Από την αϋπνία τόσων ημερών, τα μάτια του έτσουζαν αφόρητα. Θαμμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στους φακέλους της υπόθεσης, ένιωσε την ανάγκη να ξαπλώσει για λίγο πάνω τους και να κλείσει τα μάτια του. Δεν το έκανε όμως. Απεναντίας σηκώθηκε και σύρθηκε μέχρι την καφετιέρα, γέμισε την ήδη λερωμένη κούπα του με λίγο καφέ, και επέστρεψε στο γραφείο του. Άναψε ένα τσιγάρο, ρούφηξε με μανία μια βαθιά τζούρα, το ακούμπησε στο ξέχειλο από γόπες τασάκι, και ξεκίνησε να διαβάζει για πέμπτη φορά τον φάκελο με τις καταθέσεις του προσωπικού του ιδρύματος. Πάνω από το κεφάλι του, ο ανεμιστήρας οροφής σε κάθε περιστροφή έβγαζε έναν σπαραξιδιάρικο ήχο που έμοιαζε με κλάμα, σκέφτηκε και γύρισε εκνευρισμένος τη σελίδα.
“Ακόμα με αυτή την υπόθεση ασχολείσαι; Δεν σου είπα πως σε λίγες μέρες θα μπει και επίσημα στο αρχείο; Τράβα κάνε ένα μπάνιο, ρίξε και ένα ξύρισμα. Εμμονή σου έχει γίνει, χωρίς λόγο”, τον μάλωσε ο διοικητής του τμήματος, που κλειδώνοντας το γραφείο του, ετοιμαζόταν να φύγει.
“Μια τελευταία φορά. Θα περάσω όλα τα στοιχεία μια τελευταία φορά και θα τα παρατήσω. Κάτι με ενοχλεί, στο ξαναείπα. Κάτι δεν μου κολλάει…” διαμαρτυρήθηκε και ήπιε με θόρυβο μια γουλιά από τον ταγγισμένο καφέ, μορφάζοντας με αηδία στη βαριά γεύση του.
“Το πείσμα σου και το ένστικτό σου είναι εκείνα που σε βοήθησαν να ανέβεις τόσο γρήγορα στην ιεραρχία. Πρόσεξε μην είναι και εκείνα που θα σε καταστρέψουν. Η υπόθεση είναι πεντακάθαρη σαν το γυαλί. Κλείσε τους φακέλους και τράβα σπίτι σου επιτέλους”, τον συμβούλεψε και ακουμπώντας τον φιλικά στον ώμο, τον καληνύχτισε.
Τόσα χρόνια μπάτσος τα είχε δει όλα. Τόσα χρόνια μπάτσος είχε επιβεβαιώσει πως ο άνθρωπος είναι το χειρότερο είδος πάνω στον πλανήτη. Τόσα χρόνια μπάτσος είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό του να μην αντιδρά σε ό,τι και αν αντίκριζε. Είχε μάθει με τον καιρό να καταπίνει, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, την αναγούλα που καμία φορά ξέφευγε από τον οισοφάγο του και κατέληγε στο στόμα του. Αυτή η φαινομενική αταραξία του στις δύσκολες καταστάσεις, σε συνδυασμό με το επαγωγικό τετράγωνο μυαλό του, ήταν και εκείνα που του χάρισαν, λίγο πριν τα τριάντα πέντε, τη θέση του επιθεωρητή. Και μέχρι τώρα τα είχε καταφέρει καλά. Μέχρι τώρα το ένστικτό του δεν είχε λαθέψει ποτέ. Μάλλον όμως είχε έρθει η ώρα να αλλάξει αυτό. Η υπόθεση όντως έμοιαζε να έχει κλείσει.

