Κοντεύουν να κλείσουν 33 χρόνια από εκείνο το κρύο πρωινό του Δεκέμβρη. Όλα τα πρωτάκια μαζεμένα στο προαύλιο του σχολείου περιμέναμε να τελειώσει η ώρα της πρωινής προσευχής. Και δεν ήταν το τσουχτερό κρύο που μας έκανε να βιαζόμαστε να πάμε στην τάξη μας, αλλά η χαρά μας που εκείνη τη μέρα θα στολίζαμε το μικρό πράσινο έλατο, το ξεχασμένο για μήνες σε μια σκονισμένη κούτα, ψηλά στην σκουριασμένη ντουλάπα.

Η δασκάλα μας, η κα.Ελένη, είχε ζητήσει να φέρουμε από το σπίτι ένα στολίδι για να στολίσουμε το μια σταλιά δεντράκι μας, αλλά που στα μάτια μας φάνταζε πανύψηλο και ζωντανό, σαν την αγάπη μας για τα Χριστούγεννα. Γι’ αυτό κι εκείνη την αλησμόνητη μέρα όλα τα παιδιά πήγαμε σχολείο κρατώντας στολίδια πολύχρωμα και λαμπερά, τυλιγμένα καλά καλά σε μια χαρτοπετσέτα, γιατί αν θυμάστε τα στολίδια τότε εκτός από πανάκριβα, ήταν και εύθραυστα. Αλίμονο αν κατά λάθος σου έσπαγε καμιά μπάλα. Στενοχώρια, όχι αστεία!

Και κάπου εκεί δίπλα στα παιδικά χαμόγελα, στα μεθυσμένα από τη γλύκα της γιορτινής ατμόσφαιρας, στεκόταν η Ευτυχία. Αμίλητη και σκυθρωπή, μια παραφωνία στις ανέμελες φωνές μιας άλλοτε ανέμελης ζωής. Μαλλιά καστανά, πελώρια μελιά μάτια, φορώντας μια γκρίζα καζάκα κι ένα ξεθωριασμένο γκρί κοτλέ παντελόνι, κι όπως πάντα στο κεφάλι ένα σκουφί πολύχρωμο, παράταιρη πινελιά σε μια εικόνα που θύμιζε συννεφιασμένο ουρανό. Κάποια παιδιά καμιά φορά την κορόιδευαν για τα μπαλωμένα της ρούχα, μα αυτή ποτέ δεν τους κρατούσε κακία. Ήταν πρώτη στα μαθήματα και ποτέ δεν παραπονιόταν για τα βρεγμένα παπούτσια της, το μισοφαγωμένο μαύρο μολύβι της, την ξεφτισμένη τσάντα. Μονάχα χαμογελούσε, γι’ αυτό και είχε μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου. Εκείνη όμως τη μέρα η Ευτυχούλα ήταν πιο σιωπηλή από ποτέ, με μάτια απελπισμένα που κοιτούσαν γύρω τους με απόγνωση.

