Θυμάστε μια εποχή που οικονομικά ήσασταν καλύτερα; Που βγαίνατε για ψώνια και δε χρειαζόταν να κάνετε λίστα για το τι πρέπει να πάρετε ούτε ήσασταν με την αριθμομηχανή στο χέρι να υπολογίζετε, αλλά παίρνατε ό,τι σας άρεσε; Τότε που γέμιζε το καλάθι με σκατολοΐδια σοκολατένια, χυμούς, μπισκότα, γαριδάκια και χίλια δυο ακόμα αχρείαστα πραγματάκια.

Λέω για τότε που βγαίνατε για shopping Therapy και γυρνούσατε στο σπίτι γεμάτοι τσάντες με ρούχα, παπούτσια, καλλυντικά και δώρα. Μήπως θυμάστε τότε που πήρατε εκείνο το ωραίο αυτοκίνητο αλλά επειδή δε βόλευε για την οικογένεια πήρατε κι ένα δεύτερο; Ένα για τις βόλτες, ένα για την οικογένεια, ναι. Μήπως θυμάστε και τότε που αγοράσατε εκείνο το υπέροχο σπίτι δίπλα στη θάλασσα για να μπορείτε να κάνετε τις εξορμήσεις σας όποτε σας τη βαρέσει; Κι εκείνο το σπίτι στο κέντρο της Αθήνας με θέα την ακρόπολη, ή το εξοχικό μέσα στη φύση, σε κάποιο χωριουδάκι μακρινό που γίνεται το καταφύγιό σας, το οξυγόνο σας τις ημέρες που νιώθετε πως πνίγεστε στην πόλη και τις υποχρεώσεις.

Τώρα που τα λέμε, νομίζω θα θυμάστε και τα ταξίδια που κάνατε. Ρίχνατε δυο ρούχα σε μια βαλίτσα και παίρνατε αεροπλάνο για τον πρώτο προορισμό που βρίσκατε σύντομη πτήση και σας άρεσε. Άλλοτε, οργανώνατε από καιρό ένα ταξίδι με αγαπημένα πρόσωπα και γυρίζατε πίσω γεμάτοι αναμνήσεις από όμορφες στιγμές.

Θυμάστε τότε που σαν έφηβοι μπορούσατε να ασχολείστε μόνο με το διάβασμα και τους έρωτες; Που δεν είχατε ανάγκη να δουλέψετε παράλληλα με το σχολείο για να βοηθήσετε την οικογένειά σας. Ακόμα, θυμάστε που όταν το παιδί σας σας ζήτησε κάτι εσείς μπορούσατε να του το αγοράσετε και να δείτε τη χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του; Θυμάστε που παίρνατε τον μισθό στα χέρια σας, πληρώνατε υποχρεώσεις και σας έμεναν κι άλλα πόσα χρήματα να τα ξοδέψετε διασκεδάζοντας; Θα μου πείτε, τόση ώρα μας ρωτάς αν θυμόμαστε, τι ψάχνεις;

Σας ρωτάω, γιατί εγώ δε θυμάμαι. Τίποτα απ’ όλα αυτά, ούτε ένα. Δε θυμάμαι ποτέ να έχω γεμάτο καρότσι στο σούπερ μάρκετ. Τα βασικά και αν. Αν, ίσως, τύχαινε καμιά φορά να μπει τυρί στο ψυγείο ή ψάρι, ήμασταν ευτυχισμένοι. Πέφταμε με τα μούτρα πάνω κι από τη λαχτάρα μας που έχουμε να φάμε τόσο πολύ καιρό κάτι τέτοιο, το κατασπαράζαμε σε δευτερόλεπτα χωρίς να μπορούμε να φυλάξουμε λίγο γι’ αργότερα.

Δε θυμάμαι να βγαίνω για ψώνια με τις φίλες μου. Και, στις κοπάνες από το σχολείο, ποτέ δεν είχα ψιλά για να παίξω μπιλιάρδο μαζί με τους άλλους. Όταν τα κορίτσια έμπαιναν στα μαγαζιά γέμιζαν σακούλες με μπλούζες, φορέματα και παντελόνια που τα μόστραραν τις επόμενες ημέρες στο προαύλιο του σχολείου σαν να έκαναν πασαρέλα. Εγώ, θυμάμαι, έμπαινα μαζί τους στα μαγαζιά, έβρισκα ό,τι μου άρεσε και το δοκίμαζα για να νιώσω όμορφα κι ύστερα έβγαινα και τα ξανατακτοποιούσα στη θέση τους.

Δε θυμάμαι να είχα στην εφηβεία τη δυνατότητα να βγω για καφέ με την παρέα μου, γιατί δεν είχα χρήματα. Εκείνοι, βέβαια, πάντα επέμεναν να πάω κι έλεγαν πως θα κεράσουν έναν καφέ, αλλά εγώ δεν ήθελα. Ένιωθα άσχημα. Θυμάμαι που έκανα διάφορες χαζοδουλίτσες να βγάζω ένα χαρτζιλίκι αφού οι γονείς μου ήξερα πως δεν μπορούν να μου δώσουν. Το έβλεπα και το καταλάβαινα, δεν ήθελα να τους στεναχωρώ.

