Η μικρή διάβαζε για το διαγώνισμα ιστορίας της επόμενης μέρας. Η μεγάλη έβλεπε στο Youtube βιντεάκια για μακιγιάζ. Και οι δυο τους στο σαλόνι, μασουλώντας κρακεράκια κι ας ήταν 4 το απόγευμα, κι ας είχαν φάει μόλις πριν μία ώρα. Τις είχε κόψει πάλι η πείνα, με το ζόρι έφαγαν 3 κουταλιές σπανακόρυζο η κάθε μία, το σιχαίνονταν. “Αυτό είναι το φαγητό σήμερα, άντε μπράβο, όλο σαβούρες θέλετε να τρώτε, αν ήταν τίποτα σουβλάκια θα τα καταπίνατε αμάσητα ε;” τους φώναξε η Αντιγόνη. Αλλά έκανε τα στραβά μάτια και δεν τις μάλωσε όταν τις είδε να ανοίγουν τα ντουλάπια. Σημασία έχει να μη μείνουν νηστικές.

“Πάω να κάνω μπάνιο, με θέλετε τίποτα;” ρώτησε τα κορίτσια, μάλλον ρητορικά, η Δώρα διάβαζε τον χρυσό αιώνα του Περικλή (στον αυτόματο πιλότο αυτό το παιδί με τα διαβάσματα του, όσο την είχε παιδέψει η μεγάλη, τόσο αστέρι ήταν το μικρό – δεν χρειάστηκε ποτέ να κάτσει να τη διαβάσει η Αντιγόνη, κι όλα Α τα είχε στον έλεγχο) – η Παυλίνα μάθαινε για το σωστό κοντούρινγκ. Έκαστος στο είδος του. “ΜΠΑΙΝΩ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ, ΕΙΠΑΑΑΑΑΑ” ξαναφώναξε, “ζακέτα να πάρεις” της απάντησαν χαχανίζοντας. “Σκατιάρες” μουρμούρισε η Αντιγόνη αλλά δε μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο της.

Πήρε από την κουζίνα ένα σακουλάκι από αυτά που έβαζε τα σάντουιτς των παιδιών και προχώρησε στο διάδρομο προς το μπάνιο, αλλά αντί να μπει εκεί, έστριψε στο υπνοδωμάτιο της. Έκλεισε την πόρτα της που έτριξε δυνατά. “Πρέπει να τη λαδώσω πάλι”. Παλιό σπίτι, τι να κάνεις… Πολλά θέματα, οι πρίζες παλιές, τα υδραυλικά προβληματικά, στις ντουλάπες έβγαζε υγρασία. Αν είχε λεφτά να ρίξει, θα το έκανε κουκλί, αλλά… δεν! Από τη μία ευχαριστούσε το Θεό που οι συγχωρεμένοι οι γονείς της της είχαν αφήσει το σπίτι τους, αυτό το παλιό τεσσάρι στο Μοσχάτο, από την άλλη μήπως με τον ΕΝΦΙΑ δεν ήταν σαν να πληρώνει ενοίκιο; Κι αν ήταν να πληρώνει ενοίκιο, γιατί να μην μένει σε καλύτερο σπίτι; Άμα έφευγαν τα παιδιά με το καλό, θα έφευγε και κείνη, θα το νοίκιαζε και θα έμενε σε κάνα δυάρι βρε παιδί μου, αλλά πιο καινούργιο. Εκτός κι αν μάζευε χρήματα και έφτιαχνε αυτό. Αχ, αν είχε ένα διχίλιαρο, όχι παραπάνω, να ρίξει στο σπίτι!! Παπάδες θα έκανε!