Πριν από περίπου έναν μήνα είχε γίνει η καταγγελία. Οι καταθέσεις των πρώτων αστυνομικών που έφτασαν στο τόπο του εγκλήματος περιέγραφαν μια εικόνα άκρως αποκρουστική. Ένας μεσήλικας άντρας με το κεφάλι του σχεδόν πολτοποιημένο και μια νεαρή γυναίκα με κομμένο λαιμό, είχαν βρεθεί από τον νυχτερινό φύλακα λίγο μετά τις δύο τα ξημερώματα στο γραφείο του πρώτου μέσα στην κλινική. Ο άντρας είχε αναγνωριστεί ως ο καθηγητής/διευθυντής της ψυχιατρικής πτέρυγας και η κοπέλα ως μια από τις τροφίμους/ασθενείς του. Η αυτοψία είχε δείξει πως η ώρα του θανάτου τους, ήταν λίγο μετά τις δώδεκα το βράδυ. Το όπλο και για τους δύο θανάτους ήταν ένα βαρύ γυάλινο τασάκι, που σπασμένο σε δύο μεγάλα κομμάτια, είχε βρεθεί δίπλα στα πτώματα. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή, η κοπέλα είχε σκοτώσει τον καθηγητή και αμέσως μετά είχε κόψει τον λαιμό της. Τα αποτελέσματα των αποτυπωμάτων από τη σήμανση, απλά είχαν επιβεβαιώσει την αρχική εικασία. Ο τελευταίος άνθρωπος που είχε δει ζωντανό τον καθηγητή λίγο νωρίτερα, ήταν μια τραπεζοκόμος που του είχε πάει τον καφέ που εκείνος είχε ζητήσει. Αποτυπώματα και εκείνης είχαν βρεθεί πάνω στο τασάκι , πράγμα όμως που δεν ερχόταν σε σύγκρουση με την κατάθεση της, σύμφωνα με την οποία είχε πιάσει νωρίτερα το τασάκι με σκοπό να το παραμερίσει, για να κάνει χώρο πάνω στο γραφείο, ώστε να ακουμπήσει το φλιτζάνι με τον καφέ. Το φλιτζάνι που είχε βρεθεί, πιστοποιούσε την αλήθεια όλων όσων έλεγε. Άλλωστε η νεαρή τραπεζοκόμος δεν συνδεόταν με κανένα από τα δύο θύματα. Μια απλή εποχική υπάλληλος ήταν που το τελευταίο εξάμηνο εργαζόταν στο ίδρυμα. Βασικά κάτι παραπάνω από μια απλή υπάλληλος ήταν, αλλά αυτό δεν αφορούσε την υπόθεση, και το μόνο που του έλειπε τώρα, ήταν να αρχίσει να σκέφτεται τι είχε προηγηθεί μεταξύ τους.
Με κόπο έδιωξε την εικόνα του γυμνού της στήθους από το μυαλό του και επέστρεψε στις καταθέσεις του υπόλοιπου προσωπικού. Το προφίλ του εκλιπόντος καθηγητή βάση αυτών, ήταν σχεδόν αψεγάδιαστο. Χωρίς την παραμικρή απόκλιση, όλοι τους μιλούσαν για έναν άριστο επιστήμονα με λαμπρή ακαδημαϊκή και ερευνητική καριέρα, που η συμπεριφορά του απέναντι σε ασθενείς, συναδέλφους και λοιπό προσωπικό, χαρακτηριζόταν από ήθος και σεβασμό. Ένας οικογενειάρχης άνθρωπος, με ήπιο χαρακτήρα, που ουδέποτε είχε δώσει δικαιώματα, τόσο στο εργασιακό, όσο και στο κοινωνικό του περίγυρο. Πατέρας δύο παιδιών, που είχαν προκύψει από ένα μακροβιότατο γάμο, και υποδειγματικός σύζυγος. Το μόνο περίεργο στη συμπεριφορά του, ήταν η εμμονή του να διαχειρίζεται ο ίδιος, και σε αποκλειστικότητα, το δωμάτιο της τροφίμου που του είχε συνθλίψει το κεφάλι. Ο συγκεκριμένος θάλαμος, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο γραφείο του καθηγητή, έπειτα από δική του απαίτηση, ήταν και ο μοναδικός σε ολόκληρη την πτέρυγα, που δεν είχε αντικλείδια. Το ένα και μοναδικό κλειδί, το είχε ο ίδιος. Γι’ αυτό και η χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής της ασθενούς γινόταν από τον ίδιο τον καθηγητή, ενώ η καθαριότητα του δωματίου και της ίδιας, γινόταν πάντα παρουσία του. Αυτό δεν είχε προβληματίσει το προσωπικό, που δήλωνε πως μέσα σε ένα τέτοιο χώρο, όταν η ανωτέρα αρχή θέτει τέτοιους περιορισμούς, σίγουρα ξέρει καλύτερα.