Δε θυμάμαι να έχω πάει διακοπές με τους γονείς μου σε κάποιο νησί, κάποιο χωριό, κάτι… Δε θυμάμαι κανένα σπίτι δικό μας, παρά μόνο ένα παλιό σπίτι που νοικιάζαμε, ένα σπίτι που μόνιμα έβγαζε προβλήματα. Άλλοτε έσταζαν οι τοίχοι, άλλοτε έπεφταν σοβάδες, άλλες φορές δεν είχαμε καθόλου θέρμανση. Κάποια φορά είχε χαλάσει το θερμοσίφωνο. Όλο θα το φτιάξουμε, λέγαμε, κι όλο έτσι έμενε. Δυο χρόνια κάναμε μπάνιο με κατσαρόλες.

Υπήρξαν φορές που δεν είχαμε νερό γιατί μας το είχαν κόψει από τα χρέη. Θυμάμαι που κάποια στιγμή, τρώγαμε κάθε μέρα μακαρόνια με αλάτι, πρέπει να ήταν για 10 μέρες, αν δεν κάνω λάθος. Θυμάμαι τη μάνα μου να κρυφοκλαίει που δεν έχει να μας στείλει σε δραστηριότητες κι εκδρομές με το σχολείο όπως τα άλλα παιδάκια. Που την ημέρα της γιορτής μου ντρεπόταν να με στείλει για μάθημα επειδή δεν είχαμε γλυκά να κεράσουμε. Θυμάμαι που οι γονείς μου αναγκάστηκαν να σταματήσουν τον αδερφό μου από το φροντιστήριο γιατί δεν έφταναν τα χρήματα ακόμα κι αν τους έκαναν έκπτωση.

Όσο για το αυτοκίνητο, δεν είχαμε ποτέ. Η πρώτη και η τελευταία φορά που θυμάμαι να πηγαίνω κάπου με τους δικούς μου, ήταν ένα καλοκαίρι που πηγαίναμε στη θάλασσα, μ’ ένα κόκκινο νισάν που είχε ένα πορτπαγκάζ γεμάτο με τα κουβαδάκια μου. Λίγες ημέρες μετά, μας το έκλεψαν.

Αυτά κι άλλα πολλά θυμάμαι που με θλίβουν και με θυμώνουν. Γιατί δεν είμαι η μόνη. Γιατί υπάρχουν τόσοι άνθρωποι εκεί έξω που δε θυμούνται τίποτα απ’ όσα περιέγραψα, που έζησαν όσα έζησα κι ακόμα χειρότερα. Που έμειναν στο δρόμο και δεν είχαν ούτε μακαρόνια να φάνε.

Σαν παιδί, πάντα ονειρευόμουν. Ακόμα δηλαδή ονειρεύομαι κι ακόμα ελπίζω. Θυμάμαι την πιο δυνατή μου επιθυμία. Να μεγαλώσω, σκεφτόμουν και να μπορώ να βγάζω τα δικά μου χρήματα για να ζήσω αξιοπρεπώς κι εγώ και να βοηθήσω όσους ακόμα μπορώ.

Κι ερχόμαστε στο σήμερα, που προσπαθώ να φτιάξω ένα μέλλον, να χτίσω γερές βάσεις και να μην έχω ανάγκη κανέναν. Που θέλω να ζω σ’ ένα σπίτι με νερό, με ρεύμα, με γεμάτο ψυγείο. Που θέλω να μπορώ το χειμώνα να ζεσταθώ και το καλοκαίρι να δροσιστώ όταν χρειάζεται. Που θέλω να κάνω μπάνιο με ζεστό νερό κι όχι να τρέμω από το κρύο μέχρι να ξεπλυθώ. Θέλω να έχω ένα σπίτι χωρίς να χρειάζεται να χρωστάω σε κάποιον.

Θέλω να έχω μια οικογένεια που θα μπορώ να συντηρήσω. Και σκέφτομαι πολύ πως θέλω μια μέρα να κάνω παιδιά. Και μετά προσγειώνομαι απότομα… Πώς μπορώ να φέρω ένα παιδί στον κόσμο όταν δεν μπορώ να συντηρήσω τον ίδιο μου τον εαυτό; Αγάπη πάνω απ’ όλα να υπάρχει κι όλα θα λυθούν, μου λένε όταν σκέφτομαι έτσι απαισιόδοξα. Μην προδικάζεις το μέλλον σου, μου λένε, δεν ξέρεις ποτέ πώς θα έρθουν τα πράγματα. Όχι, δεν ξέρω η αλήθεια είναι, αλλά δεν μπορώ να μπω στη διαδικασία να φέρω μια ζωή στον κόσμο περιμένοντας ν’ αλλάξει κάτι. Δεν είναι τόσο απλά όλα. Κι είναι τόσοι πολλοί εκεί έξω που σκέφτονται έτσι. Και μαγκώνονται και δεν κάνουν το επόμενο βήμα γιατί φοβούνται.

