Κάθε φορά που ήθελε να νιώσει όμορφα για τον εαυτό της, αναζητούσε ένα του σημάδι. Τον είχε χάσει για πολλά χρόνια αλλά ευτυχώς μπήκε στη ζωή της το facebook και ξαναέγιναν φίλοι. Δεν είχαν τίποτα σπουδαίο ποτέ. Εκείνη ήταν 17 κι εκείνος έξι μήνες μικρότερος. Την είδε, ενώ εκείνη νόμιζε πως ήταν αόρατη. Εκείνος την είδε όμως και ένα βράδυ σε ένα μπαρ, ήρθαν λίγο πιο κοντά και τη φίλησε. Εκείνη ένιωσε το χρόνο να σταματά. Ένιωσε να λιγώνεται γλυκά. Δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη στιγμή. Ένα λεπτό, ένα φιλί είχε τόση δύναμη που έμεινε ζωντανό για τουλάχιστον είκοσι χρόνια και ποιος ξέρει για πόσα ακόμα; Ένα μήνα κράτησε μόνο αυτή η σχέση (ο Θεός να την κάνει). Εκείνος ήταν γενικά αλλού και παντού. Έληξε άδοξα και ξαφνικά. Την τιμώρησαν οι δικοί της μια μέρα που είπε ψέματα πως πάει σε μια φίλη της ενώ ήθελε να πάει σε εκείνον. Είχαν δίκιο βέβαια που ανησύχησαν οι άνθρωποι. Εκείνη δεν έλεγε ψέματα. Ποτέ. Μόνο τότε. Άξιζε όμως. Μόνο αυτό σκεφτόταν, ότι άξιζε τον κόπο να παραβεί τον κανόνα και να μην είναι όπως πάντα “το καλό παιδί”. Και το πλήρωσε ακριβά. Η ποινή έπεσε βαριά: δεν μπορούσε να ξαναβγεί από το σπίτι ώσπου να τελειώσουν τα σχολεία. Πέρασαν έξι μήνες! Βασανιστικοί! Εκείνη υπόμεινε την τιμωρία σαν τον καλό στρατιώτη, που τον στέλνουν στον πόλεμο και έτσι απλά προτίθεται μέχρι και να δώσει τη ζωή του. Έσκυψε το κεφάλι, πήρε μια βαθιά ανάσα και περίμενε να περάσει ο καιρός.

Μόλις όμως αποφοίτησε από το Λύκειο του έδωσε να καταλάβει. Κάθε βράδυ έξω. Κάθε βράδυ με παρέα που την έφερνε πιο κοντά σε εκείνον. Έκανε σχέση με τον ξάδερφό του για να της δίνεται η ευκαιρία να τον βλέπει. Δυστυχώς, ένα χρόνο μετά μετακόμισε με την οικογένειά της σε άλλη πόλη. Χάθηκαν. Έκανε πολλά χρόνια να τον συναντήσει. Άλλαξε τελείως η ζωή της. Γνώρισε ένα σπουδαίο άντρα, παντρεύτηκε, έγινε μητέρα και ζούσε ευτυχισμένη και τυχερή. Τον σκεφτόταν όμως που και που. Είχε τόση ενέργεια εκείνο το φιλί που νόμιζε πως είχαν ζήσει μαζί σε κάποια προηγούμενη ζωή ή έκαναν πρόβα για την επόμενη. Όταν τον βρήκε στο facebook χάρηκε τόσο πολύ! Από τη μέρα που έγιναν και διαδικτυακοί φίλοι πέρασαν επτά χρόνια περίπου μέχρι να τον ξανασυναντήσει.

Εκείνη τώρα γύρω στα 40, παντρεμένη με δύο παιδιά. Εκείνος ανύπαντρος ακόμα. Πήγε και τον βρήκε. Όχι με σκοπό ερωτικό. Ήθελε μόνο να δει αν την βλέπει ακόμα. Ήταν σε μια φάση της ζωής της που ήθελε να την αφήσουν ήσυχη όλοι! Όπως τότε που ήταν 17 χρονών και την τιμώρησαν. Ήθελε να είχε βρει τη δύναμη να αντιταχθεί. Να σταθεί όρθια μπροστά τους και να διεκδικήσει ότι και τα παιδιά της ηλικίας της. Λίγη διασκέδαση. Παρόλο που δε μετάνιωνε για το δρόμο που είχε πάρει η ζωή της και για τις επιλογές της. Ήθελε τώρα απλά να περάσει το δικό της. Εκείνο το δικό της που είχε μείνει στη μέση πριν από περίπου είκοσι χρόνια.

Συζήτησαν σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από τότε. Φεύγοντας την αποχαιρέτησε με μια αγκαλιά και της είπε: “δεν είσαι καλά”. Πόσο χάρηκε που είχε πέσει τόσο μέσα. Πόσο χάρηκε που την είχε δει πραγματικά. Σαν να ήταν γυμνή μπροστά του, χωρίς να ντρέπεται. Σαν εκείνος να είχε δει όλα αυτά που πάλευε να κρύψει από τον κόσμο.
Γιατί δεν ήταν καλά, όντως. Προσπαθούσε να βρει τον εαυτό της. Όμως ένιωθε πολύ τυχερή. Ένιωθε πλούσια, γεμάτη. Δεν είναι ότι ήθελε να είναι μαζί του. Ήθελε μόνο να του πει “σ’ ευχαριστώ”, γιατί είχε μπει στον κόπο να τη δει όταν εκείνη νόμιζε πως είναι αόρατη. Και γιατί αυτό της έδινε τη δύναμη να προχωρήσει μπροστά. Δεν του το είπε όμως. Πως να του πει όλα αυτά; Τον αποχαιρέτησε με την ελπίδα πως ίσως βρει τον τρόπο να τον ευχαριστήσει στην επόμενη ζωή.

 

M.Σ.