Οι μαρτυρίες πάλι όσον αφορά την τρόφιμο ήταν και αυτές σχεδόν πανομοιότυπες. Η νεαρή γυναίκα που είχε εισέλθει πριν δεκαπέντε χρόνια στο ίδρυμα, με συναίνεση των ίδιων της των γονέων, ήταν τόσο συνεργάσιμη και αθόρυβη, που σχεδόν ξεχνούσαν την ύπαρξη της. Μετά την εισαγγελική παρέμβαση και αφού δόθηκε η άδεια να ανοιχτεί ο ιατρικός φάκελος της και να σπάσει το ιατρικό απόρρητο, τα πράγματα ξεκαθάρισαν ακόμα περισσότερο. Βαριά ψυχιατρική περίπτωση με αυτοκτονικές τάσεις, που είχαν προκύψει ως αποτέλεσμα μετατραυματικού σοκ. Σύμφωνα με τις σημειώσεις του καθηγητή, το κορίτσι μετά την πολυετή εξαφάνιση του σε νεαρή ηλικία, είχε επιστρέψει εντελώς ανίκανο να επικοινωνήσει λεκτικά. Στην ηλικία των δεκατριών ετών είχε εξαφανιστεί, χωρίς να αφήσει το παραμικρό ίχνος πίσω της. Οι τότε έρευνες είχαν πέσει σε τοίχο. Λες και είχε ανοίξει η γη και την είχε καταπιεί. Ώσπου ξαφνικά ένα πρωινό, δώδεκα χρόνια μετά, βρέθηκε ημίγυμνη στο πλατύσκαλο του πατρικού της. Η τότε ιατροδικαστική έκθεση μιλούσε για σημάδια επαναλαμβανόμενης κακοποίησης και βιασμού. Όσο όμως και αν είχαν παλέψει οι συνάδελφοί του, με τη βοήθεια ψυχολόγων, να της αποσπάσουν στοιχεία για τον υπαίτιο, δεν τα είχαν καταφέρει. Ο νους της είχε κλειδώσει και το στόμα της είχε σφραγίσει μάλλον οριστικά. Στην τέταρτη προσπάθεια της να τερματίσει η ίδια τη ζωή της, οι γονείς της αναζήτησαν τον καθηγητή, τον οποίο γνώριζαν ήδη μέσω οικογενειακών φίλων. Του ζήτησαν τη βοήθεια του, και μαζί αποφάσισαν τον εγκλεισμό της στο ίδρυμα που εκείνος διεύθυνε, προκειμένου να την προστατεύσουν, από το να βλάψει τον εαυτό της. Κατά τα δεκαπέντε χρόνια που η κοπέλα ζούσε απομονωμένη στο θάλαμο της, υπό την παρακολούθηση του καθηγητή, ουδέποτε αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει ξανά. Και αυτό ήταν που εκείνον τον προβλημάτιζε. Προφανώς μεταξύ τροφίμου και ιατρού είχε αναπτυχθεί κάποια ιδιότυπη σχέση επικοινωνίας και εμπιστοσύνης. Γιατί λοιπόν στα καλά καθούμενα η κοπέλα να φερθεί έτσι; Ο διοικητής του βέβαια απαντούσε σε αυτό, πως ανάμεσα στους τρελούς, δεν ζητάς λογικές εξηγήσεις και έκλεινε έτσι τη κουβέντα γύρω από το παράδοξο. Εκείνου πάλι του φαινόταν η εύκολη απάντηση αυτή. Επιπρόσθετα φήμες στον ιατρικό κλάδο έλεγαν πως ο καθηγητής ετοίμαζε κάποιο βιβλίο πάνω στο συγκεκριμένο “περιστατικό”. Στην έρευνα όμως που είχε γίνει, τόσο μέσα στο γραφείο/τόπο εγκλήματος, όσο και στο σπίτι του καθηγητή, δεν βρέθηκε το παραμικρό στοιχείο που να πιστοποιεί κάτι τέτοιο. Τα μοναδικά έγγραφα που αφορούσαν την κοπέλα ήταν ο ιατρικός της φάκελος, που συνοδευόταν από πληθώρα σημειώσεων σχετικά με τη φαρμακευτική της αγωγή και τίποτε άλλο.

