Πριν από μερικά χρόνια, στο σπίτι της γιαγιάς μιας φίλης μου, παρατήρησα κάτι που με άφησε με ανοιχτό το στόμα. Πάνω στο τραπέζι της φτωχικής κουζίνας έκαιγε ένα καντηλάκι από αυτά που καίνε νυχθημερόν στα σπίτια των πιστών χριστιανών, πλαισιωμένα από εικόνες ή κάποιες φορές μια και μοναδική εικονίτσα, που ο πιστός ξεχωρίζει ως την προστάτιδα της οικογένειάς του. Το συγκεκριμένο καντηλάκι έκαιγε κάτω από μια σκηνή από τα πάθη του Χριστού. Εκείνος, με μια έκφραση που μαρτυρούσε απερίγραπτο πόνο, είχε μόλις δεχτεί στο κεφάλι το αγκαθωτό στεφάνι, ενώ χονδρές στάλες αίματος έλουζαν το πρόσωπό του. Εκείνος, ήταν ένα πρόσωπο τρομερά οικείο, πασίγνωστο και απόλυτα αναγνωρίσιμο για κάθε πιστό χριστιανό και φυσικά για όποιον επενδύει τον τηλεοπτικό του χρόνο κάθε Μ. Εβδομάδα στο κανάλι του Αντ1.

Εκεί, στο τραπέζι της γιαγιάς Θεοπίστης, λατρευόταν, λιβανιζόταν και δεχόταν ψιθυριστές προσευχές ο Robert Powell, o ηθοποιός που υποδύθηκε τον Ιησού στη μίνι τηλεοπτική σειρά του 1977 «Ο Ιησούς από τη Ναζαρετ» του Franco Zeffirelli.

Γύρισα σαστισμένη στη φίλη μου δείχνοντας της με το βλέμμα την ξεθωριασμένη και κορνιζαρισμένη φωτογραφία του άγγλου ηθοποιού, για να δεχτώ τον βλεμματικό κανονιοβολισμό της.
«Δεν το θίγουμε αυτό το θέμα στο σπίτι της γιαγιάς Θεοπίστης» μου εξήγησε αργότερα, «για τη γιαγιά αυτός είναι ο Χριστός και φράσεις όπως «μα είναι ηθοποιός, από ταινία είναι η σκηνή» σε κατατάσσουν αυτόματα σε 2 πιθανές κατηγορίες. 1. Σε καβάλησε στο σβέρκο ο οξαποδώ. 2. Ανήκεις σε αίρεση.

Φάγαμε από 2 χωριάτικα αυγά μάτια και κάτι θεϊκά κολοκυθάκια από το μποστάνι της γιαγιάς κι όπου φύγει φύγει, γιατί γλυκύτατη η Θεοπίστη με δυο μαγουλάκια φράπες και μια αγκαλιά συννεφένια, αλλά κάτι στο μάτι της μου θύμησε τον Τζακ Νίκολσον στην Λάμψη, όταν μας έπιασε να κρυφοκουβεντιάζουμε πάνω από τον Ρόμπερτ Πάουελ καβάλα στο καντηλάκι.
Στο δρόμο της επιστροφής, κατά διαστήματα έφερνα το καντηλάκι στο μυαλό μου και μ’ έπιανε νευρικό γέλιο μέχρι που κάτι μου το έκοψε μαχαίρι.

«γελάς κοριτσάκι;» μου λέει η εσωτερική φωνούλα που έχουμε όλοι οι άνθρωποι να μας γειώνει και που τη δική μου τη λέω «βδελίτσα».
«τι θες πάλι;» παίρνω αμυντική στάση καθώς ετοιμάζομαι για κήρυγμα και κατηγορίες ρατσιστικής στάσης απέναντι στην γηραιά, αφελή πιστή.
«θυμάσαι ποια είναι η Olivia Hussey;”, μου λέει η «βδελίτσα» και νιώθω το ύπουλο χτύπημα της να μου μουδιάζει το αριστερό χέρι.
Τώρα, μεταξύ μας, θα μπορούσα να της πω να το βουλώσει και θα το έκανε. Τα τελευταία χρόνια, λόγω ηλικίας υποθέτω, με σέβεται, αλλά για τον ίδιο λόγο έμαθα να την σέβομαι κι εγώ και την ακούω λίγο πιο προσεχτικά όταν μου πρήζει τα συκώτια.

