Κάθησα στο τραπέζι της κουζίνας.Είχαμε αποφασίσει κάποτε, πως το τραπέζι της κουζίνας θα ήταν οπωσδήποτε μεγάλο,οπωσδήποτε ξύλινο και θα έχει οπωσδήποτε θέα στον κήπο. Κοίταζα το αίμα μαγνητισμένη. Μια κατακόκκινη κουκίδα εκεί δα στην άκρη του δαχτύλου μου που μεγάλωνε. Γυαλιστερή και κατακόκκινη,ένας τέλειος κύκλος που σιγά σιγά έχασε το σχήμα του κι έγινε ένα ρυάκι που έσταξε στο πάτωμα. Έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική. Έπρεπε να μαζέψω με γάντια τα γυαλιά από το σπασμένο ποτήρι του κρασιού που εκσφενδόνισε εκείνος πριν από λίγο.

Ήταν έξαλλος, πικρός, ήταν απόλυτος. Ευτυχώς που δεν έπεσαν στο πάτωμα,θα είχα κι έννοια μην πατήσει κανένα γυαλί ο σκύλος.

Πλοπ

Μου φάνηκε πως άκουσα την σταγόνα καθώς έπεσε στο πάτωμα. Χαμογέλασα. Όχι,τίποτα δε άκουσα,δεν ακούγεται το αίμα.
Πήρα λίγο χαρτί κουζίνας και το μάζεψα.Έριξα κα λίγο νερό στο δάκτυλο κι όλα καλά. Μια μικρή αμυχή που θα έκλεινε, έτσι συμβαίνει με τους υγιείς οργανισμούς, κλείνουν τις μικρές πληγές μόνοι τους. Και τις μεγάλες.

Κάπου το είχα διαβάσει αυτό,προφανώς σε κάποιο από τα εκατοντάδες ιατρικά βιβλία που είχα ρουφήξει όταν γεννήθηκε ο γιός μου. Έψαχνα αγωνιωδώς, έψαχνα να βρώ γιατί το δικό μου παιδί δεν θ άκουγε ποτέ, δεν θα μιλούσε ποτέ. Δεν βρήκα απάντηση. Τον κοιτούσα, μια μικρή μπουκίτσα, ροζ,απαλή, μυρωδάτη, τον κοιτούσα τον έψαχνα λες και θα μου έδινε αυτός τις απαντήσεις. Κανείς δεν μου τις έδωσε ποτέ. Οι γιατροί κάτι ψέλλιζαν για ποσοστά επί των γεννήσεων, οι συγγενείς περί θαυμάτων της επιστήμης, οι άλλες μαμάδες χαμογελούσαν συγκαταβατικά κάθε φορά που ο γιός μου κοιτούσε γύρω-γύρω όλο περιέργεια, αλλά έβγαζε άναρθρες κραυγούλες, καμία σχέση με τα λογάκια των δικών τους παιδιών.

Κι αφού απάντηση δεν βρήκα, άνοιξα άλλα βιβλία κι έμαθα μια νέα γλώσσα,των χεριών,των βλεμμάτων,της ψυχής. Κι έμαθα κι εκείνον κι έτσι μιλούσαμε, τα λέγαμε βουβά, τα χέρια μας όμως χόρευαν χορούς αγαπησιάρικους και θυμωμένους, χορούς αγάπης και ανυπομονησίας, χορούς τρυφερούς.

Κι αυτή η γλώσσα χώθηκε τόσο πολύ στις ζωές μας, που ακόμη κι απόψε, αυτός ο ανόητος καυγάς, ήταν δίγλωσσος. Είχε και φωνές είχε κι ασταμάτητη κίνηση των χεριών μας, λες και θέλαμε να κάνουμε την μετάφραση και στο παιδί. Και μπορεί να μην μας άκουγε, μα τα μάτια του είχαν ανοίξει διάπλατα και παρακολουθούσαν τα χέρια μας. Αυτή ήταν η γλώσσα μας όλα αυτά τα χρόνια μια σιωπηλή γλώσσα μόνο για μας τους τρεις.
Τρεις…

