Σε θυμάμαι με μια σαραβαλιασμένη κιθάρα στα χέρια, με σαραβαλιασμένες και σκουριασμένες χορδές, πού ‘χαν πάρει ένα πράσινο χρώμα. Η οξείδωση του χαλκού, απ’ τον ιδρώτα και τη νεκρή σάρκα που άφηνες πάνω τους τα βράδια, τις έκανε να φαντάζουν περισσότερο βρώμικες απ’ το μέσα σου. Ξημεροβραδιαζόσουν, νομίζω, κάπου μεταξύ σταθμού και νεκροταφείου, έπιανες και καθόσουν όπου έβρισκες, μα παγκάκι ήτανε αυτό, μα πεζούλι, μα σκαλιά. Έπαιζες αρπίσματα μυστήρια και κλίμακες εξωτικές, έχοντας για παρέα, μια τετράδα φτηνές μπύρες.

Στις αρχές φόρτωνες κουτάκια αλουμινένια, τα πιο φτηνά που έβρισκες. Ξανθιές, μελαχρινές, φιλτραρισμένες κι αφιλτράριστες. Ύστερα το γύρισες στο γυάλινο και το εγχώριο. Κρατούσες τα καπάκια, τα ‘κοβες σε σχήμα πένας, όταν έθαβες το μέσα σου στο σπίτι. Ένα σκασμό είχες από δαύτα και πάλι, δεν σου έφταναν.

Τη φωνή σου, νομίζω, την είχα ακούσει, σε μια ξέμπαρκη φάση, μακριά απ’ τα λημέρια σου. Είχες αράξει με μια παρέα αλάνια, την είχες παροπλίσει την κιθάρα, σου ‘λειπε η ρε. Γύριζε το τσιγάρο, μα δεν τ’ άγγιζες. Την φοιτητοφάση την είχες προ πολλού περάσει και δεν σ’ ενδιέφερε. Το κομμάτι σου, μόνο, ήθελες να κάνεις· μέχρι εκεί κι όχι παραπέρα. Κάποιος πάσαρε την κιθάρα του ή του την βούτηξες εσύ; Δεν θυμάμαι πια, ήταν πολύ θολό εκείνο το βράδυ.

Το λαϊκό, να σου πω την αμαρτία μου, δεν σου το ‘χα. Το ποιοτικό λαϊκό. Βαριά φωνή, ασυνήθιστη, με γρέζι φυσικό. Έπιασες Βιτάλη, μαζεύτηκε κόσμος, έβγαλες δύο ημερών μπύρες. Κάποιος πέταξε κάτω το μπερεδάκι του, όταν άρχισαν να κοντοστέκονται μπροστά σου οι περαστικοί. Φάση περνούσα κι εγώ τότε, είχα τα δικά μου, πέταξα το τσιγάρο και την κοπάνησα απ’ την παρέα μου. Απροσάρμοστος όπως πάντα. Μικρή υπόκλιση, τυπικό και ψεύτικο χειροκρότημα. Μουδιασμένοι ήταν οι βραχίονες, κούτσουρα τα δάχτυλα. Μου την πάσαρες με ύφος και ντεμέκ δικαιολογία – «να ξεδιψάσω λίγο».
Κάτι έπιασα να παίζω, αλλά δεν τραβούσε. Το γύρισα στο γνωστό. Συζητούσαν τ’ αλάνια για μια σειρά, έπιασα να παίζω κάτι απ’ το βρώμικο soundtrack της. Ένας άρχισε το beatboxing· φοβερός πιτσιρικάς που πατούσε ακριβώς πάνω στο ρυθμό. Άλλος άρχισε να τραγουδάει φάλτσα. Ένας τρίτος έκλεισε τα μάτια κι έπεσε ανάσκελα στο γκαζόν. Εσύ σιγομουρμούριζες και κρυφογελούσες κι είκοσι μέτρα παρακείθε, τα δικά μου τα καρντάσια, έβαζαν στοιχήματα για την έκβαση εκείνης της βραδιάς.
«Το ‘χεις» μου είχες πει, όταν τελείωσα με το δικό μου κομμάτι και σου γύρισα πίσω τ’ όργανο.
«Τα κάκαλα μ’ έχω» απάντησα με στόμφο, ανάβοντας τσιγάρο.
«Πες ακόμα ένα».
«Έλα, θείο, πιάσε ακόμα ένα!» πέταξε ένας απ’ τους πιτσιρικάδες. Κάγχασα πικρά. Πότε έγινα θείος και γιατί; Να έφταιγαν οι γκρίζες τούφες στα μαλλιά και τα γένια, η στραβωμάρα μου, το ότι ψιλοκαμπούριαζα ή οι ρυτίδες; Τα σαράντα εννιά έφταιγαν και η πορεία που ‘χα διαγράψει στη ζωή μου. Ο μεγαλύτερος της παρέας, θα ‘ταν μια ηλικία με την κόρη μου. Εσύ ίσα που ‘χες καβατζάρει τα είκοσι έξι.
«Τον θείο, τον λένε Χρήστο» έκανα, γελώντας δυνατά.
«Μαστρο-Χρήστο; Άσε, ρε, τα πιτσιρίκια!» άκουσα κάποιον απ’ την παρέα να φωνάζει. Ο Τζίμης, ο Χαμαλιάν, πενήντα φεύγα πια.
Γύρισαν μερικοί και τον κοίταξαν, ήταν φίρμα στην πόλη. «Βγήκαν τα ΚΑΠΗ παγανιά» κάγχασα, πριν ξαναπάρω την κιθάρα στα χέρια.
[…]