Η Οlivia Hussey, για να μην σας κουράζω, είναι η ηθοποιός που υποδύθηκε τη μητέρα του Ιησού στην ίδια σειρά που έπαιζε κι ο Χριστός της Θεοπίστης. Η «βδελίτσα» κάθισε αναπαυτικά στο σημείο αυτό να απολαύσει τον θρίαμβό της.
Κάθε φορά που γίνεται λόγος για την Παναγία, δεν έρχεται ποτέ στο μυαλό μου η Υπέρμαχος στρατηγός, ούτε μια εκκλησιαστική εικόνα μιας μορφής με φωτοστέφανο και μπλε-κόκκινα ρούχα αγκαλιά με το πιτσιρίκι της, αλλά το εύθραυστο, σχεδόν παιδικό βλέμμα της Olivia Hussey, να σπάει, να γίνεται χίλια κομμάτια στη θέα του παιδιού της πάνω στον σταυρό του μαρτυρίου. Τα ένιωσε ένα ένα τα καρφιά η Μαρία. Στα χέρια, στα πόδια, μα στην καρδιά την διαπέρασε ξίφος.

Σε κείνον τον σταυρό που οι μισοί παρευρισκόμενοι έβλεπαν τον θεάνθρωπο, το δάσκαλό τους, τον υιό του Θεού κι οι άλλοι μισοί έναν απατεώνα που πήρε την τιμωρία που του άξιζε, εκείνη βλέπει την στιγμή που τον γέννησε και νιώθει ακόμα εκείνο το τελευταίο επώδυνο σπρώξιμο για να τον φέρει στο φως. Το βλέπει να θηλάζει ήρεμα στο στήθος της καθώς τα βλέφαρα του βαραίνουν. Το βλέπει να πέφτει, να ματώνει τα γόνατά του κι η ψυχή της σφίγγεται όταν κλαμένο τρέχει να χωθεί στη φούστα της. Το βλέπει να τρέχει, παρηγορημένο πια, για να ξαναπαίξει, να γυρνάει πίσω, να της ψάχνει με το βλέμμα, να της χαμογελάει. Και τώρα το παιδί της αφήνει την τελευταία του ανάσα μέσα σε φριχτούς πόνους κι εκείνη μόνη, ένα τυχαίο πρόσωπο στη πλήθος, δεν έχει φούστα να το κρύψει, κάνει να ουρλιάξει μα ήχος δεν βγαίνει, κάνει να ξεσκίσει τις σάρκες της μα τα μέλη της δεν την υπακούουν. Χέρια την αγγίζουν, την τραβάνε, την απομακρύνουν, γυρνάει πίσω να τον κοιτάξει, να τον κλείσει για πάντα μέσα στο βλέμμα της.

Stabat Mater dolorosa
Στεκόταν η μητέρα πονεμένη
Iuxta crucem lacrimosa
Κοντά στο σταυρό δακρυσμένη
Dum pendebat Filius
Όσο κρεμόταν ο γιος της.
Cuius animam gementem
Την ψυχή της που στέναζε
Contristatam et dolentem
Την περίλυπη και πληγωμένη
Pertransivit gladius
Την διαπέρασε Ξίφος.*

Δεν είμαι θρησκευόμενη, δεν ξέρω κάν αν η Μαρία κι ο Ιησούς υπήρξαν ως ιστορικά πρόσωπα. Ξέρω ότι η γιαγιά Θεοπίστη, θέλησε ένα ανθρώπινο πρόσωπο, με σάρκα και οστά, για να νιώσει μέσα στην ψυχή της το μαρτύριό του. Γι’ αυτήν, ο δικός της Χριστός, μόνο με ανθρώπινα χαρακτηριστικά μπορούσε να γίνει κομμάτι του εαυτού της. Το ίδιο και η Μαρία. Καμία αγιογραφία δεν μπορεί να αποτυπώσει τον πόνο της μάνας όπως μπορεί ένα ανθρώπινο πρόσωπο.
Αν η Μαρία υπήρξε , αν κάποια μάνα κάποτε, στάθηκε κάτω από έναν τέτοιο φρικτό σταυρό, αν όντως είναι ιστορικό πρόσωπο δεν θα το μάθουμε ποτέ. Μπορούμε να το πιστεύουμε ή να μην το πιστεύουμε κι οι επιλογές είναι αυστηρά προσωπικές. Οι γραφές όμως της οφείλουν μια μικρή διόρθωση, μια τόση δα προσθήκη.

Αν ο γιος της ήρθε να σηκώσει στους ώμους τις αμαρτίες του κόσμου, τις μισές από αυτές, τις σήκωσε Εκείνη.

*απόσπασμα, Sequentiae, “Stabat Mater”.

Ζωή Σταύρου