Συγκεντρώσου! Συγκεντρώσου Μάτα, συγκεντρώσου. Η λευκή οθόνη μπροστά σου πρέπει να γεμίσει, πρέπει να παραδώσεις κείμενο.

Συγκεντρώσου λοιπόν. Μια κούπα καφές και τα τσιγάρα δίπλα, έτοιμη στην θέση σου μα το μυαλό άδειο.Συγκεντρώσου.
Μα τι να γράψεις; Εσύ κανονικά, θέλεις να παρατήσεις τον υπολογιστή και να χωθείς στην κουζίνα, να φτιάξεις τα γλυκά των Χριστουγέννων. Να μυρίσει το σπίτι από το πορτοκάλι και την κανέλα, το φρέσκο βούτυρο. Να πασπαλίσεις με μέλι καρύδια ή ζάχαρη άχνη, να ζυμώσεις, να φύγει από μέσα όλη η ένταση, να φτιάξεις αστεράτους κουραμπιέδες και χρυσοκαφετιά μελομακάρονα.

Συγκεντρώσου όμως, πρώτα πρέπει να παραδώσεις κείμενο, ε;
Καλά.

Ανοίγεις άλλο αρχείο και γράφεις. Πώς θα μοιράσεις τα γλυκά, τι υποχρεώσεις έχεις. Σκέφτεσαι μήπως φέτος αλλάξεις την συνταγή των μελομακαρόνων, καλά για τους κουραμπιέδες δεν το συζητάς, ίδια συνταγή εδώ και 35 χρόνια, συνταγή του μπαμπά σου του μάστορα σ αυτά.

Ξαναπάς στην λευκή οθόνη του κειμένου, ας τελειώσεις μ αυτό πρώτα κι ύστερα έχεις όλο τον χρόνο μπροστά σου.
Συγκεντρώσου όμως, ε;

Θυμήθηκες τον μπαμπά που σήκωνε ψηλά τα μανίκια και ζύμωνε ζύμες σφιχτές και μυρωδάτες από το φρέσκο βούτυρο. Μάστορας βλέπεις, αυτή ήταν η τέχνη του κι ας κατέληξε δημόσιος υπάλληλος, έβγαζε στις ζύμες του όλη του την τέχνη.
Δεν ανακατευόσουν σ αυτά, σου αρκούσε να τα τρως μόνο κι ας σου έλεγε εκείνος «βλέπε να μαθαίνεις, θα σου χρειαστεί».

Ανόητη που νόμιζες τότε πως θα ζει για πάντα και θα έρχεται την μέρα που τα έφτιαχνες πια στο δικό σου σπίτι να σου λέει: «αλεύρι βάλε, δεν βλέπεις; Σου κολλάει στα δάκτυλα, αλεύρι θέλει!»

Ναι, φέτος θα φτιάξεις πολλά γλυκά, είναι αλλιώτικα αυτά τα Χριστούγεννα, κρύβουν γλυκά μυστικά κι αναμονές ευχάριστες, επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια, όμορφά γλυκά Χριστούγεννα.

Τι έλεγε ο μπαμπάς;
«Η ψυχή τα φτιάχνει τα σπιτικά γλυκά, τι νομίζεις; Τα φτιάχνεις για τα παιδιά, για την οικογένεια, για τα εγγόνια»
Ακόμη θυμάσαι εκείνα τα πρώτα τσουρέκια που έφτιαξε το Πάσχα που είχε γεννηθεί το πρώτο του εγγόνι. Αφράτα, μυρωδάτα, σαν μικρά μαξιλάρια, μέχρι κι ο φούρνος στην γωνία που τα είχε πάει για ψήσιμο του τα ζήτησε να τ’αγοράσει, τέτοια τσουρέκια ήταν εκείνη την χρονιά! «Ε, εντάξει, πρώτο εγγόνι είναι αυτό, έχει και τα μάτια μου» έλεγε καμαρωτός καμαρωτός, μα ορκιζόταν πως η συνταγή ήταν ίδια, δεν είχε αλλάξει κάτι.

Αχ ρε μπαμπά, άστραφτες και γέλαγες σαν χαζός και ζύμωνες με γλύκα και τρυφεράδα, σαν να ήταν το μωρό μας κι όχι ζύμες.
Αχ ρε μπαμπά που νόμιζα πως θα ζεις για πάντα, πόσο θα γρίνιαζες τώρα που έφτασε ο μήνας δεκαπέντε κι εγώ ακόμη δεν έχω φτιάξει τίποτα. Έχω καβουρδίσει όμως ήδη τα αμύγδαλα, εντάξει, μην φωνάζεις, δεν πρόλαβα, δεν βλέπεις, ούτε κείμενο δεν έχω παραδώσει ακόμη.

Όλα θα γίνουν όμως, να βλέπεις, η σελίδα γέμισε, εντάξει τον κλείνω τον υπολογιστή, πάω ν ανάψω φούρνο! Και του χρόνου λοιπόν!