Πέμπτη βράδυ κατεβαίνεις την Κηφισίας πατημένη.

Έχεις πιει και 2-3 southern comfort με την κολλητή σου, κι έχεις ήδη κάνει κεφαλάκι. Η κολλητή μένει στο μαγαζί επειδή έσκασε μύτη ο γκόμενος, εσύ φεύγεις – ο τύπος είναι εμετικός, δεν τον παλεύεις…

Το τιμόνι στιβαρό, ζόρικη η ρόδα σου.Βάζεις 5η και κοιτιέσαι στον καθρέφτη. Είσαι καλή. Ποοοολύ καλή!

Μισοκλείνεις τα μάτια και πατάς γκάζι με ύφος μπλαζέ, πιο Ρίτα Χέιγουορθ πεθαίνεις. Στο ράδιο σου κάνει αβάντα η Nina Simone “I put a spell on you”. Ανατριχιάζεις. Δεν καπνίζεις αλλά η φάση απαιτεί καπνό. Σταματάς στο περίπτερο, κοιτάς τα πακέτα, το silk cut μπλε σου χτυπάει καλά στο μάτι.Το αγοράζεις.

Ο κυριούλης στο περίπτερο σε κοιτάει λάγνα, ΞΕΡΕΙΣ ότι γουστάρει, χαμογελάς ειρωνικά “έλα τώρα έλεος” τύπου.

Πετάς το πορτοφόλι στην τσάντα, το πακέτο στο χέρι, ψάχνεις το κλειδί το αυτοκινήτου. Ακούς κορναρίσματα από αυτοκίνητα, λίγο ενοχλείσαι, λίγο κολακεύεσαι “μη δουν ρε παιδί μου γυναίκα μόνη στο δρόμο, λυσσάνε!!” σκέφτεσαι κ μπαίνεις στο αμάξι σου, μπλαζέ mode restored…

Βάζεις το κλειδί στη μίζα, ανοίγει το ράδιο OH MY GOD! Lana Del Rey “Blue Jeans”!

https://www.youtube.com/watch?v=JRWox-i6aAk

Ανάβεις το τσιγάρο με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου, δεν το έχεις ξανακάνει ποτέ, όμως κοιτάς στον καθρέφτη, σου πάει, ΣΕ ΘΕΛΕΙ…
Φυσάς τον καπνό, λίγο λάθος, λίγο προς τα πάνω… Δακρύζει το μάτι, δεν πειράζει, είναι έντονη βραδιά απόψε, δικαιολογεί το υγρό βλέμμα κι ας έχει ξεφύγει μάσκαρα.

Βάζεις πρώτη, ξεκινάς. Tσιγάρο στο αριστερό χέρι, οδηγείς κ το κοιτάς. Πρωταγωνιστείς απόψε!

Δεν προλαβαίνεις να αναπτύξεις ταχύτητα, φανάρι Κηφισίας. Είσαι δεξιά, κόβεις και σταματάς για να στρίψεις Αλεξάνδρας.

Και τότε συμβαίνει.
Σταματάει πλάι σου. Αριστερά
Πολλά άτομα στο αυτοκίνητο, αλλά εσύ κολλάς σ’ Αυτόν.

Και ο χρόνος σταματά.

Στο πρόσωπο του.
Στο σκοτάδι με τα φώτα της λεωφόρου δεν μπορείς να διακρίνεις πολλά.
Εκτός από το βλέμμα.
Που σε καρφώνει. Που τονίζεται από ένα σαρκαστικό χαμόγελο φτιαγμένο από κολασμένα χείλη. Ένα σημάδι κάτω από το αριστερό μάτι του, σίγουρα παλιά ράμματα, διακρινόταν από μακριά σαν μικρή ουλή από δάκρυα.
Είναι απίστευτα όμορφος.

Μέσα σε νανοσεκόντς, τον φαντάζεσαι να δακρύζει για πάρτη σου. Το σκοτεινό χαμόγελό του να γίνεται λυγμός για σένα. Που τον στράγγιξες.ΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΣΕΣ. Τον άφησες να ματώνει στην ανάμνηση εκείνου του χεριού σου, που κρατάει το τσιγάρο. Η φυγή σου τον άφησε λυγισμένο, “σπασμένο”, μισό άνθρωπο. Ποτέ, καμιά δεν θα είσαι ΕΣΥ για εκείνον! (Ήχος από γόβες, που σβήνει καθώς απομακρύνονται. Αδιάφορες. Φονικές. Άτεγκτες.)

Πόση ώρα πέρασε; Πόση ώρα τον κοιτάς και νιώθεις τους παλμούς σου να καλπάζουν; μία ώρα, δέκα μέρες; 2 δευτερόλεπτα;

Η Λάνα κορυφώνει, το τραγούδι σβήνει στις τελευταίες νότες του, εσύ σφίγγεις το τιμόνι ελαφρώς ερεθισμένη, το φανάρι ανάβει πράσινο, τα αυτοκίνητα από πίσω να κορνάρουν μανιασμένα και αυτός…

ΓΕΛΑΕΙ, κοιτώντας σε και ΦΩΝΑΖΕΙ πριν γκαζώσει κι εξαφανιστεί στην Βασιλίσσης Σοφίας, ενώ οι κάφροι φίλοι σε έκραζαν:

“THN TΣΑΝΤΑ ΣΟΥ ΖΩΟΟΟΟΟΟ! ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΞΕΧΑΣΕΙ ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ! ΜΟΥ ΘΕΣ Κ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ, ΜΩΡΗ ΜΠΑΖΟΛΑ!! ΟΥΥΥΥ ΣΑΥΡΑ!”

Στρίβεις δεξιά, Αλεξάνδρας. Βγάζεις αλάρμ, κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο.
Παίρνεις την τσάντα, ξαναμπαίνεις στο αυτοκίνητο.
Κλαις.

Πιο Ρίτα Χέιγουορθ, πεθαίνεις.

 

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα