Ήταν Πέμπτη μεσημέρι, είχες μόλις γυρίσει από τη σχολή κι έτρωγες αφηρημένη τις φακές που σου είχε σερβίρει η μάνα σου. Με σαρδέλες. Φακές με σαρδέλες, ναι; Το ’χουμε;

Λίγο χάζευες τηλεόραση, λίγο μιλούσες με τους δικούς σου, λίγο ήσουν και στη κοσμάρα σου, όλα καλά μέχρι που:

– κχχχχ κχχχ
– τι έπαθες καλέ;
– κχχχχχχ γκουχ γκουχ κχχχχχχχχ κχχχχχχχχ
– τι έπαθες παιδί μου κχχχ και κχχχχ!
– Μαμάάάάά, μου έκατσε κόκαλο από σαρδέλα στο λαιμό! ΚΧΧΧΧΧ ΚΧΧΧΧΧΧ!!
– άντε ρε σαχλή, τα κόκαλα από τις σαρδέλες είναι σα τριχούλες! Φάε λίγο ψωμί, θα κατέβει.

2 ώρες μετά έχεις φάει 1 κιλό ψωμί, 10 φρυγανιές, λουκούμι, πατάτα, έχεις πιει λάδι σκέτο, ξύδι, κόκα κόλα, έχεις κάνει γαργάρες, έχεις βήξει, έχεις φτύσει, έχεις προσευχηθεί… ΤΙΠΟΤΑ! Το κόκαλο εκεί, σταθερά σκαλωμένο.

Μπαμπάάάάάάά δε μπορώώώώώ!
– Άντε μωρέ πια, υπερβολική! Θα φύγει!
– Δε μπορώώώώ σου λέω!
– Ε και τι θες;
– Δε μπορώ να καταπιώ, δε μπορώ να αναπνεύσω, ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ ΣΟΥ ΛΕΩ!
– Αναπνέεις και καταπίνεις 2 ώρες τώρα ρε βλαμένο, κανείς δε πέθανε ποτέ από κόκαλο σαρδέλας!
– ΔΕ ΜΠΟΡΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ!
– Ρε διάολε τι πάθαμε! Και τι θες δηλαδή τώρα να κάνουμε;
– Να με πας στο νοσοκομείο!

Μία ώρα αργότερα είστε έξω από το ΩΡΛ στο Αγία Όλγα που εφημερεύει. Εσύ το βιολί σου “ακχχχχχ κχχχχχχχ” και ο πατέρας σου κατακόκκινος από ντροπή. Δεξιά κι αριστερά του άνθρωποι ματωμένοι, χτυπημένοι, σε φορεία, λιπόθυμοι, σε καταστολή, με μάσκες, με γάζες, με νάρθηκες και γύψους, απο τροχαία, από σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς και εκείνος συνοδεύει εσένα. Με το κόκαλο. Της σαρδέλας. Ναι.

Έρχεται η ώρα να μπείτε στο εξεταστήριο.

– Περάστε δεσποινίς, ποιο είναι το πρόβλημα;

ΖγκΝΤΟΙΝΓΚΚΚΚΚ!

Οκ, κοιτάς σα βλάκας, ο γιατρός ένα κουκλί ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ.

Φακ…

Εκατομμύρια σκέψεις μπλοκάρουν τον ούτως ή άλλως ημιλειτουργικό εγκέφαλο σου, που σε κανονικές συνθήκες δε στροφάρει καλά, πόσο μάλλον όταν έχει να διαχειριστεί κόκαλο στην καταπιόνα και γκομενάκι στoν αμφιβληστροειδή, ταυτόχρονα. “τι φοράω, πως είναι τα μαλλιά μου, έχει τρέξει η μάσκαρα, έχω πλύνει τα δόντια μου, βρακί θυμήθηκα να βάλω σήμερα;” α ναι επίσης “ακχχχχχχχ” για να μην ξεχνιόμαστε!

– Λοιπόν, τι σας συμβαίνει; Ρωτάει το δοκτοράκι κι διακρίνεται μια υποψία χαμόγελου στο σοβαρό φατσόνι του.
– Έχω καταπιεί ένα κόκαλο
– Τι κόκαλο;
– Από ψάρι…
– ΠΕΣ ΚΑΙ ΤΙ ΨΑΑΑΑΑΑΑΡΙ, ΟΧΙ ΠΕΣ!!!!!
πετάγεται ο σπαζοκλαμπάνιας μπαμπάς.
– εμ… σαρδέλα, λες σιγανά.
– Σαρδέλα; αχαχχαχαχαχαχαχαχα! Για άνοιξε το στόμα βρε κοπελιά να δω.

