Η νεαρή γυναίκα προσπαθούσε να βάλει το μυαλό της σε τάξη, να συγκεντρωθεί, χρειαζόταν 2 λεπτά ησυχίας, μόνο 2 λεπτά! Ήταν αδύνατο.

Το δίχρονο ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα, χτυπούσε τα πατουσάκια και τις μπουνίτσες του στο πάτωμα, ούρλιαζε, ούρλιαζε, ούρλιαζε. Κλάμα τσιριχτό, διαπεραστικό, σου τρυπούσε τα μηνίγγια, σε καταρράκωνε. Πόσες ώρες Θεέ μου… Γιατί δε σταματούσε;

Στην αρχή ήθελε παγωτό, μετά κι άλλο παγωτό, μετά δεν ήθελε να αλλάξει πάνα, μετά ήθελε μα σκαρφαλώσει σε μία βιβλιοθήκη, μετά ανοίξει το συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα – ΠΑΝΤΑ ήθελε κάτι, κάτι που δεν έπρεπε, κάτι που θα του έκανε κακό. Και η νέα μητέρα εξουθενωμένη το σταματούσε, μα εκείνο ούρλιαζε. Θεέ μου, πόσες ώρες ούρλιαζε…

Terrible twos της είπαν, δύσκολη ηλικία – θα περάσει, μα οι μέρες, οι μήνες, οι εβδομάδες εκείνης της χρόνιας κυλούσαν αργά. Ο χρόνος λες και είχε σταματήσει. Και το παιδί απλά ούρλιαζε και κοπανιόταν. Και εκείνη ήθελε 2 λεπτά μόνο. Λίγο να ησυχάσει…

Ο άντρας της ανησυχούσε, έβλεπε πως η γυναίκα του ζοριζόταν. Το παιδί, δύσκολο πραγματικά. Ήταν και το πρώτο τους, δεν είχαν εμπειρία, ούτε ανθρώπους να τους βοηθήσουν. Οι γιαγιάδες μακριά. Είχε προτείνει στη νεαρή μητέρα να πάρουν μία κοπέλα, να την ξεκουράσει λίγο με το παιδί μα εκείνη δεν είχε εμπιστοσύνη – δεν επέμεινε, τα οικονομικά τους ήταν δύσκολα άλλωστε. Έμαθε όμως, πως ο δήμος της περιοχής τους είχε ψυχολόγους που παρείχαν συμβουλευτική παρότρυνση δωρεάν. Παρακάλεσε τη γυναίκα του να πάει. Θα κρατούσε εκείνος το παιδί. Εκείνη στην αρχή ήταν ανένδοτη ‘δεν είμαι τρελή, κουρασμένη είμαι!!’ – μα ένα μεσημέρι που το παιδί δεν κοιμόταν και έκλαιγε, εκείνη το ταρακούνησε βίαια. Τρόμαξε με τον εαυτό της ‘κλείσε μου ραντεβού, Ορέστη’ του είπε.

Έναν χρόνο πήγαινε στην ψυχολόγο. Κανείς δεν ξέρει τι την βοήθησε περισσότερο. Η κουβέντα με την Μαρίνα, οι 2 φορές την εβδομάδα που έβγαινε από το σπίτι και είχε στη διάθεση της για τον εαυτό της χωρίς την έννοια του μωρού, ή απλά ότι το παιδί μεγάλωσε λίγο και μπήκε και παιδικό σταθμό την επόμενη χρονιά. Μα πήρε ανάσες σιγά σιγά η γυναίκα.

