«Έτοιμη; Πάμε!»
«Πάμε σπίτι μας μαμά;»
«Σπίτι μας χαρά μου και σε περιμένουν όλοι»

Την έπιασα από το χέρι. Μια σταλιά χεράκι μέσα στο χέρι μου, μια σταλιά κορμάκι δίπλα μου, με μια λούτρινη καμηλοπάρδαλη πιο ψηλή από αυτό το μικρό κορμάκι.
Βγήκαμε από την πόρτα του νοσοκομείου στον καθαρό αέρα, που δεν μύριζε αντισηπτικό, φάρμακα κι απολυμαντικά. Ένας ήλιος θαμπός από την υγρασία, μα φαινόταν ολόλαμπρος σαν το προσωπάκι της μικρής μου κόρης δίπλα μου.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Η καμηλοπάρδαλη που «κοίτα μαμά, μου χαμογελάει, μ αγαπάει;» δίπλα στο κάθισμα του αυτοκινήτου, το μικρό σακ βουαγιάζ, τακτοποιηθήκαμε, κλειδί στην μίζα, πάμε, φεύγουμε!
«Ν ανοίξω λίγο το παράθυρο, μαμά;;»
«Ν ανοίξεις καρδιά μου, θα ανοίξω και το δικό μου, να πάρουμε αέρα, ε;»

Κοίταξα από τον καθρέπτη.
Κοίταξα το παιδί μου. Και δεν πίστευα πως μόλις δύο μέρες πριν, κόντεψα να το χάσω.

Απόλυτη ησυχία επικρατούσε στο σπίτι. Βράδυ Νοέμβριος, καθημερινή και τα παιδιά είχαν ήδη αποκοιμηθεί. Μεταξύ μας, είναι βάλσαμο αυτή η ησυχία, ε;
Ετοιμαζόμουν κι εγώ σιγά σιγά να πάω για ύπνο, μα κάτι μ έσπρωξε να ξαναμπώ για μια τελευταία ματιά στο παιδικό δωμάτιο. Ο ρόγχος που άκουσα, δεν ήταν της φαντασίας μου, δεν ήταν ροχαλητό, ήταν ρόγχος, ήταν προσπάθεια απελπισμένη γι ανάσα, ήταν η αγωνία του σχεδόν πνιγμένου. Άναψα τα φώτα στο δωμάτιο έντρομη για ν αντικρίσω το παιδί που μόλις μία ώρα πριν είχα καληνυχτίσει μ ένα φιλί και μια μικρή γκρίνια για «μια φορά ακόμη μαμά, να το πούμε πάλι το παραμύθι» να προσπαθεί να πάρει ανάσα, με μάτια γουρλωμένα, με την ασφυξία να της έχει δώσει ένα τρόμο στο πρόσωπο που το έκανε αγνώριστο.
Παραμορφωμένη από το πρήξιμο και από τα εκατομμύρια εξανθήματα της αλλεργίας, τρομοκρατημένη από αυτό που της συνέβαινε, με κοίταξε με απελπισία, τρόμο κι ελπίδα «ήρθες μαμά; Τι έχω μαμά; Φοβάμαι μαμά»
Δεν ξέρω αν ποτέ στην ζωή μιας μάνας υπάρχει κάτι χειρότερο από το βλέμμα του αβοήθητου παιδιού της.
Είναι μια σφαλιάρα αυτό το βλέμμα, είναι μια σπρωξιά «κάνε κάτι επιτέλους, αβοήθητο θ αφήσεις το σπλάχνο σου;»
Θυμάμαι πως την βούτηξα από το κρεβάτι και την πήγα στο μπάνιο. Θυμάμαι να κάνω κομπρέσες με βρεγμένες πετσέτες στον λαιμό να κοπάσει λίγο η φλόγωση της αλλεργίας, να ηρεμήσει η τραχεία, να πάρει το παιδί μου μια ανάσα, την πολύτιμη ανάσα της ζωής.
Δεν θυμάμαι πότε μπήκαμε στο αυτοκίνητο, πότε φτάσαμε στο νοσοκομείο, θυμάμαι μια τεράστια ένεση αδρεναλίνης στην καρδιά, θυμάμαι να λένε «πίεση 3, προς Θεού, πάμε, το χάνουμε το παιδί» δεν θυμάμαι πώς κρατούσα στα χέρια μου ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, τα παπούτσια της ήταν, μα πώς έγιναν έτσι, τα έκοψαν με το ψαλίδι, πρέπει να της πάρω παπούτσια, ξυπόλυτη θα φύγει από εδώ;;
Θυμάμαι το άσπρο της προσωπάκι , το τόσο άσπρο κάτω από τα κατακόκκινα εξανθήματα.
Ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ ν αντικρίσω χάρτες θερμοκρασίας, ξέρετε, αυτούς που βγάζουν για να δείξουν ποιες περιοχές θα χτυπήσει ο καύσωνας, είναι τόσο ίδιοι με το κορμάκι του παιδιού μου εκείνο το βράδυ.
Και θυμάμαι τα μάτια της, που με κοιτούσαν , δεν τα πήρε από πάνω μου, ασυνείδητα κοιτούσαν και σιγά σιγά, έγινε συνειδητό αυτό το βλέμμα, με κοιτούσε το παιδί μου, με γνώριζε, «γύρισε γιατρέ;» «γύρισε, αλλά θα μείνετε εδώ, δεν θα πάτε σπίτι σας».
Την ξανακοίταξα.
Μου χαμογέλασε.
«Μαμά; Γιατί ήρθαμε εδώ; Μη φύγεις μαμά, μη μ αφήσεις μόνη μου, ε;»
Ένα ένα έσβηναν τα εξανθήματα, μία μία άναβε ξανά η ελπίδα, η χαρά η βαθιά ανάσα της καρδιάς που λέει «πάει, πέρασε κι αυτό»
Έχουν περάσει από τότε 23 Νοέμβρηδες.
Δεν υπάρχει ούτε ένας που τα βράδια του να μην με πηγαίνουν πίσω, σ εκείνο το βράδυ σαν σήμερα.