23 Αυγούστου 1965, Σαν Ιγκνάσιο, επαρχία Μισιόνες, Βόρεια Αργεντινή.

Ο γέρο-Πέδρο Αλβάρεζ με την κόρη του Άλμπα, κάνουν τον καθιερωμένο απογευματινό τους περίπατο στην οδό Σαν Μαρτίν. Είναι ο μεγαλύτερος και ο μόνος πλακοστρωμένος δρόμος του Σαν Ιγκνάσιο, οπότε η αναπηρική καρέκλα με τις μεγάλες ρόδες του Πέδρο, δεν βουλιάζει στην λάσπη και η Άλμπα την σπρώχνει ευκολότερα. Κάθε μέρα είναι ίδια στο Σαν Ιγκνάσιο. Δεν περιμένει κάνεις κάτι άλλο, από μια μικρή απομονωμένη κωμόπολη του Μισιόνες, που είναι λες και ο χρόνος σταμάτησε στην δεκαετία του ’40. Δυσπρόσιτη, περικυκλωμένη από τροπική ζούγκλα με πυκνή βλάστηση, ψηλά δέντρα και δίπλα στον άγριο ποταμό Παρανά. Η γειτονική πόλη, η Σάντα Άννα, είναι σχετικά κοντά, όμως δεν έχει δρόμους να περάσει αυτοκίνητο μέσα από την πυκνή ζούγκλα. Όποιος θέλει έρχεται ή με γαϊδουράκι ή με τα πόδια. Του λείπει η ζούγκλα του γέρο-Πέδρο. Εκεί έμενε με την Άλμπα μέχρι να καθηλωθεί στην αναπηρική καρέκλα.

Σήμερα όμως, η Σαν Μαρτίν έχει μια διαφορετική δυναμική. Ο γέρο-Πέδρο παρατηρεί ανθρώπους να κινούνται γοργά προς την πλατεία. Επικρατεί ένα σούσουρο και πολλοί είναι μαζεμένοι σε πηγαδάκια. Ξέροντας καλά τους ανθρώπους του Σαν Ιγκνάσιο, ο Πέδρο δεν δίνει σημασία. Κουτσομπόληδες και χασομέρηδες.
«Ποιος ξέρει τι βρήκαν πάλι, για να γεμίσουν τον κενό χρόνο τους.» σκέφτηκε.

Πλησιάζοντας στην πλατεία, ο Πέδρο και η Άλμπα, διαπιστώνουν την πηγή της αναστάτωσης: 3-4 Αργεντίνοι αστυνομικοί, μαζί με κάποιους ξένους, ντυμένους παράξενα, με κοστούμια (μα Αύγουστο μήνα με κοστούμι στο Σαν Ιγκνάσιο;) οι οποίοι κάνουν ερωτήσεις στα αγγλικά, με την βοήθεια ενός μεταφραστή.