Ένα από τα πράγματα που της είπε η ψυχολόγος ήταν να εξωτερικεύει τις σκέψεις της. Ακόμα και τις πιο απόκρυφες, ακόμα και τον θυμό της. Κυρίως το θυμό της. Όσο παράλογες σκέψεις και αν έκανε, όσο ακραίες και σκοτεινές. Να τα γράφει όλα, να ξεθυμαίνει. Να κάνει την οργή της λέξεις. Και μετά να καίει τα γράμματα αυτά και μαζί να καίγονται οι αρνητικές της σκέψεις. Να τις ξεχνάει. Πόσο την είχε βοηθήσει αυτό…

Εκείνο το βράδυ αρχές Αυγούστου, η ζέστη ήταν απάλευτη. Το κλιματιστικό είχε χαλάσει, το παιδί ζεσταινόταν και δε κοιμόταν με τίποτα. Ο Ορέστης αργούσε να γυρίσει από το μαγαζί και εκείνη απλά ήθελε να διαβάσει ένα βιβλίο, προσπαθούσε μέρες να το διαβάσει, μα ποτέ δεν τα κατάφερνε. Το μυαλό της πάλι ήταν έτοιμο να εκραγεί. Το παιδί ήταν στα ντουζένια του, ο παιδικός είχε κλείσει, ήταν θυμωμένη με τον άντρα της, είχε περίοδο και έκανε τόση ζέστη… Ώρες προσπαθούσε να κοιμίσει τη μικρή, μα ήταν ανώφελο. Το μυαλό της είχε πάρει φωτιά, ένιωθε πως θα εκραγεί. Άφησε το παιδί να κλαίει στο δωμάτιο του και μπήκε στο δικό της. Πήρε το μπλοκ της, έσκισε ένα φύλλο και άρχισε να γράφει μανιωδώς:

Πόσο σε μισώ! Μακάρι να μη γεννιόσουν ποτέ! Δεν αντέχω άλλο, ούτε εσένα ούτε το μαλάκα τον πατέρα σου, ανάθεμα την ώρα που τον παντρεύτηκα. Σας μισώ! Θέλω την ησυχία μου. Σκάσε επιτέλους! ΣΚΑΣΕ!!! Μου έχεις φάει τη ζωή, μακάρι να μη γεννιόσουν! ΜΑΚΑΡΙ ΝΑ ΜΗ ΓΕΝΝΙΟΣΟΥΝ, πόσο καλύτερη θα ήταν η ζωή μου! ΣΕ ΜΙΣΩ, ΑΚΟΥΣ; ΣΕ ΜΙΣΩ, ΣΚΑΣΕ! ΣΕ ΜΙΣΩ! ΣΕ ΜΙΣΩ! Θα ήθελα να ήμουν μόνη μου, να κάνω ότι θέλω, να βγαίνω βόλτες, να κοιμάμαι όποτε θέλω, να έχω την ησυχία μου! Μα εξαιτίας σου δεν έχω τίποτα. Μόνο σε υπηρετώ, ΣΕ ΜΙΣΩ! Πόσο θα ήθελα να μην είχες γενν

ΓΚΝΤΟΥΠ! Η γυναίκα τινάχτηκε, “Παναγία μου, το παιδί!” έτρεξε στο δωμάτιο, η μικρή είχε σκαρφαλώσει στα κάγκελα της κούνιας της και είχε πέσει, αίμα έτρεχε από τα χειλάκια του παιδιού. Το πήρε αγκαλιά, έτρεξε στο μπάνιο, το παιδί δεν έπαιρνε ανάσα από το κλάμα. Το φύσηξε ελαφρά στο πρόσωπο και έτσι πήρε αναπνοή. Του καθάρισε το χειλάκι, μικρή πληγούλα ήταν. Το παιδί αποκοιμήθηκε με το προσωπάκι του στο λαιμό της. “Απόψε κι όλας θα πω στον Ορέστη να τα βγάλει εντελώς τα κάγκελα, θα μας βρει καμιά συμφορά στο τέλος έτσι όπως σκαρφαλώνει το παιδί, μεγάλωσε πια, δεν έχει νόημα”. Ο Ορέστης μπήκε σπίτι μισή ώρα αργότερα. Εξουθενωμένος αλλά χαρούμενος. Μια καινούργια παραγγελία στο μαγαζί, μία μεγάλη δουλειά. Πήραν το παιδί στο κρεβάτι τους εκείνο το βράδυ. Το βάσανο της αφόρητης ζέστης μαλάκωσε λίγο στην προοπτική των διακοπών. Ναι, θα μπορούσαν να πάνε διακοπές, της είπε. Σε όμορφο ξενοδοχείο, all inclusive με πολλές δραστηριότητες για μικρά παιδιά, επιτέλους! Θα έπαιρναν μια ανάσα! Αύριο κιόλας η γυναίκα θα έπρεπε να αρχίσει να φτιάχνει βαλίτσες! Λίγο πριν αποκοιμηθεί, έβαλε στην άκρη το βιβλίο της, μέσα ήταν και το μισοτελειωμένο γράμμα της, το είχε ήδη ξεχάσει. Την επόμενη μέρα θα έμπαινε στη βιβλιοθήκη ξανά. Και θα ξεχνιόταν εκεί. Για πάντα. Ήταν τόσο χαρούμενη!