Αδιέξοδο. Ένα πλασματικό ίσως αδιέξοδο, που του γεννούσε το ταλαιπωρημένο του μυαλό. Κουρασμένος έσβησε τη λάμπα που ήταν πάνω στο γραφείο του και έβγαλε το κινητό του από την τσέπη. Το ήξερε πως ήταν μέγα λάθος να μπλέξει ερωτικά με μάρτυρα υπόθεσης. Το ήξερε πως ακόμα και για μια τέτοια ξεκάθαρη υπόθεση, αν ποτέ αυτό γινόταν γνωστό, θα ρίσκαρε την υπόληψη του στο σώμα. Δεν ήταν άλλωστε κανένα δεκαοχτάχρονο να μην μπορεί να ελέγξει τις ορμές του. Από την κατάθεση της όμως στο τμήμα εκείνη την μέρα, τον είχε στοιχειώσει. Λίγο το σμιλευμένο κορμί της που έμοιαζε αψεγάδιαστο, λίγο το περίεργο βλέμμα της που τον έκανε να θέλει να το εξερευνήσει, δεν άργησε να πιάνει τον εαυτό του να την σκέφτεται σχεδόν συνέχεια, και όχι όπως θα έπρεπε να σκέφτεται μια μάρτυρα.
Δεν θα την είχε κυνηγήσει. Δεν θα την είχε φλερτάρει καν. Δεν φημιζόταν άλλωστε για τις απαράμιλλες τακτικές του στην προσέγγιση του αντίθετου φύλου. Ο τραχύς, ευθύς του χαρακτήρας, δεν του έδινε περιθώρια για γλυκανάλατα ρομάντζα. Εκείνο το βράδυ όμως, όταν την είδε να εμφανίζεται, με τη ροζ υπηρεσιακή στολή της, στο άνοιγμα του γραφείου, και να τον ρωτάει αν θα ήθελε να του φέρει κάτι, του φάνηκε σαν όαση. Τόσες ώρες μέσα στο γραφείο του καθηγητή, να ξεφυλλίζει μπροστά στην μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη που κάλυπτε τον έναν τοίχο, επιστημονικά συγγράμματα και βιβλία ψυχολογίας και ιατρικής , είχε κοντέψει να χάσει και ο ίδιος το μυαλό του. Με άτεχνες ερωτήσεις που αφορούσαν την υπόθεση, είχε προσπαθήσει να παρατείνει την ευεργετική παρουσία της μέσα στον χώρο. Όταν όμως εκείνη είχε ρωτήσει προβληματισμένη, αν την περνούσε άτυπη ανάκριση, παραδομένος είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί, πως περισσότερο προσπαθούσε να την φλερτάρει, και λιγότερο να την ανακρίνει.
Αυτή η ειλικρινής παραδοχή του μάλλον, είχε πυροδοτήσει όσα είχαν επακολουθήσει. Ένα μπαράκι κοντά στο ίδρυμα, τρία ποτά και πολλά τσιγάρα, μια βρώμικη τουαλέτα με μπλε άσπρα πλακάκια και ένα πήδημα στο όρθιο, συνοδευόμενο από έναν οργασμό, που με την απόχρωση του μη σωστού, έμοιαζε ακόμα πιο έντονος, είχαν αποτελέσει την αρχή της κατρακύλας του. Και όσο εκείνη δεν τον αποζητούσε, τόσο εκείνος σαν μαγνητισμένος επιδίωκε να τη συναντά, χωρίς να λογαριάζει το πόσο λάθος ήταν όλο αυτό.