ιχ…

Νταξ, αυτό είναι άβολο και άκομψο. Σε βάζει να κάτσεις σε ένα στρογγυλό σκαμπό με ροδάκια. Ανοίγεις στόμα διστακτικά και πλησιάζει ο τύπος με μια λαβίδα κι ένα φακό. Βάζει το όργανο του μέσα και το φτάνει μέχρι λαρύγγι.

– ΑΓΚΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ!!!!!!!!!! ΔΕ ΜΠΟΡΩΩΩΩΩΩ!!!!

Αρχίζεις να κουνάς τα πόδια σου, κυλάς πάνω στο σκαμπό με τα ροδάκια, τρέχεις καθιστή μέσα στο εξεταστήριο, από πίσω σου ο γιατρός με το πράμα του στο χέρι, να κυνηγάει το σκαμπό με τα ροδάκια, όρθιος αυτός, καθιστή εσύ, σπινιάρετε ανάμεσα σε ασθενείς ετοιμοθάνατους, είχαν σταματήσει τα χειρουργία και σας κοιτούσαν, σηκώθηκε ένας με ανακοπή, σου λέει δεν το χάνω αυτό το θέαμα, πεθαίνω άλλη μέρα. Σε περικυκλώνουν γιατροί και νοσοκόμες, έχει ειδοποιηθεί ο διευθυντής της κλινικής, σου κάνει τάκλιν και κεφαλοκλείδωμα, καταφέρνει ο πιτσιρικάς ο γιατρός και ξαναχώνει το πράμα του μέσα στο στόμα σου, ΑΓΚΧΧΧΧΧ ΑΚΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧΧ εσύ, πετάγεται ο πατέρας σου με φωνή ζόμπι που σηκώθηκε από τον τάφο 7 αιώνες μετά την αρχική ταφή του ΚΑΤΣΕ ΚΑΤΩ ΝΑ ΣΕ ΔΕΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕΑΡΓΚΚΚΚΚ”

κχχ κχχχχχχχχχχχ
– κάτι βλέπω, μη κουνιέσαι λίγο
– κχ
– βρε κορίτσι μου… αυτό είναι σα κλωστή, δεν το πιάνει η λαβίδα, κάτσε να ξαναπροσπαθήσω, μην κουνιέσαι λέμε!
– ΔΕΕΕΕΕΕ ΜΠΟ ΟΟΟ ΟΟΟΟ ΡΩΩΩΩ ΓΑΡΓΑΛΙΕΜΑΙ ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ!!
– Πάμε να φύγουμε ρε από δω,
πετάγεται ο πατέρας σου έξαλλος, μ’έχεις κάνει ρεζίλι πάλι. Σε βουτάει από τη μπλούζα και σε γκρεμοτσακίζει από το σκαμπό
– Είναι πραγματικά πολύ λεπτό το κόκαλο, δεν μπορεί να αφαιρεθεί. Μην ανησυχείς κοπελιά, θα φύγει μόνο του.

Νιώθεις σκατά, μετά από όλη αυτή την ξεφτίλα, χέστηκες για το κόκαλο, να πεθάνεις θέλεις, τι ήττα ήταν αυτή Χριστέ μου… Κατευθύνεσαι προς την έξοδο με το κεφάλι κατεβασμένο, όταν ακούς:
– Eμμ, χμμ.. Αν εξακολουθεί να σας ενοχλεί, μπορείτε να ξανάρθετε δεσποινίς. Δε νομίζω δηλαδή, αλλά ΑΝ λέμε τώρα, την άλλη Τρίτη εφημερεύω, εφημερεύουμε δηλαδή, όλοι μας. Και γω. Επειδή εφημερεύουμε. Ναι. Εμ, χμ. ΑΝ σας ενοχλεί ακόμα. Τρίτη… ΕΠΟΜΕΝΟΣ!!!

Γουάου.

Πας σπίτι. Δεν καταπίνεις, δε βήχεις, δεν αναπνέεις καν! Μη τυχόν και φύγει η σαρδέλα από το λαιμό! Έχεις καταστρώσει σχέδιο, είναι όλα υπό έλεγχο! Αρκεί να μείνει η σαρδέλα στη θέση της, σφηνωμένη στο λαρύγγι. Για να έχεις λόγο να ξαναπάς στο νοσοκομείο, να ξαναδείς τον δόκτορ κοκαλοβγάλτη! Αρκεί να μείνει η καταραμένη στη θέση της!

Ναι καλά.

Το πρωί με το που ξυπνάς, πας να καταπιείς, άφαντη η σαρδέλα. Πουθενά το κόκαλο, καμία ενόχληση.. ΟΙΜΕΕΕΕ ΤΙ ΣΥΜΦΟΡΑ!!! Πάει η σαρδέλα, την κατάπιες, έφυγε από το λαιμό, έχει πάει πλέον στο έντερο, όχι δεν θες να σε ψάξει εκεί ο γιατρός, όχι ακόμα τουλάχιστον, μόλις γνωριστήκατε, δε’ν σωστό!

