Ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπο της, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσει. Όχι αυτή την φορά. Καθώς βαριανάσαινε στην απότομη αυτή ανηφόρα, που ούτε καν έβλεπε ακόμα την κορυφή της, παρέα της είχε όλες τις στιγμές που την οδηγούσαν εκεί. Εκεί… που δεν είχε ξαναπάει ποτέ! Φοβόταν λίγο, τόσα είχε ακούσει. Μα, έπρεπε να προχωρήσει.


Ανέκαθεν ένιωθε πως δεν ταίριαζε στην οικογένεια της. Δεν είναι πως δεν την αγαπούσαν, δεν είναι πως της χάλασαν ποτέ χατίρι, το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Η μαμά της και ο μπαμπάς της, την είχαν τόσο χαϊδεμένη που πολλές φορές οι αγκαλιές τους ένιωθε πως την έπνιγαν. Από μικρούλα μυριζόταν τον φόβο τους στις αγκαλιές τους. Δεν ήταν όμοιες με εκείνες που έκαναν στα αδέλφια της, κι ας μην το ξεχώριζαν οι τρίτοι. Σε κάθε στοργικό φιλί, σε κάθε γλυκιά καληνύχτα πριν την σκεπάσουν, άκουγε έναν ψίθυρο:»μην φύγεις, εδώ ανήκεις». Μεγάλωνε και προσπαθούσε να διώξει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της και σε κάθε συζήτηση που έκανε με τις φίλες της για το θέμα, το συμπέρασμα ήταν πάντα το ίδιο…πως ήταν υπερβολική και δεν υπήρχε τίποτα μα τίποτα παράξενο στην συμπεριφορά των γονιών της.

Στα 18 της είχε μια περιπέτεια υγείας και στο νοσοκομείο οι γιατροί ζήτησαν παραπάνω λεπτομέρειες από το συνηθισμένο ιστορικό της. Δεν θα ξεχάσει ποτέ την αμηχανία που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της μητέρας της και τον τρόπο που κοιτάχτηκαν με τον πατέρα της, πριν αποφύγουν όσο διακριτικά γινόταν να απαντήσουν στους γιατρούς. Δεν άργησε με την επιστροφή της στο σπίτι να σκαλίσει συρτάρια και ντουλάπες, για να βρει αυτό που την οδηγούσε στον συγκεκριμένο δρόμο σήμερα.

Το χαμόγελο των γονιών της κόπηκε απότομα όταν τους αντιμετώπισε με απλές εξετάσεις τους που βρήκε στα συρτάρια. Δεν υπήρχε συνδυασμός των ομάδων αίματος τους που θα μπορούσε να της προσφέρει την δική της ομάδα αίματος. Τρία χαρτιά όλα και όλα, οι δικές της πρόσφατες εξετάσεις, και δυο παλιότερες των γονιών της σε συνδυασμό με μια απλή αναζήτηση στο google, ήταν η απάντηση σε όσα αισθανόταν όλα τα χρόνια της στην γη.

Δεν ξέρει ποιος έκλαψε περισσότερο εκείνη την ημέρα και γιατί. Η μαμά της, που αναγκάστηκε να πει επιτέλους την αλήθεια κι έτρεμε μήπως ήρθε η στιγμή που φοβόταν πάντα; ο μπαμπάς της, που την φιλούσε συνεχώς στο μέτωπο και με δάκρυα στα μάτια της έλεγε πως τα χαρτιά δεν σημαίνουν τίποτα και πως πάντα ήταν, είναι, και θα είναι η κορούλα του; ή μήπως η ίδια, που δεν ήξερε τι να πρωτονιώσει; ανακούφιση που τελικά όλα αυτά που ένιωθε βρήκαν την απάντηση τους, θυμό που της έκρυψαν την αλήθεια, αγάπη γι’ αυτούς τους ανθρώπους που της πρόσφεραν τα πάντα χωρίς να ζητήσουν ποτέ αντάλλαγμα;

Το μόνο σίγουρο ήταν πως πλέον θα άκουγε το ένστικτο της και δεν θα το αμφισβητούσε ποτέ ξανά. Είχε ανάγκη να μάθει πως βρέθηκε σε αυτήν την οικογένεια και τίποτα πια δεν θα την σταματούσε. Δεν ήταν πως ήθελε να φύγει από τους ανθρώπους που την λάτρεψαν, που την μεγάλωσαν. Μια βαθύτερη ανάγκη ήταν αυτή που την έκανε να θέλει να βρει τις ρίζες της.

Η υιοθεσία της δεν ήταν συνηθισμένη. Οι γονείς της δεν έψαχναν σε κάποιο ίδρυμα για να προσθέσουν νέο μέλος στην οικογένεια τους, παιδιά είχαν ήδη. Ο μπαμπάς της αστυνομικός στο επάγγελμα έτυχε σε μια νυχτερινή βάρδια να ξεγεννήσει μια νεαρή κοπέλα που δεν μπορούσε να συντηρήσει, να μεγαλώσει να κρατήσει ακόμα ένα μωρό. Τον παρακάλεσε μόνο όπως μια απελπισμένη μάνα μπορεί, του φίλησε τα χέρια, έπεσε στα πόδια του να πάρει το νεογέννητο κοριτσάκι της για να του εξασφαλίσει, στέγη, τροφή , μόρφωση, και όλα όσα χρειάζεται ένα ανθρωπάκι για να μεγαλώσει σωστά. Το βράδυ της γέννησης της, ένας λώρος κόπηκε και ένας νέος, νοητός, δημιουργήθηκε. Δεν ήταν εύκολη υιοθεσία, μα έγινε.

Τις σκέψεις της διέκοψαν δυνατές φωνές, δυνατές μουσικές, παιδικά κλάμματα, σκυλιά. Το στόμα της στέγνωσε μόλις συνειδητοποίησε πως ήταν μόλις λίγα μέτρα μακριά από τον προορισμό της. Πήρε βαθιά ανάσα και δάγκωσε αμήχανα τα χείλη της. Η καρδιά της χτυπούσε, έτοιμη να σπάσει σε κάθε βήμα που έκανε. Στην κορυφή πλέον δεν ήξερε αν αυτό ήταν η αλήθεια που έψαχνε ή η αλήθεια που δεν ήθελε τελικά να μάθει ποτέ. Τα μάτια της δάκρυσαν στο θέαμα που αντίκρισαν. Το παρελθόν της στεκόταν μπροστά της. Τίναξε τα πλούσια, υπέροχα μαύρα μαλλιά της πίσω και πέρασε την είσοδο του καταυλισμού…