Όσο για την αγάπη, ναι, πάνω απ’ όλα αν υπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις, όλα μπορούν να φτιαχτούν. Ή σχεδόν όλα. Γιατί, καλή και η αγάπη, αλλά ένα μωρό δεν τρέφεται με αγάπη και φροντίδα μόνο. Δεν ντύνεται με αγάπη. Τις πάνες δεν τις αγοράζεις με αγάπη. Δε θέλω να δω στα ματάκια του παιδιού μου ποτέ, όσο περνάει από το χέρι μου, αυτό το βλέμμα που είχα εγώ όταν οι γονείς μου δεν μπορούσαν να μου αγοράσουν κάτι. Δε θέλω το παιδί μου να νιώσει ποτέ όπως ένιωθα εγώ όταν έβλεπα τη μάνα μου να κλαίει όταν δεν μπορούσε να μου προσφέρει κάτι. Δε θέλω κανείς να υποφέρει, γαμώτο. Ούτε από πείνα, ούτε από δίψα, ούτε από ανέχεια, ούτε από τίποτα.

Πάλι μακρηγόρησα. Προσπαθώ να φτιάξω ένα μέλλον λοιπόν, αλλά το έδαφος στο οποίο παλεύω να σπείρω, είναι άγονο. Και απελπίζομαι. Και κάθε φορά που μαθαίνω για μια οικογένεια που περνά δύσκολα, θυμώνω. Θυμώνω που δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό, θυμώνω που κάποιος αναγκάζεται να υπομένει. Θυμώνω που ζω σε μια κοινωνία που δε νοιάζεται. Κι αν όλη την εβδομάδα έτρεχα στη δουλειά, κι αν τώρα είμαι με 20 ευρώ στην τσέπη κι όλα είναι απλήρωτα, αν βγω από το σπίτι μου και μάθω πως κάποιος χρειάζεται βοήθεια, θα είμαι εκεί να δώσω και τα 20. Όχι γιατί είμαι καμιά Αγία, κανένας άγγελος ή καμιά μητέρα Τερέζα. Αλλά γιατί αυτή τη στιγμή, είμαι στη θέση να μπορώ να δουλέψω τη στιγμή που κάποιοι άλλοι δεν μπορούν. Γιατί θα χρειαστεί να τρέξω περισσότερο στη δουλειά, θα χρειαστεί να πάνε πίσω οι ανάγκες μου, να καθυστερήσω τις πληρωμές μου, να μη βγω τη βόλτα μου. Αλλά θα έχω κάνει κάποιον χαρούμενο. Θα έχω δώσει ένα γεύμα σε μια οικογένεια, θα έχω συμβάλει στο χαμόγελο κάποιου παιδιού. Και πες μου εσύ, υπάρχει τίποτα ομορφότερο από αυτό;

Μακάρι να μπορούσα να βοηθήσω όλο τον κόσμο, αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ. Μακάρι ο κόσμος να μη βρισκόταν στη δυσάρεστη θέση να χρειάζεται βοήθεια από κανέναν. Όμως η κοινωνία νοσεί κι εμείς οι ίδιοι πρέπει να κάνουμε κάτι γι αυτό, γιατί κάνείς άλλος δε θα κάνει.

Μ’ έχουν βοηθήσει πολλοί άνθρωποι. Άλλοι ψυχολογικά, άλλοι δίνοντας μου ένα πιάτο φαγητό όταν δεν είχα, άλλοι στηρίζοντας τους γονείς μου σε δύσκολες μέρες. Είναι πολλοί που έχουν υπάρξει ανά καιρούς και τους ευχαριστώ έναν προς έναν. Και πάντα έψαχνα έναν τρόπο να τους ξεπληρώσω ό,τι έκαναν, όμως πλέον έχω καταλάβει. Ο καλύτερος τρόπος για να τους ευχαριστήσω, είναι κι εγώ με τη σειρά μου ν’ ακολουθήσω τα βήματά τους κι όπου μπορώ να βάζω το λιθαράκι μου. Όσο μικρό κι αν είναι.

Όχι, δε στα λέω από την ασφάλεια του σπιτιού μου ή της γεμάτης τσέπης μου. Αυτή τη στιγμή που σου γράφω , έχω 20 cents στο πορτοφόλι μου και καμία σταθερή στέγη πάνω από το κεφάλι μου. Αλλά, ξέρεις κάτι; Αυτό το συναίσθημα πληρότητας κι ευτυχίας που έχω όταν βοηθάω κάποιον, δε θα το άλλαζα για τίποτα στον κόσμο!