Άνοιξε το τελευταίο συρτάρι της σιφονιέρας της. Πάνω πάνω είχε τα συμβόλαια του σπιτιού, το διαζευκτήριο της, τα πιστοποιητικά γέννησης των παιδιών και το διαβατήριο της. Από κάτω, είχε 3 μπιζουτιέρες και μερικά κουτάκια. Τράβηξε κι έβγαλε μια μπλε βελούδινη μπιζουτιέρα. Χάιδεψε με το δάχτυλο το ύφασμα του κουτιού. Της την είχε κάνει δώρο η πεθερά της. Καλοκάγαθη γυναίκα, χήρα από τα 25 της, έλιωσε τα χέρια της να τρίβει σκάλες για να μεγαλώσει τα 2 αγόρια της. “Πρόκοψε κι αυτή” σκέφτηκε με πίκρα η Αντιγόνη. Ο μεγάλος της έμπλεξε με τζόγο και γυναίκες, ένα ρεμάλι, τίποτα δεν έκανε στη ζωή του πότε, ένα παράσιτο, ένα χαμένο κορμί – 42 χρονών κι ακόμα τον τάιζε η μάνα του με τη σύνταξη των 550 ευρώ της. 4 χρόνια πιο μικρός ο Άγγελος, ο αδερφός του, ο πρώην άντρας της Αντιγόνης. Ο “καλλιτέχνης”. Που νόμιζε πως με το καβαλέτο θα συντηρήσει οικογένεια, της έκανε και μούτρα της Αντιγόνης που δεν ήθελε τρίτο παιδί. Ζωγράφιζε πορτρέτα και τοπία, “ζωγράφισε κάνα κιλό κιμά” του είπε μια φορά η Αντιγόνη πριν φύγει για την απογευματινή της δουλειά και εκείνος βούρκωσε. Βούρκωνε συχνά, ήταν καλλιτεχνική φύση ο Άγγελος και υπερευαίσθητος. Άλλα άεργος. Πάντα. Καλός μπαμπάς, περνούσαν καλά τα παιδιά μαζί του. Και η Αντιγόνη. Στο κρεβάτι. Μέχρι εκεί. Όταν έκλεισε η επιχείρηση που δούλευε η Αντιγόνη και δεν είχαν να φάνε και στο καπάκι μπήκε στο νοσοκομείο για επείγουσα χοληδεκτομή, ο Άγγελος πήρε τα παιδιά και τα πήγε στην ξαδέρφη της, τα παράτησε εκεί χωρίς ρούχα, χωρίς τίποτα, πήρε τα καβαλέτα του κι εξαφανίστηκε, δεν άντεχε λέει τη στεναχώρια. Και μόλις βγήκε η Αντιγόνη από το νοσοκομείο και μάζεψε από το ξένο σπίτι τα παιδιά της, μαζεύτηκε κι ο προκομμένος με την εφημερίδα στα χέρια και κυκλωμένες αγγελίες – για εκείνη. Να βρει δουλειά. Εκείνος θα περίμενε την ευκαιρία του για δόξα. Και της είπε να του αγοράσει πινέλα με τον πρώτο μισθό της, είχαν ξεραθεί τα παλιά του. Την ίδια μέρα τον ενημέρωσε η Αντιγόνη πως έχει ένα 6μηνο διορία να φέρει ένα μεροκάματο στο σπίτι. Απέτυχε ο Άγγελος. Ούτε ένα. Κι ας του πρότεινε ένας φίλος του ταξιτζής να δουλέψει τα ρεπό του, κι ας του βρήκε η μάνα του δουλειά σε μεγάλο πολυκατάστημα με υλικά οικοδομών. Βούρκωνε που του έλεγαν να πάει να δουλέψει, βούρκωσε όταν βρήκε και τα πράγματα του στην εξώπορτα. Ευαίσθητη ψυχή ο Άγγελος. Αρχιτεμπέλης του κερατά. Μονογονέας πλέον η Αντιγόνη, σηκώνει μανίκια και ορμάει. Τα παιδιά ολοήμερο, λίγο η μία να προσέχει την άλλη και βουρ η μάνα για δουλειά. Σούπερ μάρκετ, εποχιακά είδη, καντίνες, μέχρι και ροζ τηλέφωνα έκανε ένα φεγγάρι, αμέ! Γιατί όχι; Πείνασαν τα παιδιά της; Ποτέ.

2018 όμως. Και τα πράγματα ζόρισαν πολύ. Και να πάει η Αντιγόνη για δουλειά, ναι. Αλλά ποια δουλειά; Που οι καλές εποχές που έτρεχε από το ένα μεροκάματο στο άλλο; Τώρα είχε μόνο τα 430 ευρώ το μήνα από το τηλεφωνικό κέντρο κινητής τηλεφωνίας.

– θα μπορούσα να σας ενημερώσω για τα νέα μας πακέτ…
– ΜΠΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΛΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΤΙΚΑ

κλονκ

Μια φίλη της, της είπε πως μέσω facebook πουλάει μπλουζάκια και κεντητά διακοσμητικά. Έπιαναν τα χέρια της Αντιγόνης. Το έψαξε. Θα μπορούσε να την κάνει αυτή τη δουλειά από το σπίτι. Μια καλή ραπτομηχανή της έλειπε και τα πρώτα υλικά για να ξεκινήσει.

