Σα μια κουταλιά γλυκό τριαντάφυλλο , μέσα στο πορσελάνινο πιατάκι με τη χρυσή μπορντούρα γύρω γύρω , μέσα στον ασημένιο δίσκο, παρέα με ένα ποτήρι δροσερό νερό , σερβιρισμένο στο τραπέζι της αυλής , ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα.
Σα μια βόλτα με τα ποδήλατα στον πεζόδρομο της παραλίας με τον ήλιο να χαϊδεύει τα εφηβικά πρόσωπα και το ζεστό αέρα να γλιστράει στους γυμνούς ώμους .
Σαν ξένοιαστο παιχνίδι με τα κύματα στην αφρισμένη θάλασσα των παιδικών μας διακοπών .
Σαν λουκούμι δίπλα στο μπρίκι με τον ελληνικό καφέ στην πλατεία του χωριού, δίπλα στο γουργούρισμα του ρυακιού , κάτω απ τα γέρικα πλατάνια.
Σαν ένα φρεσκοκομμένο τσαμπί σταφύλι μετά το μουσακά και τη ντοματοσαλάτα της γιαγιάς .
Σαν τα δάχτυλα που βυθίζονται στη ζεστή , χρυσαφένια άμμο ενός ελληνικού νησιού.
Σα μια φέτα καρπούζι που στάζει γλύκα στο σαγόνι του ξυπόλυτου παιδιού στις πλάκες της αυλής .
Σαν το γεμάτο φεγγάρι που ανατέλλει λουσμένο στο ασήμι της αυγουστιάτικης θάλασσας.
Σαν παλιά ταινία στην οθόνη θερινού σινεμά , με το γιασεμί και το νυχτολούλουδο να ξυπνάνε φιλιά.
Σαν αέρινο λευκό φουστάνι που χαϊδεύει κοριτσίστικα πόδια που χορεύουν ακούραστα στη μουσική της λύρας σε πανηγύρι.

Σα λευκό πουκάμισο που κρύβει λιγωμένους αναστεναγμούς και σκεπάζει ανήσυχες καρδιές.
Σα μπουμπούκι αγριοτριαντάφυλλο που ανθίζει τολμηρό μέσα στα αγριόχορτα, σα να φωνάζει: ” μύρισε με ‘ ‘.
Σα βότσαλο που μαζεύτηκε από την παραλία την τελευταία μέρα των διακοπών και ζωγραφίστηκε με μπλε και κόκκινη τέμπερα για να διώχνει τη συννεφιά του Οκτώβρη.
Σαν ψιχάλες καλοκαιρινής βροχής που στάζουν στις κεραμοσκεπές και τραγουδούν τη μελαγχολική τους μελωδία.
Σα μαλακή, απαλή κουβέρτα στον καναπέ, ένα κρύο, χειμωνιάτικο βράδυ μπροστά στην τηλεόραση.
Σαν ένα κομμάτι Ραβανί που στάζει διάφανο σιρόπι στο τραπεζομάντιλο του κυριακάτικου τραπεζιού.

Ένα κορίτσι με τον κόκκινο σκούφο του κι ένα αγόρι με μπλε μπουφάν, κάνουν την πρώτη τους βόλτα , κρατώντας δειλά τα παγωμένα χεράκια τους , στους βρεγμένους δρόμους της γειτονιάς τους , κοιτάζοντας ντροπαλά τη βροχή με μάτια που γελάνε και καρδιές που χτυπάνε τρελά.

Ένα κορίτσι με μάτια αγχωμένα και φωνή κουρασμένη κι ένα αγόρι με το βιβλίο της Ιστορίας στα χέρια και μάτια νυσταγμένα, λένε και ξανά λένε το μάθημα που σε λίγο καιρό, θα σημαδέψει το μέλλον τους. Μαζί και σ ‘ αυτό , ακόμα ένα ανοιξιάτικο απόγευμα.

Ένα κορίτσι με τα μακριά του μαλλιά, λυτά στους ηλιοκαμένους ώμους κι ένα αγόρι με βερμούδα και λευκό μακό , κάνουν βόλτα με τα ποδήλατα στους δρόμους της μικρής, παραθαλάσσιας κωμόπολης μια ζεστή Παρασκευή απόγευμα. Το αγόρι οδηγεί αριστερά κοιτώντας συνέχεια δεξιά του , το κορίτσι, με τα μαλλιά που ανεμίζουν ελεύθερα. Κοιτάζει το κορίτσι και χαμογελάει. Χαμογελάει και λάμπει το χαμόγελο στο πρόσωπό του , λάμπουν τα μάτια του ,λάμπει και το κορίτσι δίπλα του , λάμπει κι ο κόσμος γύρω τους.

Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, με τα 18 τους χρόνια να λάμπουν γύρω τους , με τον έρωτα να δυναμώνει τα φτερά τους και τη ζωή να τα περιμένει να τη γευτούν !

Σας κοιτάζουμε και βλέπουμε την αγάπη μας να ξαναγεννιέται, να πολλαπλασιάζεται και να δίνει ελπίδα στον κόσμο!
– Τι γεύση θα είχε ο έρωτας, παιδιά;
– Γλυκό τριαντάφυλλο! !!!!

Σα μια κουταλιά γλυκό τριαντάφυλλο !

Έτσι είναι ο έρωτας!

( Για το κορίτσι μου και το αγόρι της που χαμογελάει και λάμπει σαν ήλιος όταν την κοιτάζει !)