«Πώς θα την παλέψω ρε φίλε και τούτο το βράδυ;», ρώτησε τον εαυτό του.
Ήξερε πως αυτή η ρητορική του ερώτηση θα τον ανακούφιζε, καθώς θα έπαιρνε μια ξεκάθαρη απάντηση απ’ τον μοναδικό φίλο που τον γνώριζε τόσο καλά στα σκοτάδια του και μπορούσε να διαχειριστεί την προσωπικότητά του.
«Δε βαριέμαι, ούτε έχω ύπνο, απλά νιώθω λίγο κενός», του είπε με κατεβασμένο το κεφάλι, τραβώντας μια τζούρα απ’ το τσιγάρο του, χωρίς να παίρνει απαντήσεις.

Ήταν ένας απλός άνθρωπος που έδινε πολύ αγάπη, σ’ αυτούς που την είχαν πραγματικά ανάγκη, μα απόψε ήταν λες και ξέμεινε από αποθέματα συναισθημάτων, λες και ξέπεσε στον πάτο της υπερηφάνειας του και επηρεάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από την αρνητικότητα, αδιαφορία των γύρω του.
«Δωσ’ μου ένα κίνητρο, εσύ που με νιώθεις, να συνεχίσω τον αγώνα μου μέχρι τέλους με σθένος», τον παρακαλούσε, χωρίς να αλλάζει όμως κάτι.

Ο εαυτός του ήταν εκείνος που τον παρατηρούσε διακριτικά να κλαίει, απομονωμένος από τους οικείους του, γιατί δεν ήθελε να τους στενοχωρεί και έπειτα του σκούπιζε τα δάκρυά του! Ακόμη κι όταν χρειάστηκε να συμβουλέψει κάποιον, φορούσε πάντα στην τσέπη τα προβλήματά του και μιλούσε αληθινά, με μια μικρή δόση ευγένειας. Είχε υπέρ αναλύσει τα πράγματα, ολόγυμνος και παρ’ όλα αυτά δεν έχανε το πάθος για τη ζωή!

Ξαφνικά, μεταφέρεται στο εκκλησάκι, στους χαιρετισμούς της Παναγίας.
Εκεί, βλέπει τη μάνα του να λέει «θα τα καταφέρει, θα τα καταφέρω, θα τα καταφέρεις αγόρι μου, σ’ αγαπώ πολύ!»
Βλέπει μια κοπελίτσα και τον εαυτό του να λέει, «αυτή είναι φίλη σου, έχει αγάπη μέσα της, αλλά πονάει εδώ και καιρό, όπως εσύ!»
Θυμάται τον κολλητό του να ρωτάει πριν κοιμηθεί, «όλα καλά;» και τον ίδιο να του αποκρίνεται «good».
Επανέρχεται στην πραγματικότητα, ένιωσε πολύ όμορφα που χάθηκε για λίγο και μίλησε μαζί τους…

Σκέφτεται τώρα, πού είναι το χαμόγελο στους ανθρώπους; Πού είναι η τρυφερή, υπομονετική, πρόσχαρη πριγκίπισσα που θα μ’ αλλάξει τη ζωή;
ΚΑΙ ΤΟΤΕ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΤΟΥ ΑΠΑΝΤΑΕΙ… «ΕΙΝΑΙ ΔΙΠΛΑ ΣΟΥ! ΕΧΕ ΕΠΙΜΟΝΗ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗ, ΒΑΔΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ! ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟΣ, ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ΜΟΥ! ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΦΙΛΕ, ΣΥΝΕΧΙΣΕ!»

Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, τον είχε σκλαβώσει με τα λόγια του. Στο παρελθόν τον είχε ταλαιπωρήσει πολύ, του συμπεριφερόταν σαν σκουπίδι, τον έβριζε και ξεχνούσε ότι ήταν καταχωνιασμένος μέσα του. Ο εαυτός του ήταν ο ήρωάς του, από μικρό παιδάκι τον συμβούλευε, βάζοντάς του ποιοτική τροφή στους δρόμους του νου και στο τέλος τον έκανε άνθρωπο!

Μετά από λίγα χρόνια, αυτός ο σοφός, κήρυττε τον λόγο του Θεού, μάχονταν για την αγάπη και πρέσβευε την ειρήνη. Άκουγε από τους συνανθρώπους του ότι οι καλοί άνθρωποι, σαν και του λόγου του, δεν έχουν τύχη, ενώ άλλοι τον επικροτούσαν, τον θαύμαζαν και λίγοι ακολούθησαν τον τρόπο ζωής του.

Απεβίωσε. Τα χέρια του ήταν καθαρά, το αίμα του κόκκινο, το πρόσωπό του χαμογελαστό, τίποτα δεν είχε αλλάξει! Το είχε γράψει άλλωστε:
«Σήμερα πολεμάνε με όπλα και σπαθιά
εγώ πολεμάω με χέρια καθαρά.
Σήμερα πολεμάνε με μίσος στην καρδιά
εγώ πολεμάω με αγάπη και ανθρωπιά.
Κλείνω τα μάτια και βρίσκεσαι στο δικό μου πάπλωμα!»

Ποτέ δεν ξέχασε τον πρώτο του έρωτα, ακόμη και ο εαυτός του στο τέλος τον χειροκρότησε!

 

Α. Ηλιάδης