Όταν τη γνώρισα πήγαινα ακόμη στο Λύκειο. Εκείνη ήταν γύρω στα 30 και είχε σχέση με το θείο μου. Ξανθιά με πράσινα μάτια, με το πιο θηλυκό σώμα που έχω δει ποτέ και αθυρόστομη, με πολύ χιούμορ. Ήταν πολύ ευχάριστη και προσιτή και δέθηκα γρήγορα μαζί της. Κάναμε πολλή παρέα. Πήγαινα για καφέ και μου έλεγε όλα της τα προβλήματα, σα να ήμασταν συνομήλικες. Πίναμε ατελείωτους καφέδες, γελούσαμε, κλαίγαμε, επικοινωνούσαμε σαν αδερφές ψυχές. Η ιστορία της ζόρικη. Ήταν από άλλη πόλη. Γονείς χωρισμένοι, αδιαφορία, η μάνα της την έκλεισε σε ίδρυμα από όπου το έσκασε ένα βράδυ πηδώντας τη μάνδρα, γιατί πήγε να την εξετάσει γυναικολόγος με «κουτάλα» και αυτή ήταν παρθένα. Από εκεί και μετά, αλήτικη ζωή, χασίσια, καταστροφικές σχέσεις.

Πιστεύω πως με αγάπησε πολύ. Μου το ‘χε πει. Άλλωστε και εγώ είχα περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια και ακόμα περνούσα και ήταν ο πρώτος άνθρωπος που ανοίχτηκα τόσο. Με έμαθε να βάφομαι, να αγαπώ τον εαυτό μου, να έχω αυτοπεποίθηση. Την πρώτη φορά που με είδε ντυμένη και βαμμένη χαιρόταν σαν μικρό παιδί! Ξεφόρτωσε πολλά κιλά κόμπλεξ από πάνω μου.
Κυκλοφορώντας μαζί της, γνώρισα κόσμο από το παρελθόν της. Ανθρώπους γνήσιους, πονεμένους, από εκείνους που φτύνει το σύστημα, που αγαπούσαν αληθινά και κάπνιζαν μαύρα τσιγάρα. Με πήγαινε στα φτωχόσπιτά τους με ευλάβεια, σαν να μου εμπιστευόταν τις πικρές ιστορίες τους. Εγώ παρακολουθούσα, περιεργαζόμουν σαν θεατής. Ίσως και να σοκαριζόμουν.

Η Σοφία χόρευε σαν μάγισσα και τραβούσε όλα τα βλέμματα πάνω της. Αγαπούσε τον Τερζή. Μια φορά μου είχε τραγουδήσει. Η φωνή της βραχνή και γνήσια λαϊκή. Εντυπωσιάστηκα. Μου ‘πε πως ένα φεγγάρι που δούλευε σε ένα νυχτερινό μαγαζί, της πρότειναν να τραγουδάει και εκείνη αρνήθηκε γιατί ντρεπόταν. Κάπνιζε σαν φουγάρο τσιγάρα βαριά και οι γόπες ήταν πάντα δαγκωμένες και σαλιωμένες. Αγαπούσε τη μαγειρική και μου τόνιζε πως οι γεύσεις πρέπει να σου γαργαλάνε τον ουρανίσκο. Της άρεσαν τα μεταφυσικά φαινόμενα και είχε περιέργεια για τη μεταθανάτια ζωή. Κάποτε είχε πάρει βιβλία και έκανε εξάσκηση για να βγαίνει από το σώμα της. Σταμάτησε λίγο πριν το τέλος από φόβο.

Έφτυνε κατάμουτρα τα «πρέπει» και τα «δήθεν». Ήταν δοτική μέχρι αηδίας. Όμως δεν ήταν η ιδανική νύφη και σύζυγος. Δε μπορούσε να κρατήσει το στόμα της κλειστό. Έλεγε ότι την ενοχλούσε και ήθελε να υπερ-αναλύει τα πάντα, με αποτέλεσμα να θεωρείται γκρινιάρα και γλωσσού. Με το θείο μου χώρισαν. Πριν φύγει πάλι για την πόλη της, την έβγαλε μόνη σε ένα στρώμα, μέρες γιορτινές. Δεν συμβιβαζόταν.

Κάποια φορά πήρα κρυφά το λεωφορείο και πήγα να την δω. Της πήρα ένα λούτρινο κουνελάκι. Ένα για μένα και ένα για κείνη. Όταν το είδε χάρηκε σα μικρό παιδί. Ήταν μικρό παιδί. Τα χρόνια περνούσαν, χαθήκαμε στην καθημερινότητά μας, αλλάξαμε τηλέφωνα. Πάντα τη σκεφτόμουν όμως και ήθελα να την ξαναδώ.

Το έμαθα από τη γιαγιά μου. Είχε σχέση με έναν παντρεμένο και ένα βράδυ του ζήτησε να χωρίσουν. Εκείνος θόλωσε, τη στραγγάλισε και μετά αυτοκτόνησε. Άφησε ένα σημείωμα στο οποίο ζητούσε να τους θάψουν μαζί. Φυσικά και αυτό δεν έγινε. Ο αδερφός της ενημέρωσε το θείο μου για το συμβάν.
Πάντα της έλεγα πως ανάβει φωτιές. Πάντα τη φοβόμουν. Δε θα μπορούσα να περιμένω τίποτα λιγότερο από εκείνη .
Αυτή ήταν η δική μου Σοφία. Αυθεντική, ελεύθερη, ένα πλάσμα που ή θα το λάτρευες ή θα το μισούσες. Εγώ την λάτρεψα. Για το μικρό κομμάτι ελευθερίας που μου χάρισε.

Ελένη Σαββαϊδου-Εσώρουχα