Ναι, είμαι από εκείνα τα εκνευριστικά πλάσματα που αρχίζουν να μετρούν αντίστροφα για τα Χριστούγεννα την ίδια στιγμή που πλατσουρίζουν σε κάποια παραλία.

Από μικρό παιδάκι αγαπούσα αυτή την εποχή του χρόνου. Όχι για τα δώρα, άλλωστε σπάνια μας επισκεπτόταν ο “Άγιος Βασίλης”. Μα γιατί όλα ήταν γιορτινά στολισμένα. Τα φώτα της πόλης, τα πολύχρωμα λαμπιόνια που κοσμούσαν τις βιτρίνες των καταστημάτων, οι μουσικές. Όλα αυτά τα γραφικά και κοινότυπα που καθόλου δεδομένα δεν είναι.

Τα αγαπούσα από μικρή, γιατί οι “μεγάλοι” ήταν πιο χαρούμενοι, πιο ανάλαφροι. Χαμογελούσαν περισσότερο, γκρίνιαζαν λιγότερο, δεν πνίγονταν στο άγχος και τη ρουτίνα τους. Άσε που δεν ήταν και τόσο αυστηροί μαζί μας κι εμείς κάναμε τις ζαβολιές μας ήσυχοι πως δε θα τιμωρηθούμε.

Η γιαγιά έφτιαχνε μελομακάρονα κι εγώ τρύπωνα στα πόδια της για να μάθω το μυστικό για τα λαχταριστά της γλυκίσματα.
Η μαμά όμως στεναχωριόταν κι ας προσπαθούσε να το κρύψει. Τα οικονομικά μας δεν ήταν ποτέ καλά κι εκείνη λυπόταν που δεν μπορούσε να μας πάρει δώρα όπως έκαναν όλοι οι γονείς στα παιδιά τους. Όμως κι εμείς, δε ζητούσαμε. Βλέπαμε. Ξέραμε. Και δε θέλαμε να στεναχωριέται η μαμά.

Μόνο μία φορά, περνώντας από εκείνη τη θεόρατη βιτρίνα, άφησα το χέρι της κι έτρεξα και κόλλησα τα παιδικά μου χεράκια στα μεγάλα τζάμια. Τα μάτια μου έλαμψαν από ενθουσιασμό όταν αντίκρισα εκείνον τον μεγάλο αρκούδο. “Μαμά, θα μου το πάρεις; Εέέέέλα μαμά, σε παρακαλώ. Υπόσχομαι θα είμαι καλό παιδί”. Εκείνη δεν απάντησε, παρά μόνο κατέβασε το κεφάλι, μου έπιασε απλά το χέρι και συνεχίσαμε. Κάθε φορά που περνούσαμε από αυτή τη βιτρίνα, κολλούσα το μουτράκι μου κι ονειρευόμουν τη στιγμή που θα κοιμάμαι αγκαλιά με τον αρκούδο. Τις τελευταίες μέρες είχαμε αλλάξει διαδρομή για το σπίτι…

Εκείνα τα Χριστούγεννα, η μαμά φορούσε σκισμένα παπούτσια. Εκείνα τα Χριστούγεννα, το γιορτινό τραπέζι, δεν είχε κρέας. Εκείνα τα Χριστούγεννα, αγκάλιασα τον αρκούδο που τόσο επιθυμούσα. Η μαμά χαμογελούσε, τα μάτια της γελούσαν όταν έβλεπε πόσο χαρούμενη μ’ έκανε. Ποτέ δεν ξαναζήτησα κάτι.

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ μεγάλωσα, πλέον φτιάχνω μόνη μου τα μελομακάρονα, στολίζω μόνη μου το δέντρο και βάζω το αστέρι στην κορυφή χωρίς να χρειάζομαι σκάλα. Μαγειρεύω εγώ στο “οικογενειακό” τραπέζι, αγοράζω μόνη μου ό,τι μου γυαλίσει στη βιτρίνα, μα όλα είναι αλλιώτικα.

Πλέον τα Χριστούγεννα είναι μοιρασμένα. Μια χρονιά με τη μαμά, μια με τον μπαμπά, μια με τους φίλους. Τελικά, πόσο δύσκολο είναι να βλέπω μαζεμένα χέρια να βοηθούν το ένα το άλλο, να βλέπω μαζεμένα χαμόγελα σ’ ένα γιορτινό τραπέζι με ΟΛΗ την οικογένεια. Εγώ να μαγειρεύω, η μαμά να σερβίρει το κρασί, ο μπαμπάς κι ο αδερφός μου να τσιμπολογούν προτού καθίσουμε όλοι στο τραπέζι κι εμείς να θυμώνουμε και να τους μαλώνουμε.

Τα Χριστούγεννα, είναι χαρά. Μα, την χαρά αν δεν την μοιράζεσαι, χάνει το νόημα της.

Θέλω ξανά να πλάσω μελομακάρονα με τη γιαγιά μου και να παραπονιέμαι που δεν τελειώνει με τίποτα η ζύμη και πονάνε τα χέρια μου. Θέλω ξανά η μαμά να φωνάζει που κάνουμε χάλια το σαλόνι μέχρι να στολίσουμε κι ο μπαμπάς να χαμηλώνει τη μουσική επειδή είναι μεσημέρι κι ενοχλούμε κι εμείς να κατσουφιάζουμε. Θέλω ξανά να γιορτάσω την ομορφότερη περίοδο του χρόνου με την οικογένειά μου. ΟΛΟΚΛΗΡΗ.

Τα καλύτερα Χριστούγεννα, ήταν εκείνα που δεν είχα κρέας στο τραπέζι. Όχι γιατί πήρα το δώρο που ήθελα, αλλά γιατί τότε όλοι γελούσαν και, κυρίως, γιατί ήταν ΟΛΟΙ εκεί.

Τα δικά μου Χριστούγεννα, θέλω να είναι γεμάτα από αγκαλιές, όχι δώρα.
Να είναι πλούσια σε χαμόγελα, όχι ευχές.
Γεμάτα από αγάπη, όχι από φαγητά.
Τα δικά μου Χριστούγεννα, θέλω να είναι φτωχικά. Αρκεί ένα ζεστό σπίτι και μια οικογένεια ενωμένη για να είμαι ευτυχισμένη.

Δεν είναι οι γιορτές που λαχταράμε τόσο μα οι άνθρωποι που έχουμε δίπλα μας.

Φέτος, ας στολίσουμε όλοι τις καρδιές μας, όχι τα δέντρα μας. Ας μοιράσουμε χαμόγελα σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη. Ας σκεφτούμε πόσο πολύτιμοι είμαστε για κάποιους ανθρώπους κι ας περάσουμε μαζί τους τις γιορτές. Τα μπουζούκια και τα club, μπορούν να περιμένουν.

Καλές γιορτές σε όλους.