Είχε αποφασιστεί από καιρό. Θα τον συνόδευα στο κεφαλοχώρι, να δικαστεί, ν’ αποφασίσουν οι γέροντες για τη ζωή του. Θα πέθαινε; Θα τον φυλάκιζαν; Κανείς δεν ήξερε.

Δεν το ‘θελε φαίνεται η μοίρα μου κι όλα έδειχναν να μου λένε «μην το κάνεις!» Ο δρόμος, πιο δύσβατος από ποτέ, το χιόνι να σκεπάζει τους λόγγους, κάνοντας το μονοπάτι όχι μόνο δύσβατο, αλλά ούτε ορατό με γυμνό μάτι και ο αέρας; Αυτός ο αέρας να φυσά μανιασμένος σαν να ‘ναι θεός. Σαν να σου λέει «Όχι, δε θα περάσεις!» Όμως η εντολή ήταν εντολή. Ή να τον φέρω στη Ζαρούχλα, ή να πεθάνω προσπαθώντας.

Ο κόσμος στα Κλουκινοχώρια δεν πρόλαβε να το μάθει, μα η εφημερίδα το φώναζε στο πρωτοσέλιδό της: «Έγκλημα Τιμής». Έφτασα, τον παρέλαβα από τον σταθμάρχη και κινήσαμε. Δε βγάζαμε μιλιά, τί λόγο ν’ αλλάξουν άλλωστε ο δεσμοφύλακας με τον ύποπτο για φόνο; Το μόνο που μ’ ένοιαζε ήταν να μη βγω ούτε γι’ αστείο στη δημοσιά, μη με δουν απ’ τον οδοντωτό που πάει για τα Καλάβρυτα και το μάθουν οι Χαραλάμπηδες κι αντιδράσουν πριν βγει η απόφαση, γιατί καήκαμε. Ήταν βλέπεις συγγενής του Σωτήρ’ Χαραλάμπη, κάποιοι λένε ότι γι’ αυτό το έκανε κι ήλπιζε να τη γλιτώσει. Όμως όταν το χέρι υψώνει να κόψει αλλουνού κεφάλι, ή στο κόβουν, ή στο δένουν στη μέση για πάντα. Κι αυτό, έδειχνε να το ξεχνά.

– Τί διάολο ήθελες και τον σκότωσες;

– Έχεις αδερφή;

Αυτό μου ‘φτανε. Το χιόνι έφτανε στο γόνα, η αλυσίδα με βάραινε, φαντάσου τον έρημο ξωπίσω μου που του ‘πιανε και τα δυο χέρια. Κοντός, μαζεμένος, σχεδόν απολειφάδι του εαυτού του. Κι εγώ ν’ αναρωτιέμαι όσο περνά η ώρα: «Πώς διάολο το ‘κανε;» Αλλά δεν περίμενα απάντηση. Στα βουνά η τιμή παίρνει μεγαλύτερη αξία. Στα βουνά ο άνθρωπος γίνεται αγρίμι και προστατεύει τα όσιά του δυο φορές. Κι αν δεν έχεις άλλη περιουσία παρά μαχαίρια και πιστόλες, δε θέλει και πολύ να σκεφτείς πού να στραφείς για να υπερασπιστείς την τιμή των δικώνε σου. Σ’ αυτά που κρεμάς στο ζωνάρ’ σου.

Ξάφνου ο δρόμος στένεψε. Δεν πήγαινε άλλο. Γυρνώ ξωπίσω μου, κόβω μονομιάς τον άλυσο και φεύγω προς τη δημοσιά μόνος.

Κοντοστάθηκε να με κοιτά, εκεί, απ’ το σταυροδρόμι. Όσο κι αν απομακρυνόμουν, εκείνος εκεί. Πρώτη φορά τόσο γαλήνιος, λες κι ήταν άλλος άνθρωπος. Τόσο διαφορετικός απ’ το αγρίμι που παρέλαβα απ’ το σταθμό…

Το ‘ξερα και το ‘καμα. Το σταυροδρόμι ήταν εμπρός του. Απ’ τη μια πήγαινε στη Ζαρούχλα, μα σαν θες, απ’ την άλλη πήγαινε κατά τη λίμνη του Τσιβλού και μην τον είδατε.

Ποτέ δεν έμαθα κατά πού πήγε.

Όσο απομακρυνόμουν, εκείνος σαν να μην το ‘θελε να δω πού θα στρίψει, έμενε εκεί, ατάραχος να με κοιτά.

Κι ούτε μπορώ πια να μάθω ποιά ήταν η μοίρα του. Αν πήγαινε στο χωριό να δικαστεί, όλοι ξέρουμε ποιο θα ήταν το τέλος του, με τέτοιο έγκλημα που ‘καμε. Αν πάλι έστριψε για τον Τσιβλό, η λίμνη ξέρει να κρύβει καλά όποιον της το ζητήσει…