“Θα βρεις το μπελά σου… Ό,τι έγινε , έγινε. Ξέχασε το! Δεν είμαι σε φάση για σχέσεις. Είσαι δέκα χρόνια μεγαλύτερος και καθόλου ο τύπος μου”, του είχε πει λίγα βράδια μετά, όταν τον βρήκε να την περιμένει με το αυτοκίνητο του, έξω από το ίδρυμα. Και ήταν ακριβώς αυτά τα λόγια της, που ξύπνησαν και πάλι τα αρχέγονα ένστικτά του. Μέσα στο αυτοκίνητο, θολώνοντας τα τζάμια με τις γρήγορες ανάσες τους, είχαν πηδηχτεί τη δεύτερη φορά. Λες και ένα κρεβάτι δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι αρκετό για εκείνους. Λες και μόνο οι γρήγορες και βιαστικές συνευρέσεις τους ταίριαζαν. Η εικόνα του γυμνού της στήθους να ξεπροβάλλει μέσα από το μισάνοιχτο πουκάμισο της και να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά μπροστά του, φωτίστηκε ξανά μέσα στο μυαλό του. Αυτή τη φορά όμως δεν την έδιωξε. Αυτή τη φορά, την άφησε να τον κυριεύσει. Έπρεπε να την ξαναδεί. Έστω μια φορά ακόμα, έπρεπε να την ξαναδεί και ας ήταν και η τελευταία. Και αυτή τη φορά την ήθελε πάνω σε κρεβάτι. Την ήθελε ολόγυμνη, πάνω σ’ ένα κρεβάτι.
Με σταθερά χέρια έστειλε το μήνυμα και λίγα λεπτά αργότερα, που του φάνηκαν αιώνες, πήρε την πολυπόθητη απάντηση. Θα τον έβλεπε, όχι όμως στον δικό του χώρο. Στο δικό της. Βιαστικά έπιασε το σακάκι του και βγήκε στον δρόμο. Θα μπορούσε να είχε περάσει από το σπίτι του να κάνει ένα μπάνιο και να αλλάξει ρούχα. Δεν το είχε κάνει όμως. Η ανάγκη του να την αγγίξει, ξεπερνούσε κάθε λογική.
Ώρες μετά χάζευε το γυμνό κορμί της, που ξαπλωμένο δίπλα του, παραδομένο στη λήθη του ύπνου, έμοιαζε ακόμα πιο όμορφο. Τέσσερις μικρές ελιές στον δεξί της ώμο, σχημάτιζαν κάτι σαν αστερισμό. Έναν αστερισμό που κάπου τον είχε ξαναδεί, αλλά που το κουρασμένο του μυαλό δεν του επέτρεπε να θυμηθεί που. Με το χέρι του χάιδεψε τον ώμο της και εκείνη αναδεύτηκε. Αθόρυβα σηκώθηκε και αναζήτησε το πακέτο με τα τσιγάρα του, που βρισκόταν μέσα στην τσέπη του παντελονιού του. Το ανέσυρε στραπατσαρισμένο από το πάτωμα και βγήκε από το υπνοδωμάτιο. Μέσα στο μικρό σαλόνι, πάνω στο γραφείο, βρήκε ένα τασάκι και άναψε το τσιγάρο. Κάθισε στην στριφογυριστή καρέκλα και καπνίζοντας επεξεργάστηκε το χώρο γύρω του για πρώτη φορά. Φοιτητική, κοριτσίστικη διακόσμηση με ροκ πινελιές. Ένας φτηνός καναπές, μια μικρή βιβλιοθήκη, το γραφείο στο οποίο καθόταν και ένα χαμηλό τραπεζάκι, αποτελούσαν όλα και όλα τα έπιπλα μέσα στο δωμάτιο. Άτιμο επαγγελματικό μικρόβιο, σκέφτηκε όταν σηκώθηκε και άρχισε να χαζεύει τα βιβλία στην βιβλιοθήκη. Και τότε το είδε. Ένα δερματόδετο ντοσιέ που στην ράχη του έγραφε με χρυσά γράμματα “ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ”. Στο γραφείο του καθηγητή είχε δει πολλά παρόμοια ντοσιέ. Του είχε κάνει μάλιστα εντύπωση ένα κενό που υπήρχε ανάμεσα τους και που δεν είχε καλυφθεί από σκόνη, όπως είχε συμβεί με άλλα αντίστοιχα κενά.
