8 Απριλίου του 79
Ότι έχεις γίνει μια μικρή κυρία με τα σγουρά ξανθά μαλλιά σου, τα ωραία σου ανοιξιάτικα φορέματα, το καπέλο σου και τα πέδιλα σου, που εντάξει, δεν σου αρέσουν και πολύ τα πέδιλα, αλλά αυτά είναι τώρα τι να κάνουμε. Έχεις τα τραγούδια σου και τις αγκαλιές της μαμάς, είσαι η μόνη όμορφη και κούκλα στην φάση αυτή και φυσικά νιώθεις πως ο κόσμος γυρνάει γύρω από σένα και πάνε και σου φέρνουν ξαφνικά ένα τόσο δα μικρό “πράγμα”. Ένα παιχνίδι μάλλον, που όμως ΔΕΝ πρέπει να ακουμπήσεις γιατί κλαίει, γιατί κοιμάται, γιατί πονάει, γιατί θέλει να φάει, γιατί πρέπει να κάνει μπάνιο, γιατί είναι μωρό λένε!!
Ε; ΤΙ;
Και γιατί το φέρατε δηλαδή άμα δε μπορώ να κάνω τίποτε; Δώστε το πίσω. Θα πάρω τη κούκλα μου που δεν ξερνάει και το γάλα που έφαγε. Μπλιαχ!

Όμως όχι μόνο δε το γυρίζουν, αλλά είναι και όλοι από πάνω του. Α να φάει, α να ρευτεί, α να κάνει μπάνιο. Όλοι παίζουν μαζί του, μόνο εμένα δεν αφήνουν και όχι ότι μου δίνουν και μεγάλη σημασία εδώ που τα λέμε, τους έχει ξελογιάσει το μικρό πράγμα που ήρθε έτσι στο σπίτι μας.

“Εεεειιιι, είμαι και εγώ εδώ λέμε! Μπα σε καλό σας τι πάθατε με το μικρό μωρό, που όλο σάλια και φωνή είναι δε μπορώ να καταλάβω.” Και όλοι λένε να το κάνω καλό καλό. Οκ καλό, καλό ντα, έτσι για να μη ξεχνάμε ποιος είναι πρώτος στην ιεραρχία κοπελίτσα.

Και περνάει ο καιρός και το μικρό “κουνουπίδι” (ώρες ώρες βρωμάει τόσο πολύ σαν αυτό), με τα μαύρα μαλλιά με τα μεγάλα κατάμαυρα λαμπερά μάτια, είναι ζωηρό και κατακτά χώρο και παιχνίδια και μπορεί να μην είναι και τόσο κακό τελικά που το φέρανε τότε, γιατί να μωρέ, κάπως περνάει και η ώρα μαζί του.

Μετά είναι και το άλλο. Σου λέει να παίξετε, λες άντε να σου κάνω και τη χάρη, στήσε τα κουζινικά έρχομαι. Άμα είσαι σε φάση παίζεις, αν όχι; Είμαι και μεγαλύτερη κάτσε καλά μικρό, μη θυμηθώ ότι ήρθες χωρίς να ερωτηθώ, άντε τώρα. Και σου τη σκάει το μικρό και βγαίνει έξυπνο και κάνει σκανταλιές και τρέχει σαν τον σίφουνα και τρως καζούρα και καμία ανάποδη για τη πάρτη της, αλλά δε μετανιώνεις. Κατά βάθος νιώθεις καλά που δεν την έφαγε αυτό. Καλά όχι ότι το εκτιμά όμως, γιατί σας δίνουν μια φορά χαρτζιλίκι ρε φίλε ένα πενηντάρικο, να το μοιραστείτε λένε, αλλά κόβει το μικρό σε κατάσταση 80-20 υπέρ της πάντα το χαρτονόμισμα και κοιτάς και λες ρε φίλε τι διάολο και δω αδικία;

