Άκου “Σουζάνα”! Ποιος δίνει αυτό το όνομα στο παιδί του αλήθεια; Αν δεν είσαι 60 χρόνων μοδίστρα στα Σεπόλια, με μαλλί πλατινέ και κρεατοελιές, γιατί να σε λένε Σουζάνα; Τώρα ξέρω, θα πείτε ότι αυτά είναι ντροπής που λέω και προσβέλνω όσες τις λένε Σουζάνες και τις μοδίστρες και τα Σεπόλια και τις κρεατοελιές.

Γιατί μωρή το Ευτυχία καλύτερο είναι; Αντήχησε κάτι μέσα μου με φωνή Χρυσούλας Διαβάτη. Πάντα έλεγα ότι είναι γιαγιαδίστικο όνομα, γιατί τη μόνη που ήξερα με αυτό το όνομα ήταν η γιαγιά μου η κυρία Ευτυχία. Η πιο σικ γιαγιά ίσως και όλης της πόλης. Παλιά μοδίστρα, από αυτές που ράβαν καλά ταγιέρ. Έφτιαχνε τις πιο νόστιμες πίτες, πάντα ήταν πεντακάθαρη και περιποιημένη, το σπίτι της μύριζε μια γλυκιά φρεσκάδα από τις μανταρινόφλουδες που άφηνε στο μάτι της ξύλοσομπας και πάντα μας έδινε χαρτζιλικάκι. Αχ γιαγιούλα! Είχε και τα κολλήματα της βέβαια, ας πούμε με τα μαλλιά μας. “Κόψτα να φανεί το προσωπάκι σου”. Φαίνεται γιαγιούλα μου οι μαγούλες μου να! Κόκκινες κόκκινες και τσουπωτές.

“Αδύνατο είσαι, δεν τρως; Να σε βάλω λίγη πιτούλα;” Αδύνατο ναι βάλε μισή λαμαρίνα να φάω πριν το μεσημεριανό, μην τυχόν και δεν έχω όρεξη το καημένο. Μια φορά με τάισε τόσο πολύ, (με τάισε, εγώ δεν ήθελα) που όταν πήγα σπίτι, έκανα λίγο εμετό. Ήταν πολύ σικ η γιαγιά μου. Θα΄ταν καμία 65αρια χρόνων (πέθανε στα 86), όταν φώναξε την μάνα μου κ της υπέδειξε ένα ταγιεράκι σεταρισμένο με γοβάκια, καλσόν και τσάντα, “για όταν πεθάνω”. .Μη τυχόν λέει και με θάψετε με τίποτα παλιόρουχα! Καλά λέει η μάνα μου πέθανε εσύ και ξέρω εγώ. Την στόλισε η γιαγιά, η μάνα ανταπέδωσε, που μ΄έβαλες λέει να κατέβω άρον άρον για να με δείξεις τα πεθαμενατζίδικα ταγιέρ.

Η γιαγιά μου αν ήταν χαρακτήρας σε Βραζιλιάνικο σίριαλ, θα΄ταν η μάνα του μεγαλογαιοκτήμονα που θα όριζε ακόμα και το πότε θα κατεβάσουν γάλα οι γελάδες. Όταν ήταν η βάφτιση μου, είχε βγάλει εισιτήρια κρυφά εννοείται, ως γνήσια Γιαγιά Σολεδάδ Χοσέ Ντε λα Ρόζα και σε περίπτωσιν που θα τόλμαγε η καψομάνα μου να με βαφτίσει όπως ήθελε, (Λουκία ήθελε ή Βιβιάνα, οπότε ο Θεός με φύλαξε), εκείνη θα γύρναγε την πλάτη της επιδεικτικά στον πάτερ, θα όρθωνε το 1,48 της ανάστημα και τακ τακ τα τακουνάκια της, θα έφευγε μαζί με τον παππού (τι να΄κανε ο έρμος) για την Γουμένισσα. Και όλοι μας θα βολοδέρναμε πίσω να βρούμε που πήγε η γιαγιά. Και αυτή θα μας κράταγε μούτρα απ’ την Γουμένισσα. Κρίμα που κότεψε η μάνα μου και με έβγαλε το όνομα της. Τώρα θα΄χαμε κι ένα σπίτι στην Γουμένισσα. Αλλά θα με λέγαν Λουκία, οπότε άκυρο. Γεια σας με λένε Λουκία και είμαι από Γουμένισσα. Όχι Βαγγελίστρα μου, όχι. Όλα καλά εν τέλει.

Γιαγιάκα μου ώρα σου καλή. Μου λείπεις.
Να τις αγαπάτε τις γιαγιάδες σας, να τις φροντίζετε. Ακόμα κι αν τις λένε Σουζάνες και αναγκαστικά λένε κ εσάς Σουζάνες.