Το ρολόι χτυπά ρυθμικά μετρώντας στιγμές. Η ανάσα σκοντάφτει πασχίζοντας να κρατηθεί. Μόνος, στις πιο δύσκολες στιγμές βρίσκεσαι μόνος. Οι αγαπημένοι μοιάζουν απόμακροι και ταυτόχρονα ενοχλητικά κοντά. Το βλέμμα αναζητά ένα νεύμα, η καρδιά παρακαλάει για ένα φιλικό άγγιγμα. Μα μαζεύεις τα μάτια μη σε προδώσουν κι απασχολείς τον εαυτό σου –τάχα να ξεχαστείς. Μονότονος ο ήχος του ρολογιού, σπάει τη σιωπή της νύχτας, μοναδικός σύντροφος κι ακροατής. Σταθερός, χωρίς να κρίνει σκέψεις ή επιθυμίες. Ό,τι κι αν φυλαχτεί στις στιγμές, ο χτύπος το καλύπτει, το υπογράφει, το σφραγίζει, το κάνει μέρος της ζωής, του δίνει τη λάμψη του χρόνου –ενός παρόντος που σήκωσε το ανάστημα και την ίδια στιγμή γράφτηκε στης μοίρας το τεφτέρι σαν παρελθόν.

«Τι έχεις;» ακούς μια φωνή να σε συνεφέρνει από το ταξίδι του νου. Το βλέμμα συναντά ένα άλλο και ένα χέρι απλώνεται επικίνδυνα κοντά. Οι σκέψεις προσπαθούν να ξεχυθούν όλες μαζί στον αναπάντεχο αποδέκτη και στη βιάση τους ξεσηκώνουν τα μάτια βροχή. Προδίνεσαι. Έχεις δαγκώσει τα χείλη, σφίγγεις τα δόντια, προσπαθείς να κρατήσεις τις στάλες μη γλιστρήσουν από των ματιών τον καθρέφτη. Το πρόσωπο προδίδει κι αυτό. Κάνεις να μιλήσεις μα ξέρεις πως δε θα μπορέσεις να βγάλεις φωνή, ούτε καν κάποιο ήχο. Οτιδήποτε δικό σου φτάσει στα αυτιά σου ή το νου θα απελευθερώσει κύμα αναπάντεχο. Ευγνωμονείς για τη φωνή που βρέθηκε κοντά σου. Δεν έχεις όμως καν τη δυνατότητα να το πεις αυτό. Ίσως και να μη χρειάζεται. Το χέρι που απλώθηκε, το βλέμμα που σε αναζήτησε, στάθηκε για μια στιγμή και χωρίς λέξεις σε διάβασε. Είπε όσα δε μπόρεσαν να γίνουν λόγια και αποτραβήχτηκε νιώθοντας λίγο αμήχανα αδιάκριτο. Ξέρει πως έπεσε σε βαθιά νερά.

Κι όμως, αυτή η στιγμή που κράτησε όσο ένα βλεφάρισμα και μια αναπνοή, ήταν το άγγιγμα που έψαχνες. Αυτό που σε έκανε για μια τόση δα, αιώνια, στιγμή να νιώσεις πως δεν είσαι μόνος. Όπως ήρθε, αναπάντεχα, αντίστοιχα διακριτικά αποσύρθηκε. Άφησε όμως το ίχνος του, ένα αποτύπωμα γλυκό και δυνατό μέσα σου. Ώρα μετά, μέρες μετά, στιγμές και αιωνιότητες, το κουβαλάς μαζί σου. Έτσι κάπως ξεχωρίζεις τους «δικούς σου» ανθρώπους.

Επιστρέφεις στον μονότονα συντροφικό ήχο του ρολογιού. Είναι εκεί ακόμα, κάνοντας το χρώμα του παρόντος να ξεθωριάζει, δίνοντας αρμύρα και πικρή γεύση στις σκέψεις που γίνονται. Ξέρεις πως η νύχτα δεν είναι καλός σύντροφος της σκέψης. Θες να αποδεσμεύσεις το νου μα φωλιάζεις μέσα στις ώρες που το σκοτάδι συντροφεύει τους φόβους. Δείχνουν όλα τόσο αδιέξοδα κάποιες φορές. Μια ελπίδα κλοτσάει να βρει το δρόμο της στη φωνή σου. Η φωνή δε βγαίνει, η ελπίδα σκαλώνει αλλά δεν παραιτείται. Αφήνεται στην εξάντληση της νύχτας για να θεριέψει. Οι σκέψεις στρώνονται καλύτερα με το φως της μέρας. Ο ήλιος τους δίνει ζωντάνια, υπόσταση και λάμψη. Αύριο, ίσως να σκεφτείς καλύτερα.

Δυσκολεύεσαι. Προσπαθείς να δεις μακριά και οι ανησυχίες ορθώνονται μπροστά σου. Οι στόχοι σου γίνονται ξαφνικά μακρινοί, ουτοπικοί, φαντάζουν εξωπραγματικοί. Η πραγματικότητα σε χτυπά με δύναμη. Σε αφήνει χωρίς κουράγιο. Ζεις μόνο για τη στιγμή. Ζεις μόνο για την επόμενη ανάσα. Με το ρολόι και τις ανάσες μετράς τις στιγμές και γνέθεις το νήμα του χρόνου.

Το ρολόι χτυπά ρυθμικά…

Ανάσα.

Στιγμή.

Χτύπος.

Και πάλι από την αρχή…