Με χέρια που πλέον έτρεμαν, έβγαλε το ντοσιέ και τον ακούμπησε στο γραφείο ανάβοντας το λαμπατέρ. Σοκαρισμένος τον άνοιξε, και ο γραφικός χαρακτήρας του καθηγητή ήρθε να πλημμυρίσει τα μάτια του, επιβεβαιώνοντας αυτό που φοβόταν. Και όσο ξεφύλλιζε βιαστικά τις σελίδες, η αηδία που ένιωθε, μεγάλωνε όλο και περισσότερο, ανακατεύοντας τα σωθικά του. Και μόνο οι φωτογραφίες ήταν αρκετές για να βγάλει συμπεράσματα. Ένα κοριτσάκι λίγο πριν την εφηβεία, δεμένο με αλυσίδες, μισόγυμνο, τρομαγμένο, σε διάφορες πόζες και δίπλα από κάθε φωτογραφία σημειώσεις με ημερομηνίες. Και ύστερα μια φωτογραφία που έμοιαζε με κακό αστείο. Ένα γυμνό, άγουρο, γυναικείο σώμα, με μια παράταιρη τεράστια κοιλιά. Ένα σώμα που τον δεξί του ώμο, τον στόλιζαν τέσσερις μικρές ελιές που θύμιζαν αστερισμό. “Είναι η κόρη της”, ψέλλισε τη στιγμή που ο ήχος από το υπηρεσιακό του όπλο που απασφάλιζε, τον έκανε να συνειδητοποιήσει την παρουσία της στο δωμάτιο.

“Δεν σου έχουν πει πως είναι αδιάκριτο να κοιτάζεις οικογενειακά άλμπουμ, χωρίς την άδεια των κατόχων τους; Επιτέλους κατάφερες να ενώσεις τα κομμάτια, ε;” ρώτησε και σημαδεύοντας τον με σταθερό χέρι τον πλησίασε.
“Γιατί; Εκείνον καταλαβαίνω γιατί… Εκείνη όμως γιατί; Δεν είχε υποφέρει αρκετά;” είπε προσπαθώντας να κερδίσει λίγο χρόνο.
“Ανόητε, νομίζεις πως εγώ σκότωσα και εκείνη; Μέχρι πριν λίγο καιρό δεν γνώριζα την ύπαρξη κανενός τους. Ο φίλτατος πατερούλης μου, που με τόση ευλάβεια και οργάνωση φρόντισε να καταγράψει την οικογενειακή μας ιστορία για χάρη της επιστήμης, τακτοποίησε και την υιοθεσία μου, πριν αρχίσω να δημιουργώ μνήμες. Αν ξεφυλλίσεις ακόμα περισσότερο το έργο της ζωής του, όπως το αποκαλούσε ο ίδιος, θα διαπιστώσεις, πως ενώ εκείνος όλα αυτά τα χρόνια με παρακολουθούσε από απόσταση ασφαλείας, εγώ ζούσα σε πλήρη άγνοια. Ούτε που μου είχαν περάσει από το μυαλό, αυτά που θα μάθαινα, όταν μου πρότεινε τη θέση στο ίδρυμα. Καθηγητής μου ήταν σ’ ένα από τα μαθήματα του μεταπτυχιακού μου. Στο πανεπιστήμιο τον συνάντησα πρώτη φορά. Για να βγάζω τα έξοδα μου, μου είχε πει, και τσίμπησα. “Αγάπη μου”, αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία λέξη που άκουσα από το στόμα της, πριν κόψει τον λαιμό της. Και δεν αναφερόταν σε εμένα… Αναφερόταν σε εκείνον! Μετά από όλα όσα της είχε κάνει, τον αποκαλούσε “αγάπη της”, σπάζοντας μια σιωπή χρόνων. Σύνδρομο της Στοκχόλμης, αν έχεις ακουστά. Αν την έβλεπες… Κούφια, κενή, σχεδόν απούσα, μας κοιτούσε καθισμένη από τον καναπέ σαν κέρινη κούκλα. Εκείνο το βράδυ με κάλεσε στο γραφείο του για να του πάω έναν καφέ όπως κατέθεσα. Μπαίνοντας όμως μέσα και βλέποντας τους μαζί, κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Μου έδειξε το ντοσιέ που κρατάς. Μου αποκάλυψε ο ίδιος τα πάντα, μιλώντας με τέτοια έξαψη, που έμοιαζε τρομακτική. Για να με πείσει για την αλήθεια των λόγων του, μου ξεγύμνωσε τον ώμο της. “Λύσε την”, απαίτησα κλαίγοντας