Φτάνει το μεσημέρι κι η κοιλιά αρχίζει να κάνει τον μικρό ή και μεγάλο της πόλεμο. Σηκώνομαι απ ‘τον καναπέ, ανοίγω το ψυγείο και βλέπω διάφορα. Μα τίποτα δε μου κάνει κέφι. Ξαναγυρνώ στο σαλόνι και ο πόλεμος συνεχίζεται. Κάθομαι στον καναπέ, σκεπάζομαι με μια κουβερτούλα και απ’ το χουζούρεμα κλείνουν τα μάτια μου. Κι έτσι ξαπλωμένη βρίσκομαι στην κουζίνα πάλι, να παρακολουθώ την προγιαγιά να ετοιμάζει το μεσημεριανό. Παίρνει μια λεκανίτσα και σαν μάγισσα ρίχνει μέσα ένα ένα τα υλικά που έχει μπροστά της. Στέκομαι και τη βλέπω με γουρλωμένα μάτια, γεμάτη προσμονή.
Κάποια στιγμή με κοιτάζει και με ήρεμη φωνή μου λέει: «πλύνε τα χεράκια σου να με βοηθήσεις». Η χαρά μου δε περιγράφεται. Θα φτιάξουμε κάτι μαζί! Ακολουθώ τη συμβουλή της και κάθομαι στην καρέκλα για να φτάνω το τραπέζι. Τα μικρά μου δαχτυλάκια αρχίζουν να νιώθουν ένα ένα τα υλικά και τα ζουλάνε με όση δύναμη έχει το παιδικό μου κορμί. Ο κιμάς ξεγλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλά μου κι εγώ γελάω. Η γιαγιά με κοιτάζει και καμαρώνει. «Νοικοκυρούλα μου εσύ», μου λέει κι εγώ φουσκώνω από περηφάνια. Τα αυγά έχουν πια διαλυθεί κι η ρίγανη, αχ αυτή η ρίγανη, έχει σπάσει τη μύτη μου και ανυπομονώ να τη γευτώ.

Η γιαγιά με αφήνει για λίγο μόνη στην κουζίνα για να φέρει πατάτες και σκέφτομαι να κάνω τη σκανταλιά μου και να βάλω τη δική μου πινελιά. Πιάνω το αλάτι κι αρχίζω να ρίχνω μέσα στη λεκάνη και μαγεύομαι απ’ τους κόκκους που πέφτουν μέσα. Μου θυμίζει το χιόνι που μέχρι τώρα δε μπόρεσα να δω, να πέφτει μπροστά στα μάτια μου. Έμενα πάντα στο νησί βλέπεις. Η γιαγιά επιστρέφει στην κουζίνα και η σκανταλιά μου τελειώνει βεβιασμένα, μη και με πάρει χαμπάρι. Ένα μικρό χαμόγελο ξεφεύγει απ τα χείλη μου, αλλά ευτυχώς δε με μαρτυράει στη γιαγιά. Συνεχίζω να πλάθω τον κιμά βασανίζοντάς τον, γιατί με βασανίζει το γουργουρητό της κοιλιάς μου. Επιτέλους η γιαγιά μου λέει να σταματήσω. Πλένει και τα δικά της χέρια και μου φέρνει ένα δίσκο. Βάζει τα χέρια της μέσα στη λεκάνη και παίρνει λίγο μείγμα. Πλάθει την πρώτη μπαλίτσα γεύσης και τη βάζει στο δίσκο. «Να, έτσι φτιάξε και τις υπόλοιπες». Κι εγώ ακολουθώ τη συμβουλή της και πάλι με οδηγό τα δικά της βήματα. Η ίδια καθαρίζει τις πατάτες κι αρχίζει να τις κόβει σε πανομοιότυπα κομμάτια, λες και τις μετράει με μεζούρα! Κι αυτές πέφτουν ολόχρυσες μέσα στη δεύτερη λεκάνη.
Ο δίσκος σιγά σιγά γεμίζει κι εκεί πάνω βλέπω τις δημιουργίες μου γεμάτη χαρά. Απλές μπαλίτσες κιμά είναι, αλλά τις έφτιαξα εγώ. Και η γιαγιά με βοήθησε να τις φτιάξω, με εμπιστεύτηκε να τις φτιάξω. Για λίγα δευτερόλεπτα σκέφτομαι τη σκανταλιά μου με το αλάτι και ανησυχώ λίγο. Λες να με μαλώσει που έκανα τα δικά μου; Η γιαγιά πιάνει δυο μεγάλα τηγάνια, ανάβει τα μάτια της κουζίνας και παίρνει το δίσκο και τη λεκάνη μπροστά της. «Τώρα μικρό μου θα σε βοηθήσω κι εγώ». Βάζει λάδι στα τηγάνια και περιμένουμε κι οι δύο να ζεσταθούν. Η ιεροτελεστία αρχίζει…