— — — – –

Η Εύη πήρε βαθιά αναπνοή. Και άλλη. Και άλλη. Ανάσα και λυγμός. Μύριζε ΜΑΝΑ ο αέρας στο πατρικό της. “Μανούλα μου… Μαμά μου!!” Οι κόρες έτρεξαν κοντά της. Την πήραν αγκαλιά. Είχαν περάσει 10 μέρες από το θάνατο της γιαγιάς τους και έπρεπε να πάνε στο σπίτι της. Δεν θα άφηναν τη μητέρα τους να το περάσει αυτό μόνη της! Τι σημασία είχε πως η γιαγιά είχε φύγει ήρεμα, στον ύπνο της στα 85 της χρόνια. Δεν έπαυε να ήταν η καλή τους γιαγιά, η πιο γλυκιά του κόσμου. Πόσο την αγαπούσε η μάνα τους, πόσο δεμένες ήταν οι 2 γυναίκες! Ανέκαθεν είχε αδυναμία στη μάνα της και όταν πριν 10 χρόνια πέθανε ο παππούς Ορέστης, όλοι είχαν παρακαλέσει τη γιαγιά να έρθει να μείνει μαζί τους. Μα εκείνη δεν ήθελε να τους γίνει βάρος. “όσο βαστάνε τα πόδια μου, θέλω το σπιτάκι μου!” έλεγε. Και εκεί πέθανε. Από ανακοπή, στον ύπνο της η καλότυχη αυτή η γυναίκα. Δεν βασανίστηκε και δεν βασάνισε. Μα ο πόνος της απώλειας ηταν αβάσταχτος για τη μοναχοκόρη της, που στα 59 της ένιωσε την πιο βαθιά μοναξιά και ορφάνια.

Οι τρεις γυναίκες με δάκρυα στα μάτια άρχισαν να μαζεύουν πράγματα της γιαγιάς. Ποια θα κρατήσουν, ποια θα χαρίσουν, ποια θα πετάξουν. Οι 2 νεαρές κοπέλες πήγαν στο δωμάτιο της γιαγιάς, στις ντουλάπες της. Η Εύη έμεινε στο σαλόνι, να χαζεύει τα άπειρα βιβλία της μάνας της. Λάτρευε το διάβασμα η γυναίκα και πάντα αγόραζε νέα βιβλία κι ας μην προλάβαινε να τα διαβάσει όλα. Ήταν το χόμπυ της, η ξεκούραση της… Ώρες έμεινε εκεί η Εύη. Ξεφύλλιζε σελίδες, μύριζε τα εσώφυλλα, ένιωθε τη μάνα της σε κάθε εξώφυλλο και κάθε σελιδοδείχτη. Έκανε να αφήσει ένα βιβλίο σε μια στοίβα πλάι της, μα γκρεμίστηκε ο σωρός και έπεσαν όλα κάτω. Μερικά άνοιξαν. Η Εύη σήκωσε ένα, μα ένα φύλλο χαρτί έπεσε από μέσα. Ένα γράμμα. Αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα. “Μανούλα μου…” γέμισαν δάκρυα τα μάτια της, ξανά. Τα σκούπισε με την ανάποδη του χεριού της και οι πρώτες λέξεις χοροπήδηξαν στα μάτια της…

Πόσο σε μισώ! Μακάρι να μη γεννιόσουν ποτέ! Δεν αντέχω άλλο, ούτε εσένα ούτε το μαλάκα τον πατέρα σου, ανάθεμα την ώρα […]