Τρέχεις στη κουζίνα, ανοίγεις το ψυγείο, βρίσκεις το τάπερ με τις σαρδέλες, αρχίζεις και τις τρως με μανία. Στην αρχή τις μασάς, μετά τις καταπίνεις αμάσητες, ολόκληρες! Η μάνα σου σε βλέπει να τρως σαρδέλες 7μιση ώρα το πρωί κι έχει πέσει στα πατώματα και οδύρεται, “αχουυυυ κακό που μας βρήκεεεεε, το ματιάσανε το παιδάκι μου και του σάλεψε, χρρρ φτου φτου φτου” – εσύ να τρως σαρδέλες και η μάνα σου να σε φτύνει και να σου διαβάζει ψαλμούς του Δαβίδ για να ξορκίσει τη συμφορά που σας βρήκε. Εσύ έχεις απελπιστεί, κανένα κόκαλο δε σου σφηνώνεται στο λαιμό, ίσως χρειάζεται να πάρεις πιο δραστικά μέτρα, ένα πιο μεγάλο ψάρι. Έναν σαργό, έναν μπακαλιάρο, ΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟΨΑΡΟ ΙΣΩΣ, κάτι!!Αυτό είναι! Να καταπιείς κόκαλο από κοκκινόψαρο!

Έχεις παραδεχτεί ήδη την ήττα σου. Νο κόκαλο, νο πάρτυ. Τέλος. Οι μέρες περνάνε, εσύ καταπίνεις τροφές αμάσητες και για κακή σου τύχη, εξακολουθείς να χαίρεις άκρας υγείας. Πόσο σπαστικό!!

Το βράδυ της Δευτέρας πέφτεις για ύπνο νωρίς, δεν έχεις όρεξη για τίποτα. Αφού δεν έχεις κόκαλο!

Το πρωί της Τρίτης (της γενικής εφημερίας, όπως σου είχε πει ο δόκτορας) ξυπνάς χάλια. Δε μπορείς να πάρεις τα πόδια σου. Όλα τα είχες, ο πυρετός σου έλειπε! Και σε πιάσανε και οι κωλοαμυγδαλες σου, ρε παιδί μου από μικρή εκεί έχεις ευαισθησία, μόλις κρυώσεις εκεί σε χτυπάει.. Σκατά! Πφφ, δε μπορείς να καταπιείς.

ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ!!! ΔΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΠΙΕΙΣ!!!

Τρέχεις στον καθρέφτη, κοιτάς, οι αμυγδαλές σου έχουν γίνει ΤΟΥΜΠΑΝΟ, σα μπάλες του μπάσκετ! Είναι υπέροχες, αξιολάτρευτες!!! Τις αγαπάς!!

Αααα πρέπει να σε δει γιατρός, δεν είναι να παίζεις μ’ αυτά τα πράγματα! Εδώ είναι θέμα υγείας κυρίες και κύριοι, η υγεία είναι ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΑΓΑΘΟ, τις μπότες τις ψηλές θα βάλεις με το κολλητό το τζην και μαύρο μπλουζάκι με δερμάτινο μπουφάν.

– Μπαμπάάάά είμαι άρρωστη, έχω πυρετό και αμυγδαλές!
– Πιες ένα βραστάρι!
– Ρε μπαμπάάάά!
– Άμα θες γιατρό να σε πάω σε ιδιώτη, στον οικογενειακό μας γιατρό, τον κύριο Γιώργο, σε νοσοκομείο δε σε ξαναπάω, τέτοιο ρεζιλίκι δεν το ξαναπερνάω!
– Τι λες καλέ που θα πάω σε ιδιώτη! Εδώ έχουμε θέμα σοβαρό, έχει ο κύριος Γιώργος τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ελέγξει τις αμυγδαλές μου; Έχει ο κύριος Γιώργος υπέρηχο; έχει αξονικό τομογράφο; Έχει λέηζερ; έχει απινιδωτή; Ούτε καν λαμπάκι στο κεφάλι δε φοράει για να δει μέσα στο λαιμό μου, κάνε μας τη χάρη τώρα, και σιγά τον επιστήμονα, είδες το πτυχίο του; λίαν καλώς, λέει. ΛΙΑΝ! Συγγνώμη, δεν θα αφήσω εγώ τις αμυγδαλές μου στα χέρια ενός ΛΙΑΝ καλού γιατρού. Λυπάμαι, πατέρα.