Μία μία μπαλίτσα κάνει μια βουτιά στο τηγάνι κι αρχίζει να τραγουδάει το λάδι. Τις τοποθετεί με μαεστρία τη μια δίπλα στην άλλη, αφήνοντας την απαραίτητη απόσταση κάθε φορά μεταξύ τους. Οι μυρωδιές αρχίζουν να πλημμυρίζουν την κουζίνα ταυτόχρονα με τα σάλια στο στόμα μου. Ευτυχώς οι πατάτες μπαίνουν περισσότερες μέσα στο τηγάνι και θα βγουν πιο γρήγορα, σκέφτομαι. Η παιδική μου ανυπομονησία αποκτά φωνή, «άντε γιαγιά, ακόμα;» Η γιαγιά χαμογελάει και μου λέει πως σύντομα θα τρώμε. «Στρώσε το τραπέζι και θα τα βγάλω ωστόσο». Τρέχω στα ντουλάπια να βγάλω τα ποτήρια, στα συρτάρια να βγάλω τα πιρούνια, στο ψυγείο να βγάλω τη φέτα.

Όλα έτοιμα και λίγο άναρχα τοποθετημένα στο τραπέζι από μένα, όλα έτοιμα και περιποιημένα στο τραπέζι και από τη γιαγιά. Μου λέει να κάτσουμε για να φάμε και φέρνει το νερό. Κάθομαι, μου βάζει κεφτεδάκια, πατάτες, νερό κι έπειτα βάζει κι εκείνη τα δικά της. «Έλα να κάνουμε το σταυρό μας τώρα και μετά τρώμε ναι;» Και κάπου εκεί, τελειώνοντας με το σταυρό, τσιμπάω ένα μικρό κομμάτι απ’ τα κεφτεδάκια και το αλάτι γεννά μορφασμούς στο πρόσωπό μου. Ευτυχώς που είχα νεράκι δίπλα μου. Περιμένω με αγωνία να φάει τη πρώτη μπουκιά της η γιαγιά. Παίρνει ένα κεφτεδάκι, αρχίζει να μασάει και με κοιτάζει έκπληκτη. Φαντάστηκα πως οι φωνές της θα ακουστούν μέχρι έξω στο δρόμο. Με κοιτάζει, χαμογελάει και μου λέει, «μπράβο παιδί μου, πολύ νόστιμα είναι». Τα μάτια μου λάμπουν στη στιγμή και την ίδια στιγμή νιώθω την αγάπη της. Εκείνη τη μέρα δεν έμεινε κανένα κεφτεδάκι στο πιάτο. Ούτε και νερό στα ποτήρια βέβαια.

Το παράξενο είναι πως το γουργουρητό της κοιλιάς μου ποτέ δε σταμάτησε. Άνοιξα τα μάτια μου, σηκώθηκα, ντύθηκα, πήγα για ψώνια και ήταν η δεύτερη φορά που θα έφτιαχνα κεφτεδάκια με τόση όρεξη. Τα ετοίμασα, τα έβαλα σε ένα ωραίο τάπερ, έβαλα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν μέσα σε μια σακούλα και ξεκίνησα να πάω στη γιαγιά. Λίγα λεπτά πριν φτάσω, όλοι με κοίταζαν παράξενα, μα εμένα δε με ένοιαζε. Εγώ θα έτρωγα με τη γιαγιά μου. Έκατσα κοντά της, κοίταξα για λίγο τη φωτογραφία της και της χαμογέλασα. Έβγαλα μια μικρή αλατιέρα, το μπουκάλι με το νερό κι άνοιξα το τάπερ. Μόνο που τώρα πια δε μύριζε μόνο η ρίγανη. Το γλαστράκι πάνω στο παγωμένο μάρμαρο, άνθισε μπροστά στα μάτια μου. «Κι εγώ σ’ αγαπάω γιαγιά»