Άτιμο πράγμα το μυαλό. Άλλοτε στη λιακάδα του βλέπουμε καρέ-καρέ το έργο της ζωής μας, άλλοτε χτίζουμε παραμύθια με ευτυχισμένο τέλος, κι άλλοτε εκείνο παίζει μαζί μας «κλέφτες κι αστυνόμους», παρασύροντάς μας σε σκοτεινά και δύσβατα μονοπάτια αγωνίας, φόβου, γεμάτα εκκωφαντικές κραυγές απελπισίας. Άτιμο πράγμα το μυαλό.
«Φοβάμαι. Φοβάμαι μην τον χάσω. Τρέμω στην ιδέα. Μου κόβεται η ανάσα. Ακούς;»

Αγαπάω τα ταξίδια του νου. Αγαπάω κάθε έξοδο διαφυγής από τη ρουτίνα της καθημερινότητας, κάθε διαδρομή προς το όνειρο, για όπου και όσο εγώ επιθυμώ. Με κάνουν και νιώθω ζωντανή. Ρομαντική; Ονειροπόλα; Μπορεί… Αλλά όλα από ένα όνειρο δεν ξεκινούν;
«Όνειρα; Ποια όνειρα; Μήνες τώρα μόνο εφιάλτες. Η αμφιβολία, ο φόβος μου τριβελίζουν το μυαλό, στοιχειώνουν τα όνειρά μου, με ροκανίζουν ολάκερη. Ακούς;»
Ναι, αγαπώ τα ταξίδια του νου. Αυτά που έχουν λιμάνι αναχώρησης μια ανάμνηση στην ευωδιά του γιασεμιού, που κάποτε στοίχειωσε τον αέρα και δεν χάθηκε ποτέ. Στο άκουσμα ενός στίχου, που κάποτε σιγοτραγούδησα σε μια αγκαλιά δοσμένη, πάνω από ένα άδειο ποτήρι και πίσω από μια πόρτα που έκλεισε για πάντα… Αυτά που έχουν διαβατήριο μια φευγαλέα εικόνα από το παρελθόν, που η ψυχή μου αιχμαλώτισε για πάντα, μόνο και μόνο για να μπορώ να νιώσω με όλο μου το «είναι», ξανά και ξανά, εκείνο το μοναδικό συναίσθημα που μια στιγμή, κάπου, κάπως, κάποτε με ηλέκτρισε και που με μαγικό τρόπο έχει τη δύναμη να με αναστατώνει σήμερα, εδώ, τώρα.

«Ήταν ο άντρας της και την πρόδωσε. Μας πρόδωσε. Το καταλαβαίνεις; Γύρισα σπίτι και τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο. Μια σπασμένη κορνίζα, εκείνη του γάμου της, στο πάτωμα. Κι αυτή να κλαίει από απόγνωση. Εκείνος πλούσιος και ευτυχισμένος έκανε τη ζωή του, κι εμείς ταπεινωμένες ζούσαμε με βλέμματα λύπης πάνω μας, στη σκιά των ψιθύρων πίσω από την πλάτη μας, λες και φταίγαμε εμείς. Όχι, οι κόρες μου δεν θα περάσουν τα ίδια. Ο δικός μου άντρας δεν θα με εγκαταλείψει. Ακούς;».
Τις νύχτες που το σκοτάδι πέφτει, εκείνες τις νύχτες που η σιωπή είναι διαφορετική, που ακόμα και οι λέξεις έχουν άλλη δύναμη, με πλώρη το όνειρο γινόμαστε ό,τι θέλουμε να γίνουμε, κάνουμε ό,τι θέλουμε να κάνουμε, είμαστε ό,τι δεν μας επιτρέπουν να είμαστε. Τις νύχτες που είναι όλα τόσο διαφορετικά, τα μάτια κλείνουν, οι διακόπτες κατεβαίνουν, και η αυλαία μιας άλλης ζωής ανοίγει. Εκείνης που θέλαμε να ζήσουμε και δεν μας άφησαν· εκείνης που θέλουμε να ζήσουμε αλλά δεν μας αφήνουν. Και το ταξίδι του νου ξεκινά με εφόδια καμωμένα από την ίδια την ψυχή μας…

«Αν οι σκέψεις σκότωναν, θα σκότωνα κάθε επιθυμία του που δεν ξεκινά και δεν τελειώνει σε μένα. Αν οι σκέψεις φυλάκιζαν, θα τον είχα αλυσοδεμένο. Τον αγαπώ με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Δακρύζω στην σκέψη του. Αργοπεθαίνω στην ιδέα ότι μπορεί να του κοιτούν άλλες, να κοιτά άλλες. Να φλερτάρει. Σαν πέφτει η νύχτα και έχει αργήσει να γυρίσει, σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι… Όχι, δεν θα επιτρέψω να μου τον πάρει καμιά στιγμή τρέλας και σαρκικής αδυναμίας. Προσέχω για να έχω, κι ας με λες παράλογη. Προσέχω για να έχω. Ακούς;»
Εκτιμάω τα ταξίδια του νου. Τα απολαμβάνω, όπως ο δραπέτης απολαμβάνει τη στιγμή που σπάει τα δεσμά του και τρέχει μακριά από τη φυλακή του. Τα λαχταράω, όπως ο άρρωστος λαχταρά το εξιτήριο από το νοσοκομείο, και το μικρό παιδί ένα παγωτό χωνάκι με μπόλικο σιρόπι σοκολάτας. Θαυμάζω τη δύναμή τους να φανερώνουν αλήθειες, να αποκαλύπτουν την πραγματικότητα, εκείνη την πραγματικότητα που το «εγώ» μας παραμορφώνει και δεν θέλει από φόβο, ντροπή ή και δειλία να αντικρύσει. Μαγεύομαι από την εξομολογητική τους διάθεση, την ένταση με την οποία μας αναγκάζουν να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας · την εξαγνιστική και συνάμα λυτρωτική τους δράση τους.

