μου λέει και μου δίνει το σφηνάκι. Κοιτάω πίσω, ο Ρέι με αγνοεί πλέον, πίνω το σφηνάκι μονορούφι. Το χέρι του πορτιέρη αρπάζει το πουκάμισό μου.
«Let’s dance», μου λέει και με παίρνει αγκαζέ. Με σέρνει κυριολεκτικά στη σκηνή, προσπαθώ να ξεφύγω, με κρατάει σφιχτά. Έχω ξεφύγει πολλές φορές στο παρελθόν, τώρα δεν την γλυτώνω. Ψάχνω τον Ρέι, ψάχνω την έξοδο, θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Το τραγούδι αλλάζει, μπαίνει κάτι πιο γρήγορο, ο πορτιέρης τρίβεται πάνω μου.
Κλείνω τα μάτια. Προσπαθώ να φέρω εικόνες από το περσινό καλοκαίρι, δύο γυμνά κορμιά ξαπλωμένα στην άμμο, το κύμα να γαργαλάει τα πόδια μας, ο ήλιος να μας τυφλώνει.
Δουλεύει.
Δουλεύει.
Δε Δουλεύει.
«What’s wrong, bitch? You don’t like me?»
Ένα ταρακούνημα του πορτιέρη με επαναφέρει. Έχει αγριέψει. Κολλάει το πρόσωπό του πάνω μου, τραβιέμαι, μου χώνει χαστούκι. Πέφτω κάτω και τον ακούω να λύνει τη ζώνη του.
Βγάζω τον zippo, τον ανάβω και του το πετάω στη μούρη. Ουρλιάζει.

Τρέχω μακριά από τη σκηνή, ένα χέρι με αρπάζει, είναι ο Ρέι, με οδηγεί προς τα πίσω, περνάμε μέσα από μία κουρτίνα, βγαίνουμε στην αποθήκη κι από εκεί σε μία σκάλα που οδηγεί έξω.
«Nowhere to run, love».
Ο μπάρμαν στέκεται πίσω μας. Πάω να μιλήσω και βγαίνει ο Ρέι μπροστά. Τον πλησιάζει. Απόλυτα ήρεμος, ο μπαρμαν δεν απαντάει, χαμογελάει, ο Ρέι το ίδιο, ο μπάρμαν χαμογελάει ακόμα κι όταν τρώει το μπουνίδι στα πλευρά.
«Go back to your drinks, bitch», του λέει ο Ρέι κι εκείνος σέρνεται προς τα πίσω.
«Thank-»
«Shut the fuck up», μου λέει και με οδηγεί έξω. Ο αέρας με δροσίζει, μου δίνει ανάσες, το μάγουλό μου έχει μουδιάσει από το χαστούκι.
Με κοιτάει, βγάζει τσιγάρο, πάω να του ανάψω αλλά θυμάμαι ότι ο zippo στολίζει το πρόσωπο του πορτιέρη. Του μιλάω. Του εξομολογούμαι τον έρωτά μου. Σαν ηλίθιος έφηβος.
Δεν απαντάει. Παίρνει δύο βαθιές τζούρες, απλώνει το χέρι του και με χαϊδεύει στο χτύπημα.
«George, you’ re such a fool».
Με γραπώνει και με φιλάει. Τα χέρια μου κρέμονται, τα γόνατά μου λύνονται.
Μου δίνει το τηλέφωνό του. Το γκλίτερ στα μαλλιά του λαμπυρίζει ακόμη.

Ο ήλιος όπου να ναι θα χαράξει. Οι δρόμοι είναι άδειοι.
Κι εγώ το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι ήθελα τόσο πολύ να του ανάψω το τσιγάρο.

 

Τζόναθαν Σάιρους