Φίλες (και λίγοι φίλοι) χαίρεται. Είπα να μην γράψω, να μην ασχοληθώ αλλά δεν άντεξα. Βλέποντας και διαβάζοντας τις τελευταίες μέρες στο φουμπού τον διασυρμό του κολλητού και φίλου αδερφικού, Σωτήρη, νιώθω αγανάκτηση. Διότι δεν μπορεί η κάθε τυχάρπαστη να τον κάνει ρόμπα για να γελάει με τις φίλες της. Ο Σωτήρης είναι ψυχούλα , είναι αγνό και λαϊκό παιδί κι η Βούλα πρόδωσε. Και θα πληρώσει.

Αγαπητέ Σωτήρη δώσε τόπο στην οργή λεβέντη μου. Σου το ‘λεγα εγώ ότι δεν κάνει για σένα. Ήταν λίγη σταυραετέ μου, αλλά εσύ καψουρεύτηκες και θόλωσε η κρίση σου. Σου το ‘λεγα να μην μπλέξεις με την τριτοδεύτερη αλλά δεν μ’ άκουγες. Τι δουλειά είχες εσύ καμάρι μου με την μπαλότσα; Σε θάμπωσε το πλατινέ μαλλί κι η σιλικόνη στο βυζί. Καλά έλεγε η μάνα σου τσολιά μου να μείνεις με το Μαράκι, την κόρη της κυρά-Λέλας της ψιλικατζούς. Αλλά εσύ ήθελες μεγαλεία Σωτήρη μου. Λούσου τα τώρα για να σου γίνει μάθημα. Που δεν τολμάς να βγεις στη γειτονιά. Μέχρι και τα πιτσιρίκια σε δουλεύουν λεβέντη μου μόλις σε δούνε στην πλατεία. Κι από Σωτήρης ο τακλινιάρης έγινες ο Σωτήρης ο κλαψιάρης.

Δεν μ’ άκουσες ρε Σωτηράκη. Και την πάτησες. Τις ξέρω εγώ τις Βούλες καημένε. Σε γλέντησε και σε πέταξε σαν στυμμένη λεμονόκουπα. Κι ας την είχες βασίλισσα. Ανέβαινε στην πίστα η Βούλα να χορέψει κι οι λουλουδούδες δεν προλάβαιναν να κουβαλάνε τους δίσκους με τα γαρύφαλλο. Και να οι Μπελούγκες κι οι Μπελβεντέρε λες κι ήσουνα ο γιος του κοκακόλα. Για τη Βούλα ρε φίλε Σώτο. Που μ’ ένα πιτόγυρο την έβγαζαν γκόμενα. Σε τύφλωσε ο έρωτας. Σε κούφανε κιόλας και δεν μ’ άκουγες δόλιε Σωτηράκη. Κι έπεσες στα πατώματα. Κλείστηκες στο σπίτι και δεν ήθελες να δεις άνθρωπο. Εσύ που δεν μαζευόσουν ποτέ. Εκεί σε κατάντησε η ακατανόμαστη. Αλλά μην στεναχωριέσαι αγορίνα μου. Θα την κάνω εγώ να μετανιώσει και να ‘ρθει γονατιστή να σου ζητήσει συγγνώμη. Και τότε Σωτήρη μου θα την φτύσεις την κάρχια και θα την αφήσεις να σέρνεται παρακαλώντας.

Όλα θα μπορούσα να της τα συγχωρήσω της αθεόφοβης. Όταν είδα όμως ότι έκανε copy paste το γράμμα σου, αυτό το γράμμα που ήταν κατάθεση ψυχής, θόλωσα Σωτήρη. Γιατί εμένα με λένε Κικίτσα και την αδικία δεν την σηκώνω. Μου γύρισε το μάτι Σωτήρη μου. Γελούσε με τις φιλενάδες της και σε κορόιδευαν. Εσένα το λαϊκό παιδί. Που το μόνο σου λάθος ήταν ότι καψουρεύτηκες. Κι αντί να σε εκτιμήσει και να αράξει μαζί σου, αυτή σε ξεφτίλισε. Ποια; Η Βούλα φίλε, που μόνο τα παγκάκια του πάρκου δεν την είχαν πάρει. Κι εσύ την έκανες κυρά κι αρχόντισσα. Την πήρες απ’τα υπόγεια και την ανέβασες στα ρετιρέ. Κι αυτή πως το ξεπλήρωσε; Όχι σε ρωτάω. Αντί να σε κάνει εικόνισμα και να σε προσκυνάει σε χλεύασε Σωτήρη μου. Αλλά έτσι είστε εσείς οι άντρες. Δεν σας αρέσουν τα απλά και ηθικά κορίτσια. Μόλις δείτε αυτές με τα μίνια και τα ντεκολτέ θολώνετε. Σας κουνάνε τον κώλο και τρέχετε από πίσω τους. Κι από κει που ήσουν λύκος Σωτήρη μου κατάντησες λουλού του καναπέ.

Το νου σου λοιπόν φίλε μου. Μην κάνεις τα ίδια λάθη με την επόμενη. Κρατήσου στο ύψος σου. Δείξε από την αρχή ποιος κάνει κουμάντο. Γιατί είσαι άντρας και το κέφι σου θα κάνεις. Μην δείξεις τα αισθήματα σου. Άσ’την να τρέχει και να παρακαλάει. Όσο για την ξετσίπωτη τη Βούλα, άσ’το πάνω μου. Θα την κάνω εγώ να μην έχει μούτρα να γράφει στις ομάδες. Κι ελπίζω να διαβάζει αυτά που της σέρνω για να δει πως είναι να χλευάζεις στο φουμπoύ. Ούξου μωρή πουλάδα, επαναστάτρια του πληκτρολογίου.

Παρασύρθηκα και είπα πολλά. Αλλά είναι ο πόνος μου μεγάλος. Σ’ αδίκησε Σωτήρη μου και θα πληρώσει. Ντύσου, στολίσου και βγες στη γύρα αγορίνα μου. Κι από Βούλες, να φαν κι οι κότες.

Κικίτσα.