Χάραζε. Έσπασαν οι παρέες, άλλοι μεθυσμένοι κι άλλοι νηφάλιοι, άλλοι γελώντας κι άλλοι σβαρνίζοντας, μαζί τους, την θλίψη τους. Χρόνια είχα να το κάνω αυτό, χρόνια ολάκερα. Μισή ζωή πιο πριν, χαράμιζα τις χαραυγές για μια γυναίκα και ένα αυτοκίνητο. Ύστερα τις αφιέρωνα στο χαμόγελο ενός μικρού παιδιού, στο βράσιμο του γάλατος και στις πάνες. Μετά, κάπου το χάσαμε, ποτέ δεν κατάλαβα πού.

Προλάβαμε την τελευταία κάβα, πήραμε φτηνό κρασί, ανεβήκαμε στο λόφο για ν’ αγναντέψουμε την πόλη, δίχως να μας νοιάζουν τα βαριά σύννεφα που είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται στον ουρανό. Κι εκεί, σ’ ένα πέτρινο πεζούλι, με πιάτο όλη την πόλη, μακριά απ’ τα λημέρια μας, άκουσες την ιστορία. Μια ακόμη ιστορία που δεν είχε κανένα άλλο σκοπό, παρά το να ειπωθεί. Θυμάμαι ακόμη τα λόγια σου.

«Έπρεπε η ζωή μου να γκρεμιστεί, για να χτιστεί απ’ την αρχή».
«Βαθύ».
«Κλεμμένο».
«Κλεμμένο;»
«Terror-X-Crew».

«Κάτι τέτοιες μαλακίες ακούει κι η κόρη μου. Χεπ-Χαπ» έκανα, κοροϊδευτικά, ίσα για να γελάσεις.
«Πόσο είναι οι κόρες σου, Χρήστο;»
«Είκοσι τέσσερα η μεγάλη. Είκοσι ένα η μεσαία και δεκαεννιά η μικρή».
«Θα μπορούσαμε να γίνουμε και φιλενάδες».
«Θα μπορούσατε να σπουδάζετε μαζί».
«Είσαι χαζός, μωρέ θείο»
μου ‘χες απαντήσει, μ’ έναν απίστευτα γλυκό και μυστηριώδη τόνο.
«Και χαζός και θείος…»

[…]

Ένα χρόνο μετά, στα γράφω όλα αυτά, έστω και λίγο ανορθόγραφα, γιατί «τελειώσανε τα προσωρινά και τα περίεργα» πού ‘πε κι ο κουμπάρος μου. Γιατί εξανεμίστηκε και εξαϋλώθηκε η στρεβλή εντύπωση που είχα για το τι εστί αγάπη. Αγάπη είναι το να δίνεις και το να παίρνεις, το να γελάς και το να θλίβεσαι, το να μην αναλώνεσαι σε παρελθόντα, σε υποθέσεις, σε καυγάδες, μούτρα και παιδιαρίσματα. Αγάπη είναι το να μιλάς, για όσα έχεις στο μυαλό σου, για όσα έγιναν στη μέρα σου ακόμη κι αν φοβάσαι ότι θα παρεξηγηθείς, ακόμη κι αν, όντως, παρεξηγηθείς.
Αγάπη είναι το να τρώω το νύχι μου, σκαλίζοντας και σβήνοντας λέξεις στο χαρτί, προσπαθώντας να σου πω ότι δεν είμαι έτοιμος για το επόμενο βήμα. Αγάπη είναι το να μην φεύγεις, το να μην ξεχνάς, το να ονειρεύεσαι και το να μετατρέπεις τους εφιάλτες σου σε παραμύθια. Αγάπη, ακόμη, είναι, το να ‘σαι θείος, με μια ζωή γεμάτη και μισοτελειωμένη και να σκέφτεσαι να την ξαναρχίσεις απ’ την αρχή. Αγάπη είναι το να βάλω τα ρούχα που μισώ, να περιμένω, έξω απ’ την εκκλησία για να μου χώσουν την καρφίτσα στο πέτο, να ανυπομονώ να σε δω, από μακριά, μέσα σε κάτι που θα φορέσεις για μία, και, ελπίζω, μοναδική, φορά.
Αγάπη και οι εκπλήξεις, που τόσο πολύ λατρεύεις, που τόσο πολύ μισώ. Στο πρώτο σου συρτάρι το έκρυψα το δαχτυλίδι. Την ερώτηση δεν χρειάζεται να σου την κάνω, νομίζω πως την έχεις ήδη καταλάβει.
Υ.Γ.: Μη μ’ αφήσεις να κοιμηθώ πολύ. Πρέπει να καθαρίσουμε και το ρημαδόσπιτο. Σ’ αγαπάω.

 

*Ρεπρίζ: Οι επιδόσεις εν κινήσει