Όταν η σκέψη για δεύτερο παιδί άρχισε να γίνεται ανάγκη για εκείνον, απόρησα! Μα πώς είναι δυνατόν να σκέφτεται έστω κάτι τέτοιο; Το πρόβλημα του γιού μας απέδειξε πόσο μεγάλο ρίσκο ήταν τελικά μια εγκυμοσύνη και πόσο πιθανόν είναι το τέλος να μην είναι και τόσο ευτυχές. Κι όσο εκείνος επέμενε,τόσο εγώ απορούσα και περισσότερο. Δεν ξέρω σε ποια φάση η απορία έγινε άρνηση. Ίσως κάποιο από τα απογεύματα που επέστρεφα από όποιον γιατρό μου σύστηναν ως ειδικό, κορυφαίο «μα πάνω απ όλα άνθρωπο».Ίσως σε κάποια βόλτα με τον γιο μου που αγωνιζόμουν να φερθώ πολιτισμένα και φυσιολογικά. Ίσως σε κάποιο απότομο κλείσιμο τηλεφώνου από «στοργικό συγγενή» που ήθελε να μάθει αν είχαμε κάποια πρόοδο. Ίσως εκείνα τα βράδια των συσκέψεων με δύσκολους πελάτες, ίσως εκείνο, το συγκεκριμένο βράδυ που γύρισε και μύριζε αλκοόλ, γυναικείο άρωμα κι έρωτα.
Όχι,όχι έρωτα.
Σεξ.

Παθιασμένο, αχαλίνωτο,ξανά και ξανά.
Ξανά και ξανά.

Έκανα πως κοιμόμουν εκείνο το βράδυ.

Είχα προσποιηθεί και την ήρεμη ανάσα του κοιμισμένου ανθρώπου, ω πόσο καλή ηθοποιός ήμουν εκείνο το βράδυ!
Μπήκε νυχοπατώντας στο δωμάτιο, ναι, είχε περάσει μια βόλτα από το δωμάτιο του γιου μας, τον είχε σκεπάσει, είμαι σίγουρη,τον είχε φιλήσει τρυφερά, τον είχε χαϊδέψει.

Έβγαλε τα ρούχα του και ξάπλωσε δίπλα μου. Μύριζε φτηνό σαπούνι ξενοδοχείου, αλκοόλ,γυναικείο άρωμα και…..
Άκουσα τον αναστεναγμό του μόλις ακούμπησε το κεφάλι του στο μαξιλάρι κι ένιωσα την καρδιά μου να κλωτσάει στο στήθος.

…και σεξ.

Αυτός ήταν ο αναστεναγμός του. Ενός χορτάτου,ενός νικητή,ενός επιβήτορα. Δεν θυμάμαι αν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ.
Ήταν τόσο έντονος αυτός ο αναστεναγμός στ αυτιά μου, που νόμιζα πως ήρθε κι ακούμπησε εκεί όλη την νύχτα.

Το πρωί ξημέρωσε λαμπερό κι εκείνος ακόμη πιο λαμπερός. Ξέρω πια ποια βράδια είναι αυτά τα βράδια. Φαίνονται από την λάμψη του το πρωί, από το μηχανικό φιλί του από την βιασύνη του να φύγει. Κάπου κάπου, το θέμα του δεύτερου παιδιού, βγαίνει στην επιφάνεια.

Ξέρει άραγε πως ξέρω;
Δεν ξέρω.

Αυτό που ξέρω είναι πως κάποτε ερωτευτήκαμε. Τότε που ήμασταν κι οι δύο στο ίδιο δικηγορικό γραφείο, νέοι, ωραίοι κι ονειροπόλοι. Τότε που μιλούσαμε ατελείωτα και κάναμε σχέδια για μεγάλη παραδοσιακή οικογένεια. Τότε, που το μονόπετρο της πρότασης, συμπληρώθηκε από τα ασορτί σκουλαρίκια μόλις έδωσα την παραίτηση μου από το δικηγορικό γραφείο.

Και ακόμη τον αγαπώ. Βαθιά, πολύ, απόλυτα. Ας μην το καταλαβαίνει.

Σηκώθηκα από το τραπέζι.Κατέβασα τα ρολά, άναψα την λάμπα στο σαλόνι. Κάθισα στην αγαπημένη του πολυθρόνα.
Δεν θα κοιμόμουν απόψε. Θα τον περιμένω. Θα τον υποδεχθώ όπως μας αξίζει να είμαστε. Αυτός, εγώ κι ο γιος μας. Ο μονάκριβος σιωπηλός έρωτάς μας.