Το κουδούνι χτύπησε, μπήκαμε στην τάξη και κάτσαμε στα θρανία. Η γιορτή χαράς θα ξεκινούσε. Τα Χριστούγεννα ήταν εκεί. Άπλωναν τα χέρια, καλωσορίζοντάς μας στην μαγεία των αστεριών που σε λίγο θα τύλιγαν το μικρό μας έλατο, στο παραμύθι του Άγιου Βασίλη και των ξωτικών του που δούλευαν πυρετωδώς για να κάνουν τις ευχές μας πραγματικότητα. Μονάχα η Ευτυχία συνέχιζε να είναι αμίλητη, με σκυμμένο το κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα σφιχτά.
Πόσες αναμνήσεις Θεέ μου!…
– Εμείς δεν στολίζουμε δέντρο, είπε ξαφνικά, απαντώντας μάλλον στα γεμάτα απορία βλέμματα που ρίχναμε στα άδεια της χέρια. Δεν έχω φέρει στολίδι. Δεν έχουμε στολίδια σπίτι.
– Και τότε πού σας αφήνει ο Άγιος Βασίλης τα δώρα; ρώτησε κάποιος έκπληκτος.
– Η μαμά μου λέει ότι δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης.
– Η μαμά σου είναι μια ψεύτρα! είπε με οργή κάποιος άλλος, ενώ τα βλέμματα όλων μας στράφηκαν πάνω τους.
– Η μαμά μου δεν λέει ψέματα. Αν υπήρχε ο Άγιος Βασίλης θα μου είχε φέρει πέρυσι τα κόκκινα γάντια που του ζήτησα. Αλλά δεν υπάρχει. Πείτε τους κυρία. Υπάρχει Άγιος Βασίλης;
Σάστισε η δασκάλα μας. Σάστισε από την αθωότητα ενός 6χρονου παιδιού, που είχε πάψει να πιστεύει στη μαγεία, στο θαύμα, στην ελπίδα για αυτό που φαντάζει απραγματοποίητο, που είχε πάψει να είναι παιδί… 24 παιδιά είχε η τάξη, και 23 βλέμματα, 46 μάτια πέσανε πάνω της, σαν βέλη που με ορμή καρφώνονται στον κορμό του δέντρου που βρέθηκε μπροστά τους. Απορία. Θυμός. Απογοήτευση. Όλα μαζί. Και μια σιγή, μια βουβή ταραχή γεμάτη ερωτηματικά που ζητούσαν απαντήσεις, απλώθηκε στην τάξη. Τα καμπανάκια χαράς έγιναν καμπάνες συναγερμού. Δεν στολίζουν δέντρο; Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης;…
Μούσκεψαν τα μάτια της Ευτυχίας, κι έγιναν ακόμα πιο μεγάλα. Μούσκεψαν και τα δικά μας που ξαφνικά το όνειρο έγινε δάκρυ στη ψυχή μας. Δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης;
– Εντάξει Ευτυχία μου δεν πειράζει. Να πάρε το δικό μου, βάλτο ψηλά στην κορυφή κι ελάτε να σας πω μια ιστορία.
Και η ιστορία άρχισε…

Υπήρχε κάποτε ο Μέγας Βασίλειος που αγαπούσε πολύ τα παιδιά και βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη, χωρίς να κάνει εξαιρέσεις. Είναι αυτός που τραγουδάτε στα κάλαντα. «Άγιος Βασίλης έρχεται…από την Καισαρεία…». Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο να φροντίζει όσους είχαν ανάγκη. Έφτιαξε σχολεία, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία, έδωσε φαγητό και στέγη στους φτωχούς, μοίραζε συμβολικά δώρα τα Χριστούγεννα στα παιδιά που τόσο αγαπούσε. Και μάλιστα είχε και βοηθούς στο έργο του, όχι σαν εκείνα με τις κόκκινες μπότες και τους πράσινους σκούφους, αλλά ανθρώπους που μοίραζαν χαρά κι ελπίδα σε μικρούς και μεγάλους. Και τα χρόνια πέρασαν κι ο Άγιος Βασίλης συνεχίζει να ζει μέσα στις καρδιές μας, αρκεί να πιστέψουμε στη δύναμη της αγάπης και της προσφοράς. Γιατί παιδιά μου είναι τόσο ωραίο να χαρίζεις κανείς χαρά κι αγάπη. Κι εσείς, αν θέλετε, μπορείτε να γίνετε τα «μικρά ξωτικά» του, συνεχίζοντας το έργο του για να μην ξεχαστεί ποτέ κι από κανέναν. Παιχνίδια ξεχασμένα, βιβλία διαβασμένα, ακόμα και ρούχα καταχωνιασμένα στα συρτάρια σας, πράγματα που εσείς δεν θέλετε ίσως δώσουν απίστευτη χαρά σε παιδιά που δεν τα έχουν. Κι όσο θα υπάρχει αγάπη στον κόσμο, το νόημα των Χριστουγέννων δεν θα χαθεί, ο Άγιος Βασίλης θα συνεχίσει να υπάρχει, σαν αστέρι ψηλά στον ουρανό να θυμίζει στους ανθρώπους πως όταν δίνεις αγάπη κερδίζεις αγάπη. Κι αυτό μην το ξεχάσετε ποτέ. Κάθε φορά που η αγάπη μετουσιώνεται σε προσφορά ένα ξωτικό γεννιέται, το πνεύμα του Άγιου Βασίλη δυναμώνει και ο στρατός αγάπης του γίνεται ακόμα μεγαλύτερος. Κι όλοι εμείς τώρα αν συμφωνήσουμε να χαρίσουμε στην Ευτυχία το δέντρο που με τόση αγάπη στολίσαμε θα γίνουμε τα ξωτικά του. Και που ξέρετε… Μπορεί τώρα που θα έχει δέντρο το όνειρο να γίνει πραγματικότητα… Τι λέτε; Θα της χαρίσουμε το ελατάκι μας;

