Το πρώτο Τραγούδι-Ιστορία, από τη Μουσική Συλλογή “Ψηφιδωτά και Ψίθυροι”...

 

 

Βράδιασε. Από την αρχή εφάνη πως η δυνατή βροχή δε θ’ άφηνε κανέναν ήσυχο. Τα ζωντανά αγκομαχούν να κερδίσουν μία σπίθα γης πιο κοντά στον προορισμό τους, οι μπαστουνάτοι τρέχουν να καλυφθούν κάτω από πανιά και στέγες, οι πιο τυχεροί με το κλειδί στην τσέπη. Χαμένος καθώς ήταν, τραβούσε ‘κεί που οι περισσότεροι απόφευγαν, με τη σάκα στο χέρι: στο τέλος της δημοσιάς. Η πείνα τον είχε καταπονήσει, η αίσθησή του δε τον βόηθησε να διακρίνει. Τέσσερις πλάκες για τοίχοι, μία τέντα για στέγη. Και μέσα τους, κόσμος πολύς. ΚοντοστάθηκεΤο μόνο που μπορούσε να κάμει πριν πέσει χάμω…

 

Στις όχθες του ποταμού στα δυτικά της πόλης, απλώνεται, αχανής στην πρώτη της όψη, η μεγάλη έκταση. Αν στρίψεις τη ματιά σου κατά το αριστερό κομμάτι της γης, το ζωντανό γνωρίζει να σε οδηγήσει· οι τσιφλικάδες πάνε εκεί για βοσκή μια, δυο, δεκάδες φορές τα άλογα της πολιτείας, από μωρά. Περνούν κάμποσες βραδιές, κοιτάζουν να συμφωνήσουν με τους κολίγους για τα κτήματα και γυρνούν στα πουπουλένια τους στρώματα. Γιατί τούτοι, από πάντα το νιτερέσο τους κοιτούσαν. Καλαναθρεμμένοι από κούνια, βύζαιναν απ’ τη ρημάδα τη μάνα τους το αίσθημα της κτήσης μαζί με γάλα. Τί τα θες; Σαν σε μεγαλώσουν δίχως πείνα, με περισσευούμενο νερό και παξιμάδι, δε βλέπεις στέρηση μπροστά σου. Αν ο πατέρας σου ζει κληρονομώντας, δε γνωρίζεις τί ‘ναι να δουλεύεις γι’ άλλον. Κι ετσά κάμεις και με τους ανθρώπους γύρω σου: τους μεταχειρίζεσαι. Αυτό εσυνήθιζαν κι οι κτηματίες. Έβοσκαν τα άλογα τέσσερα ή πέντε μερόνυχτα, έκαναν τη μοιρασιά κι έφευγαν ήσυχοι πως θα τα βρουν όλα σε τάξη επιστρέφοντας κατά την άνοιξη.

 

–         Μπλατ! Γρήγορα!

 

Η πρώτη μεσόκοπη αρβανίτισσα που βρέθηκε κοντά του, έκανε να τον σηκώσει. Τράβηξε μονομιάς το λιπόθυμο παλικάρι στα στεγνά, μέσα στο τζαντήρ της νεαρής μελελέ. Ο νιος έδειχνε να μην ξέρει πού είναι, ήταν ολότελα χαμένος. Μόνο η Μπλατ γνώριζε να τον συνεφέρει. Με τη γνώση που δίνει η μάνα στην κόρη κι εκείνη στη δική της κόρη, η όμορφη ανέγγιχτη έβαλε ‘μπρος να πάρει μακριά -σαν από μαγεία- την ξεμυαλισιά του νου, την πληγή στη σάρκα. Σκόρπιοι στον κόσμο, οι άνθρωποι αυτοί μαθαίνουν πάππου προς πάππον πώς να αλαφρύνουν τον πόνο της ψυχής και του κορμιού. Από αυτί σε αυτί, μυστικά χωρίς όμοια τους μαθαίνονται γενιά-γενιά με μόνο εργαλείο τη γλώσσα· δε θέλει γραψίματα το σοφικό, αν αξίζει μένει ανεξίτηλο από το στόμα που θα το πει στον αέρα, όση σκόνη κι αν φυσήξει ο άνεμος, όση βροχή κι αν κατεβάσει ο ουρανός. Για τον πόνο, δυο φορές. Από μικρά παιδιά, οι όπου γης ανένταχτοι μαθαίνουν πως να απαλύνουν το βάσανο, πως να διώξουν την πίκρα από τα χείλη. Και η Μπλατ φάνταζε η μόνη σωτηρία. Η μόνη λύτρωση. Ακόμα κι όταν περάσαν μήνες στο απόμερο αγροτικό χωριό, η μαγευτική όψη της έσταζε βάλσαμο στα μάτια του. Κι ας έστεκε δίπλα του αποκαμωμένη τα βράδια, ασκητική σκιά στο φως της φλόγας…

 

–         Παίξε μου κάτι.

