Ανόητη. Πάντα ανόητη. Γεμάτη από λουλούδια κι έρωτα και καρδιοχτύπια. Κι ανόητη. Πάντα με θυμάμαι σε ασφαλές περιβάλλον. Τι κι αν ερωτευόμουν; Ήταν πάντα με κάποιον που ήξερα ότι δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ να γίνει κάτι.

Εδώ. Στα μισά της διαδρομής μου και στον μέσο απολογισμό μου. Με υποβόσκουσα κατάθλιψη να τρίβει τα χέρια της περιμένοντας να αφεθώ. Όχι κυρία κατάθλιψη. Δεν θα σε αφήσω να με πάρεις. Όχι τώρα. Είμαι ανόητη αλλά όχι μόνη. Έχω δύο μεγάλα μελί οκτάχρονα μάτια να με κοιτάνε. Δεν θα σε αφήσω να κερδίσεις.

Με θυμάμαι να ερωτεύομαι επιφανειακά, επιδερμικά και ουτοπικά. Από φόβο το έκανα. Τώρα τουλάχιστον μπορώ να το παραδεχτώ. Φοβόμουν να ερωτευτώ κάποιον που θα με ερωτευτεί. Δεν αντέχω τις απώλειες. Αλίμονό μου έχω ζήσει τόσες κι όμως… Ποτέ δεν θα τις συνηθίσω. Μόνο σε ασφαλές περιβάλλον κινιόμουν. Και τι ασφαλές δηλαδή; Με έναν ένιωσα ήσυχη, τον παντρεύτηκα να ξεμπερδεύω. Δεν είμαι εγώ για ολονυχτίες έλεγα. Πονάει η αγάπη. Αλήθεια ποιος σκατά με έκανε να φοβάμαι την αγάπη; Ποιος μου μετέδωσε ότι ο έρωτας πονάει; Θα το ψάξω αυτό. Μόλις πατήσω κάτω την μύγα που περιμένει να με πάρει θα το ψάξω.

Κι έτσι το άφησα. Και αφέθηκα σε μια χλιαρή ζωή που όμως επέφερε την ίδια μου την ζωή. Τον γιο μου. Κορόιδευα τους άλλους. ΧΑ γατάκια. Τρέξτε εσείς. Πικραθείτε, κλάψτε, χωρίστε. Εγώ είμαι ασφαλής στην φούσκα του τίποτα. Εδώ δεν πονάει. Όπου δεν πονάει.

Κρίμα. Πόνεσε κι εκεί. Όχι όμως από έρωτα. Αλλά πόνεσε. Κι εκεί όμως εγώ ήμουν αφ’υψηλού. ΧΑ ξανά γατάκια. Θα κλάψω αλλά όχι τόσο όσο αν έχανα έναν έρωτα. Είμαι ασφαλής εγώ. Έλεγα. Αλλά δεν με άκουγα.

Πως πίστεψα στα αλήθεια πως εγώ θα γλίτωνα, ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω. Και τι να γλιτώσω δηλαδή, επίσης δεν κατάλαβα. Τι ήθελα να αποφύγω;
Την αγκαλιά που μόλις σε τυλίξει η καρδιά σου γίνεται αετός αθάνατος;
Το σώμα που μουδιάζει μόλις κουρνιάξεις πάνω του;
Το ότι πετάγεσαι ευκολότερα από το κρεβάτι τα πρωινά επειδή ξέρεις πως θα τον δεις;
Την χαρά που αισθάνεσαι; τα πόδια που τρέμουν;

Ανόητη, ανόητη, ανόητη. Χίλιες φορές ανόητη. Που δεν ήθελα τόσα χρόνια και που πίστευα πως εγώ την γλίτωσα. Αλίμονο μου. Πως θα πέθαινα χωρίς να το έχω ζήσει; θα ήταν σαν να μην έζησα ποτέ μου. Κι ας έχω κοπεί στα δύο τώρα. Κι ας βλέπω εκείνη την κυρία κατάθλιψη να με πλησιάζει απειλητικά. Δεν θα άλλαζα ούτε λεπτό από τα συναισθήματα μου.

Κι ας θύμωνα που έβλεπα να με κοιτάζει όπως εγώ κοιτούσα την ασφαλή περιοχή μου. Άδειος. Χωρίς έρωτα. Αλλά με βαθιά αγάπη. Όσο ήξερε κι όσο μπορούσε. Θύμωνα γιατί δεν ήθελα να είμαι εγώ η χλιαρή του κατάσταση. Αλλά ήμουν. Και τι με ένοιαζε; Καταφύγιο του με έλεγε κι εγώ άκουγα φυλακή. Τι με ένοιαζε αλήθεια; Εγώ ένιωθα και για πρώτη φορά ένιωθα δυνατά. Με αυτοθυσία, με έρωτα, με μύξες και δάκρυα και χαρά και πόνο και μουσκεμένα μαξιλάρια.

Ένιωσα τόσο που τον άφησα να το ζήσει και αυτός όπως του αξίζει. Αυτό ήθελα να κάνουν και για μένα. Και δεν το έκαναν. Τον άφησα λοιπόν να ζήσει κι αυτός. Ανόητος κι εκείνος. Νόμιζε ότι είχε ζήσει τον έρωτα και έψαχνε λιμάνι να αράξει. Μα αν δεν χτυπήσει λίγο η καρδιά παραπάνω, δεν γεννάς για να χαρίσεις. Έχω προϋπάρξει σε λιμάνια. Ποτέ δεν αράζεις. Κοιτάζεις το πέλαγος και μέσα σου ζηλεύεις. Κι εγώ πεινούσα. Λαχταρούσα. Ποθούσα. Καιγόμουν. Και τον αγαπούσα πολύ για να τον θυσιάσω στον βωμό μου. Και τον άφησα να ταξιδέψει κι εκείνος εκεί που εγώ βάδισα.

Τον άφησα να με αφήσει. Τον βοήθησα. Έφυγα. Έφυγα χαμογελώντας δυνατά. Δεν είμαι ασφαλής πια. Το έζησα κι αυτό πόσο ευγνώμων Θεέ μου για τον πόνο μου. Νιώθω. Είμαι άνθρωπος. Πονάω. Ανόητη, μα όχι μόνη. Έχω δύο μελί οκτάχρονα μάτια να με κοιτάνε. Δεν θα με πάρεις. Θα σε πατήσω κάτω κυρία κατάθλιψη.

 

Β.Α