Γυναικεία ματαιοδοξία σου λέω. Δεν έφτανε το «κάτι απλό» που το είχα συνηθίσει, όχι , μάνα μου, δεν έφτανε! Τώρα στα σαρανταφεύγα μου την έδωσε και ήθελα κάτι «πιοοο». Και σ’ αυτά τα θέματα όταν λες «κάτι πιοοοο» η μόνη που πραγματικά χαίρεται είναι η ειδικός που θα σε αναλάβει και θα εξαντλήσει τη δημιουργικότητα και τη φαντασία της πάνω σου. Τι έκανα; Σχηματάκι στο μπικίνι; Σκουλαρίκι στον αφαλό; Τατουάζ μανίκι; Είστε τρελοί όλοι σας. Όχι, καλέ!! Πάτε καλά;;; Είπαμε, ίσως κάποια στιγμή αργότερα κοντά στα πενήντα για να έχω και το άλλοθι της άνοιας.
Ωστόσο, μετά από μια σειρά υπερβολών, ξανθά, κόκκινα, πράσινα μαλλιά, ξυρισμένα μονόπατα, ε, είπα να πιάσω τα κάτω άκρα αυτή τη φορά, δηλαδή να αφήσω τη Δημητρούλα να τα περιλάβει. Ποδαράκια. Πεντικιούρ. Καλοκαιράκι λέω, πεδιλάκι λέω, άντε, κομμάτια να γίνει και σκάω μύτη, απογευματάκι μετά τη δουλειά, στη Δημητρούλα.

«Τι θα κάνουμε;»
«Μαύρο της λέω.»
«Είσαι του τρελού!!! Καλοκαίρι και μαύρο δεν κάνω!» Και το θέμα θεωρήθηκε απολύτως λήξαν με εντελώς δημοκρατικές διαδικασίες.

Μετά ήρθε η Άνοιξη καθώς έπεσαν τα χρώματα στην παλέτα και το αγαπημένο άχρωμο δερματί η Δημητρούλα μάλλον το έθαψε στον κήπο κάτω από κανένα δέντρο για να μη το βρω. Ροζ δεν θα το πω, φούξια θα το πω (ναι, εγώ είμαι και αν ξαναπάρω εγώ τσιγάρο από ξένο πακέτο να μου γράψετε!). Και όχι φούξια σκέτο, φούξια φλούο, φωσφοριζέ σαν τα μαρκαδοράκια της Stabilo!! Αμ πως! Πιάνει δουλειά η Δημητρούλα και τύφλα να ‘χει ο Νταλί! Τα κοιτάω, τα ξανακοιτάω για να χωνέψω τον απόλυτο σουρεαλισμό που εκφράστηκε στα ποδαράκια μου. Δικά μου είναι αυτά;;; Ροζ φλούο τσιχλοφουσκί ποδαράκια (τελικά, διαπιστωμένο, ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι). Ροζ, ρε φίλε!
«Δεν τελειώσαμε.» ανακοινώνει η Δημητρούλα και με κοιτάζει πονηρά.
«Ορίστε;» ρωτώ η προσωποποίηση του vivere pericolosamente, τρομάρα να μου ‘ρθει! «Τι εννοείς;» ρωτώ ξανά με μια έκφραση ανάμεσα σε απόγνωση και πανικό…
«Θα βάλουμε και διαμαντάκια! Swarovski!!» λέει η Δημητρούλα αποφασιστικά, γιατί με είδε που είχα αρχίσει να κιοτεύω και να κοιτάω το ασετόν της με λατρεία.
«Δημητρούλα, σε μένα μιλάς; Εγώ διαμαντάκια δεν βάζω.» είπα σχεδόν κοφτά.
«Φέρε το δεξί. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι, ωραία. Κοίτα τι όμορφα που είναι. Δυο καρδούλες!» είπε περήφανα για το αποτέλεσμα «Το αριστερό τώρα!!» Που να φέρω αντίρρηση, τα ποδαράκια μου ήταν στο έλεός της και κάτι περίεργα ψαλίδια κυκλοφορούσαν σε απόσταση παλάμης. «Ένα, δύο, τρία, δέκα! Τέλεια!! Τώρα το νου σου, κοριτσάκι μου, να μη τα χάσεις, ε;» μου είπε χαμογελαστά, αλλά το βλέμμα είχε μέσα ένα «Ρεμάλι, το νου σου!».

Να περπατάω στο δρόμο σαν πάπια και να έχω στουκάρει σε δυο δέντρα, σε μια κολώνα και σ’ έναν παππού «Εεε!!! Στραβoμάραααα!!!» (καταλάβατε). Πρόσεχα να μη χαλάσει το χρώμα και να μη φύγουν οι πολύτιμοι λίθοι. «Μη μου χάσεις τα διαμαντάκια!» Το ‘πε, να πεις δεν το ‘πε; Να περπατάω και να σκανάρω τα πεζοδρόμια για λακούβες και εξογκώματα σαν τον Robocop. Με τα πολλά έφτασα στη στάση και στο καπάκι να και το λεωφορείο. Ωχ, ψιλογεμάτο. Ωχ, τα ποδαράκια μου. Ναι, γιατί είναι ο νόμος του Μέρφυ να μη το χαρείς!

Μπαίνω και στέκομαι όρθια δίπλα στη θέση μιας κατά τ’ άλλα συμπαθέστασης, ευτραφούς κυρίας. «Επόμενη στάση ΣΚΡΑ» η ανακοίνωση. «Το πατάτε, παρακαλώ;» μου λέει η κυρία. Πατάω το κουμπί και τη βλέπω να ετοιμάζεται να κατέβει. Παραμερίζω . Κατεβαίνει από το κάθισμα, όλα καλά. «ΣΚΡΑ» η ανακοίνωση και διπλό φρενάρισμα με τριπλό ανσάμπλ και πιρουέτα. Ταλαντεύεται το λεωφορείο, ταλαντεύεται και η κυρία, φεύγει το χέρι της από τον στύλο και πέφτει επάνω μου! Ολόκληρη! «Ο Χριστός κι η Παναγία!!! Παιδάκι μου συγγνώμη!». Η πρώτη αίσθηση πόνος, μετά φρίκη, μετά τρόμος!!! Και μετά ο πανικός. Χαμηλώνω ενστικτωδώς το βλέμμα, ένα, δύο, ένα, δύο, δεν μπορεί!!! Αδύνατον!!! Τα διαμάντια μου!!! Η πόρτα κλείνει! Η κυρία φεύγει. «Κυρία!!! Καλέ, εσείς!!! Κυρία, μισό λεπτό!!! Περιμένετε, που πάτε;;;;!!! Σταθείτε!!! Τα διαμάντια μου!!»

Καταστασιόν τρε απελπιστίκ αλλά τι να κάνω; Ποδαράκι ροζ- φούξια- φλούο, λοιπόν, με ανάγλυφο αποτύπωμα της Boxer. Ε, το λες και τεχνοτροπία, ε, Δημητρούλα;