 

Γονατισμένη στο χαλί, του κρατούσε συντροφιά. Εκείνος γρατζουνούσε τον παλιό τζουρά που πρωτόβρε κρεμασμένο στο μικρό παλάτι της, τις πρώτες μέρες. Κειμήλιο άλλων εποχών. Γιατί όταν η παλιά γενιά σού χαρίζει το κειμήλιο, δεν έχεις παρά να το τιμήσεις. Κι αν δεν ωφελείς τη χρησιμότητά του, το κρεμάς να το δείχνεις· δεν είναι να μένει κρυφή η παλιά ομορφιά. Όλο και κάποιος θα βρεθεί να της εύρει σκοπό στα χέρια του.

 

–         Πάει καιρός Μπλατ, το μόνο που θυμάμαι είναι τούτο…

 

Πιέζοντας περίτεχνα τα δάχτυλα στο μικρό τρίχορδο μαραφέτι, έμοιαζε να της εξομολογείται τον έρωτά του κομπιάζοντας και συλλαβίζοντας. Έναν έρωτα που γεννήθηκε χωρίς ασκήμια, απ’ το κατάβαθο της ψυχής του: «Σε φίλησα κι αρρώστησα και το γιατρό δε φώναξα…»

 

–         Δε μου μίλησες ποτέ για τ’ όνομα που σε καλούν. Τί σημαίνει;

 

Ο τζουράς εσιώπησε.

 

–         Όλα ξεκίνησαν χρόνια πριν σε φέρουν στη σκηνή μου. Τον πρώτο καιρό οι τσιφλικάδες έρχονταν μ’ αναδουλειές. Τα χωράφια δεν είχαν σοδειά κι εκείνοι – άλλο που δεν το ‘θελαν – μας έστηναν στη σειρά και μας ξεφτίλιζαν. Άλλος με μαστίγιο, άλλος με το κυνηγητικό τ’, μας έκαμαν σημάδια να μας τιμωρήσουν. Η μάνα μου με πρωτοφώναξε έτσι, που κοιτούσα χάμω. Σαν μεγάλωσα δεν έμαθα άλλο όνομα.

 

–         Χάμω όπως, μπλατς;

 

–         Χάμω ναι, όπως μπλατς… Χάμω, όπως σε βρήκαν οι γυναίκες στο κατώφλι μου. Θυμάσαι;

 

 

Ήταν γραφτό. Η μέρα που ακολουθούσε, δεν ξημέρωνε σαν τις υπόλοιπες. Και δεν είν’ ο ήλιος, δεν είν’ το φεγγάρι που κάμουν το πρωί και το βράδυ να ‘ναι ξεχωριστά κάθε φορά. Αυτά υψώνουνται και βασιλεύουν πάντα, δε ρωτούν το μερτικό τους. Τα λόγια και τα καμωμένα από τα χέρια θαύματα είναι που αλλάζουν τον καιρό, αλλάζουν και τον κόσμο. Το σκηνικό στην τέντα της Μπλατ το μαρτυρούσε. Όταν, το πρωτοξημέρωμα έκανε να ζητήσει την αγκαλιά του, σάστισε. Το μόνο που βρήκε; Η γραφή του αντρός που έμενε για μήνες στο κονάκι της. Πλάι στο ξεκούρδιστο όργανο που ψιθύριζε το τελευταίο βράδυ. Το βράδυ που ενώθηκαν οι ανάσες τους…

 

« Μπλατ μου,

 

Ξέρω θα πεις γιατί το ‘καμα, ξέρω θα θυμώσεις, μα δεν πάει άλλο. Κινώ κατά τη Θεσσαλία. Εκεί η γη είναι εύφορη, η πεδιάδα ξεδιψά με ποταμούς τον κάμπο. Μα για να κρατηθεί εύφορη κι η ζωή του αγρότη, πρέπει να κάμω ό,τι ‘ναι να κάμω. Η καρδιά μου δε με βαστάει να βλέπω τσιφλικάδες σαν του λόγου τους, να ξεβυζιάζουν μανάδες, να μαστιγώνουν παιδιά στο ξερό λιοπύρι. Με ‘μαθες να λέω το δίκιο, με ‘μαθες να μη λυγώ. Τούτο λοιπόν θα προσπαθώ, ώσπου να μου πάρει τη ζωή ο χρόνος ή ο άνθρωπος. Σε φίλησα κι ματαρρώστησα ‘κείνο το βράδυ, αυτό μην το ξεχνάς ποτέ. Στον Πυργετό, θα ‘χω πάντα μια θέση για ‘σε.

Μαρίνος Αντύπας. »

 

* Ακούστηκε το τραγούδι “Κοντούλα Λεμονιά”: Παραδοσιακό της Ηπείρου.

Διασκευή στον τζουρά: Πάνος Σείκιλος.