Άνοιξε τη μπλε βελούδινη μπιζουτιέρα. Είχε ειδική θήκη για ένα περιδέραιο, ένα βραχιόλι και ένα δαχτυλίδι. Ήταν το σετ δώρο αρραβώνων της πεθεράς της. Έλειπε ήδη το βραχιόλι και το δαχτυλίδι. Είχαν γίνει σιδεράκια για τη Δώρα. Ζύγισε στη χούφτα της το περιδέραιο. Το έβαλε στο σακουλάκι. Άνοιξε τη δεύτερη μπιζουτιέρα. Αναστέναξε στενάχωρα. Ήταν άδεια γαμώτο, νόμιζε πως κάτι θα είχε μέσα. Το δαχτυλίδι της θείας Ανδριανής, ο σταυρός της μάνας της, 2 χρυσές καδένες, είχαν γίνει φροντιστήρια δευτέρας λυκείου για την Παυλίνα. Και να πεις πως έπιασαν τόπο… 14μισό έβγαλε μέσο όρο. Η τρίτη μπιζουτιέρα είχε ψευτοκοσμηματάκια, κανα δυο ασημένια δαχτυλιδάκια, κάτι σκουλαρίκια – τα έβαλε στο σακουλάκι η Αντιγόνη, μα δεν υπολόγιζε και πολύ σ’ αυτά. Η τρίτη μπιζουτιέρα ήταν η αγαπημένη της. Ξύλινη, σκαλιστή, κομψοτέχνημα. Γεμάτη κάποτε με κοσμήματα δικά της και της μάνας της. Σχεδόν άδεια πλέον. Εκτός του δαχτυλιδιού που αγόρασε στον εαυτό της πριν χρόνια, τα “καλά” χρόνια των καλών μεροκάματων και είχε γλυτώσει μέχρι στιγμής. Λευκόχρυσο με ένα μπριγιάν στη μέση και ημιπολύτιμους λίθους γύρω του. Τι όμορφο κόσμημα. Δεν είχε ονειρευτεί να το φορέσει. Να το περάσει στο δάχτυλο μιας κόρης της είχε ονειρευτεί σε έναν αρραβώνα, σε έναν γάμο. “Ε καλά τώρα” ψιθύρισε, ΄»ας έχουμε να φάμε και έχουμε καιρό για παντρειές, δε θα σκάσουμε τώρα για τα μπιζουδάκια” είπε κι έριξε το δαχτυλίδι στο σακουλάκι. Ήξερε πως την αρχική του αξία δεν θα την έπιανε ποτέ, το είχε αγοράσει ως κόσμημα, θα της το αγόραζαν ως σκέτο μέταλλο. Άνοιξε και τα υπόλοιπα κουτάκια, δεν βρήκε σπουδαία πράγματα. Ήλπιζε όμως να κάνει τη δουλειά της. Έριξε το σακουλάκι στην τσάντα της και κάλεσε στο νούμερο του γνωστού της ενεχυροδανειστή, τον ενημέρωσε πως θα πήγαινε από εκεί εκείνο το απόγευμα. Βγήκε από το δωμάτιο της, έκανε ένα γρήγορο μπάνιο, είπε στη μεγάλη πως βγαίνει για μια δουλειά και να έχει το νου της στη μικρή, δεν θα αργούσε να γυρίσει.

Δυο ώρες αργότερα, ξαναμετρούσε εικοσάρικο εικοσάρικο, τα 540 ευρώ που είχε πάρει πουλώντας τα τελευταία κοσμήματα της. 320 ευρώ έκανε η ραπτομηχανή που χρειαζόταν, θα έκανε σε πρώτη φάση τη δουλειά της κι ας μην ήταν επαγγελματική. Της έμεναν 220 ευρώ, λαχταρούσε η μεγάλη να πάει στην τριήμερη του σχολείου της στη Θεσσαλονίκη, μα δεν έλεγε τίποτα στη μάνα της. Όμως η Αντιγόνη μάντευε τη λαχτάρα της κοπελίτσας πίσω από τα ‘σιγά την εκδρομή, όχι δε θέλω να πάω, βλακείες μωρέ, μπα, όχι, δε θέλω, καμία σχέση, αλήθεια!’

Άστραφταν τα μάτια της Αντιγόνης. Ήταν χαρούμενη που θα έστελνε το παιδί της εκδρομή και ενθουσιασμένη που θα αγόραζε τη ραπτομηχανή της για να ξεκινήσει να δουλεύει. Κι ας μην είχε πια, ούτε δαχτυλίδια, ούτε βραχιόλια. Δεν τρώγονται τα διαμάντια κι οι πλατίνες. Δεν τρώγονται οι αναμνήσεις. Ό,τι χρειαζόταν, θα έκανε η Αντιγόνη. Και δεκάρα δεν θα έδινε για πέτρες που λαμπύριζαν και αλυσιδάκια που άστραφταν σε κρυμμένες μπιζουτιέρες.

Ό,τι χρειαζόταν. Θα το έκανε. Ούτε ένα δάκρυ.