μόλις συνειδητοποίησα τι είχε περάσει η βιολογική μου μητέρα. “Μα μόνη της τα φοράει τα δεσμά της δεκαπέντε χρόνια τώρα! Από επιλογής της είναι εδώ”, μου απάντησε και γέλασε θριαμβευτικά. Δώδεκα χρόνια την κρατούσε φυλακισμένη σ’ ένα απόμερο εξοχικό που είχε, και τη βασάνιζε. Δώδεκα χρόνια κανένας δεν κατάφερε να τον συνδέσει με την εξαφάνιση της. Έμμεσος οικογενειακός φίλος και μάλιστα επιφανής. Γιατί επέλεξε εκείνη, δεν το ξέρω. Αν διαβάσεις τις ασυναρτησίες του με προσοχή, θα διαπιστώσεις πως για κάποιο λόγο τη θεωρούσε την “εκλεκτή”. Μέσα στα δώδεκα αυτά χρόνια κατάφερε να τσακίσει, χειραγωγήσει, τόσο τον ψυχισμό της, που πλέον της ήταν αδιανόητο να υπάρξει χωρίς εκείνον. Μόλις έτσι βεβαιώθηκε, πως το ταλαιπωρημένο της μυαλό, δεν θα μπορούσε να τον προδώσει, την ελευθέρωσε! Την ελευθέρωσε και εκείνη βρήκε τρόπο να γυρίσει πίσω. Αυτό νομίζω ήταν και εκείνο που εκτίναξε τη διαστροφή του στον Θεό. Αυτό ήταν και εκείνο, που τον έκανε άπληστο. Δεν του αρκούσε βλέπεις πλέον εκείνη… Ήθελε και εμένα μέσα στο παιχνίδι. “Επιτέλους όλη η οικογένεια και πάλι μαζί!” μου είπε θριαμβευτικά και χωρίς καταλάβω πως, έπιασα το γυάλινο τασάκι. Από εκεί και μετά, το μόνο που θυμάμαι, είναι πόσο με ανακούφιζαν τα κρακ που έκανε το κρανίο του όσο ράγιζε. Και όταν ο θυμός μου καταλάγιασε, το τασάκι γλίστρησε από τα χέρια μου και έπεσε στο πάτωμα, σπάζοντας σε δύο κοφτερά κομμάτια. Τρομαγμένη σύρθηκα σε μια γωνία τρίβοντας με μανία το αίμα που με είχε πιτσιλίσει. Δεν την άκουσα να σηκώνεται, δεν την είδα να τον πλησιάζει και να πιάνει τα κομμάτια. Εκείνο το “αγάπη μου” ήταν εκείνο που με έκανε να επανέλθω, αλλά ήταν πλέον αργά. Τρέχοντας έφυγα από εκεί μέσα. Κανένας δεν με είδε. Κατέβηκα στην κουζίνα, πλύθηκα, άλλαξα ρούχα και συνέχισα να συμπεριφέρομαι σαν να μην συνέβη τίποτα. Να ξέρεις δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα. Λυπάμαι όμως γι αυτό που θα ακολουθήσει. Αν δεν επέμενες τόσο να τα σκαλίζεις… Τι λέω όμως, κατά μάνα, κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα…”, είπε και με μια αποφασιστική κίνηση, γύρισε τη γυμνή της πλάτη σε εκείνον, έβαλε το όπλο μέσα στο στόμα της και πάτησε την σκανδάλη, τη στιγμή που εκείνος την αγκάλιαζε από πίσω, προσπαθώντας να την αφοπλίσει.

Τόσα χρόνια μπάτσος νόμιζε πως τα είχε δει όλα. Τόσα χρόνια μπάτσος είχε επιβεβαιώσει πως ο άνθρωπος είναι το χειρότερο είδος πάνω στον πλανήτη. Τόσα χρόνια μπάτσος είχε εκπαιδεύσει τον εαυτό του να μην αντιδρά σε ό,τι και αν αντίκριζε. Είχε μάθει με τον καιρό να καταπίνει, χωρίς να γίνεται αντιληπτός, την αναγούλα που καμία φορά ξέφευγε από τον οισοφάγο του και κατέληγε στο στόμα του. Τι ήταν όμως αυτό το υγρό πράγμα που ένιωθε πάνω στο μάγουλο του; Με τα μουδιασμένα ακροδάχτυλα του το έπιασε, και μόλις συνειδητοποίησε τι ήταν, άρχισε να αδειάζει το περιεχόμενο του στομαχιού του πάνω στα λευκά πλακάκια, λερώνοντας τα γυμνά του πόδια.