Να μην σου στείλει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις, λέει ενίοτε η 83χρονη γιαγιά μου, κι ένα τραγούδι έρχεται στο μυαλό μου από το πουθενά. «Λένε πως αν κανείς γεννιέται, κλαίει γιατί πονά. Κλαίει γιατί στη ζωή τυραννιέται, όποιος ξαναγυρνά.» Και κάθε, μα κάθε φορά, θέλω να πάρω τηλέφωνο εκείνη. Εκείνη την φίλη, ας την πούμε Ελπίδα μπας και ξορκίσουμε το κακό, και να της πω όλα όσα έχω στην καρδιά και το μυαλό μου, και που δεν τολμώ από αγάπη και φόβο συνάμα.

Αγαπημένη μου Ελπίδα, δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου για τη ζωή που σου κλήρωσε. Ήσουν παιδί… Άλλη ζωή σου άξιζε. Ζωή ανέμελη, δίχως απαξίωση και φόβο. Πονάνε οι αγιάτρευτες πληγές σου, το ξέρω. Μακάρι να μπορούσα να τις κλείσω. Αλλά η αλμύρα των δακρύων σου, πίστεψέ με, θα απαλύνει τον πόνο. Γι’ αυτό κλάψε. Κλάψε επιτέλους για εκείνο το κοριτσάκι που έχασε νωρίς τον μπαμπά του, το στήριγμά του, για εκείνο το κοριτσάκι που δεν είχε μια ζεστή αγκαλιά να τρέξει, ένα χέρι να κρατηθεί σαν έπεφτε, μια μαμά σαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Κλάψε για εκείνη την γκρίζα ζωή που η μάνα ήταν απούσα, κι όταν θυμόταν να γυρίσει σπίτι σκόρπαγε απλόχερα αδιαφορία, χαστούκια, και εξευτελισμό. Ούρλιαξε, καρδιά μου, ούρλιαξε μέχρι να κλείσει η φωνή σου και να ανάψει ένα φως…

Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου, για εκείνο το μωρό που δεν ήρθε ποτέ. Ούτε οι γιατροί φταίνε. Δεν φταίει κανείς. Εκεί που ο πόνος περισσεύει, δεν υπάρχουν λέξεις, το ξέρω. Μα οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε κι είναι ψηλά και μας κοιτούν. Μη το ξεχνάς. Μάνα δεν είναι όποια γεννά. Το ξέρεις καλύτερα από μένα. Μάνα είναι αυτή που δεν διστάζει να πετάξει την καρδιά της για να είναι το παιδί της ευτυχισμένο. Κι εσύ κοριτσάκι μου, πήρες την πιο δύσκολη απόφαση του κόσμου. Του χάρισες την ελευθερία. Δεν το ανάγκασες να έρθει σε μια ζωή με βραχεία ημερομηνία λήξης. Δεν το καθήλωσες σε ένα κρεβατάκι, σε ένα άσπρο δωμάτιο νοσοκομείου παρέα με σωληνάκια, μόνο και μόνο για να το αγκαλιάσεις, προτού φύγει οριστικά… Φέρτε μου πρέζα να πρεζάρω, μου είπες ένα βράδυ και γέλασες γλυκά. Μα μέσα η καρδιά σου κλαίει. Ποιον γελάς;…

Δεν φταις εσύ κοριτσάκι μου. Εσύ γι’ αλλού ξεκίνησες. Κι ήρθε αυτός και σου υποσχέθηκε πως θα είναι εκεί, μαζί σου. Ο πατέρας που δεν είχες. Η μάνα που δεν ήταν μάνα. Και τώρα με δυο παιδιά παλεύεις μόνη. Στο όνομα του έρωτα; Στο όνομα της αγάπης; Δεν έχω καταλάβει…Είναι ο έρωτας που σε κρατά; Είναι η αγάπη που κάποτε υπήρχε και τώρα έχει γίνει συνήθεια; Μα τι σόι αγάπη είναι αυτή όταν και στην αρρώστια σου δεν είναι εκεί; Όταν αδιαφορεί για τα παιδιά του και για τα δικά σου συναισθήματα, τις δικές σου αντοχές; … Είναι η ελπίδα ότι όλα θα αλλάξουν κάποια στιγμή; Είναι η ανάγκη γιατί δεν έχεις πού να πας; Ή μήπως είναι όλα αυτά μαζί;

Φταις κοριτσάκι μου. Φταις γιατί βιάστηκες να ζήσεις όσα δεν έζησες παιδί κι έπεσες με τα μούτρα σε έναν έρωτα που χτίστηκε με λέξεις. Φταις γιατί άφησες εκείνο το φοβισμένο κοριτσάκι να στοιχειώσει την ύπαρξή σου και κρύφτηκες πίσω από ένα «Δεν βαριέσαι». Φταις γιατί ποτέ δεν άνοιξες την καρδιά σου, ακόμα και στον σύντροφό σου, από ντροπή για όσα θέλεις να πιστεύω πως έχεις λησμονήσει… Φταις γιατί ένα δεύτερο παιδί δεν διορθώνει μια σχέση που ήδη νοσεί! Φταις γιατί η υποχώρηση έγινε η δεύτερή σου φύση… Φταις γιατί φοβάσαι μη σου καταλογίσουν τα παιδιά σου έναν χωρισμό… Φταις γιατί δεν πίστεψες ποτέ σε σένα… Φταις γιατί δεν ήσουν ποτέ ειλικρινής με την ψυχή σου. Γιατί πάντα, από μικρό παιδί, δικαιολογούσες τους άλλους και φίμωσες την καρδιά και την ψυχή σου.

Κοπελιά, δεύτερη ζωή δεν έχει! το είπε και ο αγαπημένος σου Ελύτης…
Γι’ αυτό, αν με διαβάζεις τώρα, κάνε ένα τσιγάρο, πάρε βαθιές ανάσες και σε παρακαλώ μη με μισήσεις. Δεν σε δικάζω. Τολμώ απλά να σου πω όσα δεν τολμάς εσύ. Η «αυτοκτονία» δεν είναι λύση. Είναι δειλία. Κι εσύ δειλή δεν είσαι. Ήρωας δεν είναι αυτός που ταμπουρώθηκε πίσω από τους φόβους του. Ήρωας είναι αυτός που πήρε τη ζωή στα χέρια του και το ναυαγισμένο καράβι της ζωής του το έβγαλε ξανά στο ανοιχτό πέλαγος. Τίποτα δεν έχει χαθεί. Αρκεί να πιστέψεις στον εαυτό σου, κι επιτέλους να στρέψεις το βλέμμα σου ψηλά και να δεις πως πολύ πάνω από το «πηγάδι» της θυματοποίησης και του αυτομαστιγώματος, υπάρχει φως, υπάρχει ουρανός… Αρκεί φωνάξεις ΩΣ ΕΔΩ για να ακουστείς! Να φωνάξεις ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!