«Είναι τόσο γοητευτικός, τόσο κοινωνικός, τόσο πετυχημένος. Όλοι τον θαυμάζουν κι εγώ ζω στη σκιά του, μεγαλώνοντας σπίτι τα παιδιά του. Με τρώει όλη μέρα που είναι και τι κάνει, με ποια μιλάει και τι της λέει. Βλέπω φωτογραφίες του παλιές, και κάνω εικόνα κάθε άγγιγμα στο κορμί των πρώην του. Ψάχνω για ξένα γυναικεία αρώματα πάνω του. Ρωτάω για κάθε θηλυκό που μπαίνει στο γραφείο του, ποια είναι, που μένει, κι ας λέει πως με αγαπάει. Ακόμα κι εσένα φοβάμαι. Γι’ αυτό δεν θέλω να έρχεσαι όταν είναι εκείνος εδώ. Καμιά σας δεν θέλω να έρχεται σπίτι. Δεν αντέχω να σας χαμογελά. Με πιάνει ταχυπαλμία, ζαλάδα. Παρατηρώ κάθε του βλέμμα, κάθε του κίνηση. Τσεκάρω το τηλέφωνό του, τα email του, το λογαριασμό του στο facebook. Περνάω απροειδοποίητα από το γραφείο του, από το cafe που έχει πάει με τους φίλους του, από τον παιδότοπο που έχει πάει τα παιδιά. Ακόμα και στα βαρετά συνέδρια που πρέπει να πάει, τον συνοδεύω πάντα. Κλείνω τα μάτια και ο νους μου τρέχει. Τρέχει και ψάχνει. Γιατί φίλη μου όποιος ψάχνει βρίσκει. Κι ας λες πως τα σενάρια που φτιάχνω δεν έχουν βάση, πως είναι παράλογες και ψυχοφθόρες αρρωστημένες εικασίες.»
Ταξιδευτές του νου. Τα σέβομαι και τα φοβάμαι τα ταξίδια του νου, όπως σέβομαι και φοβάμαι το σκοτάδι, που όσο όμορφο κι αν φαντάζει, μπορεί να μας ρουφήξει, σαν άλλη «μαύρη τρύπα» που τίποτα δεν της ξεφεύγει. Το να πρωταγωνιστείς σε παραμύθια δίχως κακές μάγισσες και να βαδίζεις σε μονοπάτια λουσμένα από φως, είναι η ονειρική πλευρά αυτών των ταξιδιών. Υπάρχουν όμως διαδρομές δύσβατες, επικίνδυνες, που η λογική είναι τόσο μα τόσο εύκολο να παραδώσει τα ηνία στην παράνοια, και να μας οδηγήσει σε μια θαλασσοταραχή, που η νηνεμία φαντάζει φρούδα ελπίδα. Οι αρνητικές σκέψεις δεν είναι παρά μια λέπρα του μυαλού, που σιγά σιγά μας τρώει σαν σαράκι, μας αλλοιώνει, μας καταστρέφει.

«Ναι, δεν μου έχει δώσει ποτέ αφορμή. Αλλά γιατί θα πρέπει να νιώσω την απειλή στο πετσί μου; Ναι, το έχω συζητήσει μαζί του. Κι εκείνος γελάει και μου λέει να μην είμαι κουτή. Καλύτερα κουτή παρά κερατωμένη. Όσο κι αν με καθησυχάζει, το μυαλό μου ουρλιάζει. Κι αν λέει ψέματα; Κι αν μου ρίχνει στάχτη στα μάτια κάθε φορά που με αγκαλιάζει, που μου κάνει δώρα, που μου φέρνει λουλούδια; Ναι, νιώθω πως χάνω τον εαυτό μου. Δεν μπορώ να χαρώ με τη χαρά. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο πέρα από εκείνον κι ΕΚΕΙΝΕΣ. Ακόμα και η ερωτική μας επαφή είναι ένας αγώνας δρόμου για μένα. Να είμαι η καλύτερη. Γι’ αυτόν. Για εμάς. Πνίγομαι, κουράζομαι, αλλά ο φόβος μην τον χάσω μου δίνει δύναμη να συνεχίσω.. Ακούς;»»
Στα ταξίδια του μυαλού είμαστε μόνοι μας. Δεν υπάρχουν φίλοι, δεν υπάρχουν σύντροφοι · δεν υπάρχουν φάροι, δεν υπάρχουν δεκανίκια. Θέλει σοφία και σύνεση το ταξίδι που θα επιλέξουμε, για να αποφύγουμε σκέψεις ικανές να χτίσουν γύρω μας μια φυλακή, να στήσουν ένα χορό μαρτυρίου και πόνου για την ψυχή μας. Είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Αρκεί να αγαπήσουμε λίγο περισσότερο τον εαυτό μας, με το όποιο παρελθόν του, με το όποιο παρόν του. Να πιστέψουμε σ’ αυτόν. Να τον εκτιμήσουμε, όχι μόνο για αυτό που είναι αλλά και γι’ αυτό που μπορεί να γίνει.

Ταξιδευτές του νου. Είθε τα ταξίδια σας να είναι με μπουνάτσες!