Τα βλέμματα γλύκαναν. Τα δάκρυα στέγνωσαν και η Ευτυχία εκείνη τη μέρα έφυγε από το σχολείο ευτυχισμένη και μ’ ένα δέντρο φορτωμένη. Δεν ξέρω για τα άλλα παιδιά, αλλά εγώ δεν είπα ποτέ τίποτα στους γονείς μου. Τους άφησα να νομίζουν πως περίμενα τον Άγιο Βασίλη να μου φέρει την κούκλα που τόσο ήθελα, κι ας ήξερα πως είναι αυτοί που αφήνουν δώρα κάτω από το δέντρο μας. Δεν υπήρχε λόγος να διαλύσω τη μαγεία που εμπνέει μικρούς και μεγάλους.
Η ιστορία μας, όμως, δεν τελείωσε εδώ. Την επόμενη μέρα, και τελευταία σχολική μέρα του έτους, σαν μπήκαμε στην τάξη πάνω στο θρανίο της Ευτυχίας ήταν όχι μία, αλλά τέσσερις τσάντες. Τέσσερα κατακόκκινα ζευγάρια γάντια. Δεν ξέρω ποιες μαμάδες ή μπαμπάδες ήταν οι «Άγιοι Βασίληδες», ξέρω όμως ότι η Ευτυχία σαν άνοιξε τις τσάντες πέταξε από χαρά. Λουλούδισε η ψυχή της. Έλαμψε σαν αστέρι.

Τώρα αν αναρωτιέστε αν η ιστορία που διαβάσατε είναι αληθινή, ναι είναι. Όπως είναι και η μαγεία των Χριστουγέννων αν πιστέψουμε σε αυτή. Μπορεί εκείνη τη μέρα με ανορθόδοξο τρόπο, σχεδόν βίαια, να έμαθα πως τροφαντούλης παππούλης ντυμένος στα κόκκινα να διαβάζει παιδικά γράμματα δίπλα στο τζάκι δεν υπάρχει, πως έλκηθρο, τάρανδοι και ξωτικά είναι ένα πολύ όμορφο και γλυκό παραμύθι, αλλά ξέρετε κάτι; Δεν με πείραξε η αποκάλυψη και ούτε το φέρνω βαρέως. Βαρέως το φέρνω που δεν υπάρχουν πολλά ξωτικά και πολλοί Άγιοι Βασίληδες, σαν εκείνους που άφησαν τα κόκκινα γάντια, να κυκλοφορούν μεταμφιεσμένοι ανάμεσά μας όλο το χρόνο.

Για τα παιδιά μου ο Άγιος Βασίλης, το βράδυ της Πρωτοχρονιάς πετά στον ουρανό και γυρίζει όλο τον κόσμο με το έλκηθρό του, μοιράζοντας δώρα, σκορπώντας μαγεία. Το ξέρω πως αργά ή γρήγορα το όνειρο θα γκρεμιστεί, αλλά όσο περνάει από το χέρι μου θα διατηρήσω την χαρά της προσμονής, την πίστη στο όνειρο. Κι είμαι βέβαιη πως το μικρό μου ψεματάκι θα μου το συγχωρέσουν, όπως συγχώρεσα κι εγώ τους γονείς μου εκείνα τα Χριστούγεννα, σαν τους πω την ιστορία όλων όσων, μικρών και μεγάλων, πασπάλισαν με χρυσόσκονη κι αγάπη την τότε συμμαθήτρια και διπλανή μου Ευτυχία Λ.