Το μικρό είναι ατσίδα σε όλα, πρέπει να το παραδεχθείς. Κωλοπετσωμένο και όμορφο, καμαρώνεις και λίγο, αλλά δε το λες μη το πάρει πάνω του και σας φορέσει καπέλο όλη την ενέργεια. Μεγαλώνει και τα μαύρα μάτια γίνονται γατίσια, λαμπερά και πετάνε σπίθες. Διεκδικεί ελευθερία, την κατακτά, έχει δύναμη που σίγουρα στη ζωή της θα φανεί χρήσιμη και προχωρά, φεύγει και πιάνει τη ζωή λίγο απ’ τα κέρατα και αποδίδει. Δουλεύει, σπουδάζει, δεν είναι πια το μικρό βρωμόπαιδο που φεύγει στις σκανταλιές. Είναι εκεί για σένα στα μυστικά σου, στη στεναχώρια σου, στη χαρά σου και ζει μαζί σου τη χαρά να φέρνεις στο κόσμο τέσσερα πλάσματα υπέροχα, που λατρεύει πάντα σαν δικά του και με πάθος. Σ’ ένα από αυτά γίνεται και μάνα, πνευματική μάνα για μια ζωή και ενώ η ίδια περνάει από σκοπέλους τέτοιους, που μια μάνα μόνο μπορεί να περάσει. Γιατί έχει έρθει καιρό τώρα η δική της σειρά να βρει αυτήν την ευτυχία και τη χαρά και παλεύει δυνατά με νύχια και δόντια και ενώ σπάει τα μούτρα της δεν το βάζει κάτω.

Βλέπεις όλο τον αγώνα και θαυμάζεις τη δύναμη, βλέπεις μέσα της αυτό το παιδί που τα μάτια του έβγαζαν σπίθες, για ότι είχε πόθο να κατακτήσει και πιστεύεις σ’ αυτήν όσο κανένας άλλος και πονάς με το κάθε χαστούκι που έρχεται στο δρόμο της και θες να δώσεις μια κλωτσιά σε κάθε εμπόδιο που μπαίνει μπροστά της. Αλλά είναι τα χέρια σου δεμένα, δεν μπορείς να μπεις ανάμεσα, να πεις εγώ το έκανα και να φας καμία να τελειώσει εδώ. Τώρα πρέπει να παλέψει μόνη και παλεύει και πονάει και χάνει τη σπίθα των ματιών, αλλά δε το βάζει κάτω και νικάει. Ναι έρχεται αυτή η νίκη, είναι γλυκιά και ταυτόχρονα σε κόβει μέχρι το μεδούλι.

Σ’ αυτή τη νίκη είσαι εκεί και περνάς τη πρώτη σου κρίση πανικού, απ’ την απόλυτη χαρά σου. Πόσο παράξενο όμως η απόλυτη χαρά να μπορεί να σε φτάσει στο άκρο της κρίσης πανικού. Και όμως μπορεί. Και όλος αυτός ο κόπος χρόνων, τα δάκρυα, ο πόνος, η αγωνία, έρχεται σ’ ένα τόσο δα κουτί με ρόδες μπροστά σου, με ροζ φορμάκι και μαύρα μαλλιά. Και βλέπεις ξανά εκείνο το μικρό “πράγμα”, το “κουνουπίδι” που σου είχαν φέρει στα 4.5 σου. Τότε δεν ήξερες το γιατί. Τώρα ξέρεις. Τώρα τα μάτια σου κλαίνε από ευτυχία και θες να φωνάξεις σε όλους, πως το μικρό βρωμόπαιδο έγινε μάνα και πως εσύ έγινες θεία και πως αυτό είναι το ωραιότερο δώρο από την μια και μοναδική αδερφή σου, που είναι το άλλο σου μισό. Πως ο κόσμος είναι πάλι λαμπερός και η ευτυχία έχει μαύρα μάτια και μαύρα μαλλιά. Σε κοιτάζει λες και ξέρει πως μπορεί να σε κάνει ότι θέλει από τώρα, πάντα και για πάντα και πως για πάρτη της μπορείς να πεις πολλά πάρα πολλά. Εγώ το έκανα…

Μπορεί να πάλεψες για ότι ήθελες να κατακτήσεις μικρό μου βρωμόπαιδο, αλλά τα μάτια σου πετάνε σπίθες και πάλι. Το λατρεύω αυτό, όπως λατρεύω και τα δικά της μαύρα μάτια που σου μοιάζουν απίστευτα.

Χρόνια πολλά γλυκό μου κουνουπίδι, να τα εκατοστήσεις και να έχεις μόνο χαρές! Σ’ ευχαριστώ για όλα, σε λατρεύω αδερφή μου!

 

Αναστασία Φαφουτέλη