Πας μόνη σου τελικά στο νοσοκομείο, ο πατέρας σου πάει συμβολαιογράφο να κάνει τα χαρτιά για να σε αποκληρώσει.

Η καρδιά σου πάει να σπάσει, περιμένεις, έρχεται η ώρα να μπεις στο εξεταστήριο, τον βλέπεις πράγματι είναι εκει, πλησιάζεις, εκπνέεις καρδούλες από τα ρουθούνια, σε βλέπει και εκείνος, αστράφτει το βλέμμα του, χαμογελάει, πλησιάζετε ο ένας τον άλλο, Θεέ μου είναι τόσο ρομαντικό, είστε τόσο κοντά ΚΟΥΡΤΙΝΑ.

ΚΟΥΡΤΙΝΑ.

Σου τραβάνε μια κουρτίνα μεσ’ στα μούτρα και τον χάνεις από το οπτικό σου πεδίο. Χωρίζουν το εξεταστήριο στη μέση. Με μια ρημαδοκουρτίνα! Πας να περάσεις από κάτω, σε βουτάει από το μανίκι ένας παππούς, γιατρός κι αυτός αλλά περασμένης χιλιετίας, λογικά είχε επιτελέσει προσωπικός ιατρός του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εκείνος είχε προσπαθήσει να συγκολλήσει το κεφάλι του αυτοκράτορα, μιλάμε για τόσο παππούς. Αρχαίος!

– Εδώ δεσποινίς..
– Τι εδώ;
– Καθίστε!
– Γιατί;
– Να σας εξετάσω.
– Ναι καλά.
– Τι ναι καλά παιδί μου, κάτσε κάτω!
– ΝΑΙ ΚΑΛΑ, ΝΑΙ ΚΑΛΑ!!!

Κοιτάς περίλυπη από το χώρισμα της κουρτίνας, βλέπεις τον δικό σου το γιατρό να ρίχνει κ κείνος πλάγιες ματιές, ψιλοαπογοητευμένος. Έχει βάλει έναν μουστακαλή νταλικιέρη στο σκαμπό σου και προσπαθεί να του βγάλει ένα κόκαλο σπαλομπριζόλας από το λαιμό και ο νταλικιέρης να σκούζει και να ζητάει τη μαμά του, ζει μεγάλες στιγμές στιγμές πάλι το παλικάρι, εφημερία και δράμα είναι!

Ο μαθουσάλας ψαχουλεύει τις αμυγδαλές σου, λέει και εξυπναδούλες τύπου “κρύωσε το κοριτσέλι; Πονάει το λαιμουδάκι;” ξεράσογλου όμως η φάση, έχεις ξενερώσει τη ζωή σου, όταν ξαφνικά λέει:
– Αντώνη, όταν τελειώσεις με τον κύριο, έλα να ρίξεις μια ματιά και στην κοπέλα – και σου κλείνει το μάτι… Νταξ Θεούλης τελικά ο παπουδογιατρός, τον αγάπησες λίγο και ας ήταν γλοιώδης και σίχαμας.

Τι ήταν να το πει, ο Αντωνάκης για να τσακιστεί να έρθει, με καλέμι πρέπει να ξεκαλούπωσε τη σπαλομπριζόλα από τον μουστάκια! Το ουρλιαχτό του τύπου από τον πόνο διαπέρασε το χωροχρονικό συνεχές, έσπασε το φράγμα του ήχου “ΜΕΕΕΕΕΕΓΑΑΑΜΗΗΗΣΕΣΣΣΣΓΙΑΤΡΕΕΕΕΕΕουυυυυυυΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΓΚ”

Επιτέλους έρχεται ο Αντωνάκης, χαμογελάς, χαμογελάει, χαμογελάτε, χαμογελάει και ο παππούς, του έχει ξεσφίξει και λίγο η μασέλα, χαμογελάει η φύση, τα πουλάκια κι ο ουρανός.

– Κάνε α!
– α…

Έκανες α, είδε και ο Αντωνάκης τις αμυγδαλές σου, πυώδεις ήταν, επέμβαση χρειάζονταν και τα της εγχείρησης έπρεπε να συζητήσετε και φάρμακα να σου δώσει και να σε παρακολουθεί γενικά, ε εντάξει σε παρακολούθησε αρκετά χρόνια τελικά, καλά ήταν και πολλά είπαμε γιατί μπορεί να σπάσει κάνας διάολος το ποδάρι του και να διαβάζει thebluez και να θυμηθεί πως χωρίσατε και να τα πάρει κρανίο και να έρθει να σε βρει να σου καρφώσει καμιά λαβίδα στο κρανίο. ΤΕΛΟΣ.

 

(Προσοχή στις σαρδέλες, ναι;)