Ο Χουάν, ο ιδιοκτήτης του μοναδικού πανδοχείου στο Σαν Ιγκνάσιο, τους πλησιάζει. Λέει ένα «γεια!» στον γέρο-Πέδρο μην περιμένοντας απάντηση, καθώς ξέρει ότι ο γέρος είναι μουγγός και στρέφεται προς την Άλμπα. Πάντα ήξερε ο Πέδρο, ότι αυτός ο χασομέρης γλυκοκοιτάζει την κόρη του.
«Έμαθες τι έγινε; Συνέλαβαν τον γέρο-Ματίας!»
«Τον Ματίας Περέζ;» ρώτησε έκπληκτη η Άλμπα, «μα γιατί;»
«Οι ξένοι είναι λέει από την CIA. Βρήκαν στοιχεία ότι στην Σάντα Άννα, είχαν βρει καταφύγιο Ναζί μετά τον πόλεμο και το όνομα του δεν είναι λέει Ματίας, είναι Άντολφ. Άντολφ Άιχμαν. Διοργάνωσε λέει όλο το Ολοκαύτωμα. Θυμάσαι πότε ήρθε εδώ ο γέρο-Ματίας και η οικογένεια του από την Σάντα Άννα;»
Η Άλμπα και ο γέρο-Πέδρο τον άκουγαν με ανοιχτό το στόμα.
«Δεν ξέρω Χουάν, εμείς ήρθαμε εδώ πολύ μετά τους Περέζ. Μα είναι δυνατόν να ισχύει κάτι τέτοιο;»
«Τι να σου πω… Έχουν ψάξει λένε και έχουν βρει μισογκρεμισμένα κτήρια στην ζούγκλα ανάμεσα στην Σάντα Άννα και το Σαν Ιγκνάσιο. Κτήρια που δεν είναι απλά σπίτια. Υποθέτουν ότι είναι κρησφύγετα. Τα χτίσανε λέει οι Ναζί πριν το τέλος του πολέμου για να τα έχουν σε περίπτωση που χρειαστεί να κρυφτούν. Μέχρι και τον ίδιο τον Χίτλερ υποπτεύονται πως κρύβεται κάπου στην Αργεντινή!»
Τώρα η Άλμπα δεν μπόρεσε να μην γελάσει.
«Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά βρε Χουάν; Εσύ τα πιστεύεις; Μετά από 20 χρόνια θα ζει ο Χίτλερ και θα είναι εδώ στο Σαν Ιγκνάσιο να τρώει τηγανητές μπανάνες και να μουλιάζει στην υγρασία;»
Ο Χουάν, έμεινε λίγο σκεφτικός.
«Εγώ αν είχα τα λεφτά του πάντως, θα πήγαινα κάπου να με έχουν στα ώπα-ώπα! Δίκιο έχεις Άλμπα. Τζάμπα μας αναστατώνουν για βλακείες. Κρίμα τον μπάρμπα-Ματίας που τον ταλαιπωρούν.»
«Κρίμα τον Ματίας, έχει και πρόβλημα με την καρδιά του. Ας ξεμπερδέψει γρηγ…»
Οι σπαραχτικές φωνές της Λαουρίτα, της κόρης του γέρο-Ματίας, την διέκοψαν. Οι ομοσπονδιακοί, έσπρωχναν τον δεμένο με χειροπέδες πατέρα της προς ένα γαϊδούρι, όπου και του πέρασαν τα χέρια σε ένα μακρύ σκοινί. Η καρδιά της Άλμπα σφίχτηκε.
«Πού τον πάνε Χουάν;»
«Έμαθα μίσθωσαν τον αχυρώνα της χήρας Φερνάντο για τις ανακρίσεις.»
Ο γέρο-Πέδρο σκούντησέ την κόρη του κι αυτή κατάλαβε.
«Χουάν ο πατέρας κουράστηκε. Πρέπει να γυρίσουμε σπίτι. Αν μάθεις κάτι περισσότερο για τον γέρο-Ματίας πες μου!»
«Εντάξει Άλμπα! Καλό βράδυ! Καλό βράδυ και σε σένα μπάρμπα-Πέδρο!»

Η Άλμπα, έσπρωξε αργά-αργά το αμαξίδιο του πατέρα της, μέχρι το τέλος της Σαν Μαρτίν. Έστριψε με δυσκολία σε ένα λασπωμένο στενάκι που οδηγούσε σε ένα χαμόσπιτο με δυο δωμάτια, χτισμένο στις παρυφές της ζούγκλας. Θυμήθηκε τον γέρο-Ματίας και τον γιο του Σεμπαστιάν, που τους βοήθησαν να το χτίσουν με τα χέρια τους, όταν πρωτοήρθαν η ίδια, ο ανάπηρος πατέρας της και το γαϊδουράκι τους, από την ζούγκλα στο Σαν Ιγκνάσιο. Τα μάτια της βούρκωσαν. Έσπρωξε την εξώπορτα, μπήκε μέσα στο σαλονάκι και τσούλησε τον πατέρα της δίπλα στο ντιβάνι.

Ο γέρο-Πέδρο ήταν σκεφτικός. Κοίταξε στον καθρέφτη το κομμένο πρόσωπο του, με τα γένια άγρια και λευκά. Τις ρυτίδες σκαμμένες βαθιά από τον τροπικό ήλιο. Το κρανίο του γυμνό, με κρεατοελιές. Τα μάτια του όμως… Τα μάτια μένουν ίδια. Σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρα και ψυχρά. Θυμήθηκε αυτά που πέρασε 20 χρόνια πριν. Την πολιορκία του Βερολίνου, όταν ο ίδιος και η Εύα του, η Εύα Μπράουν έτρεχαν μέσα από τα δαιδαλώδη τούνελ κάτω από το Führerbunker να ξεφύγουν από τους Σοβιετικούς.
« Εξαιτίας τους! Όλα εξαιτίας τους! Βρωμιάρηδες κομμουνιστές!» σκέφτηκε με μίσος.
Τις βόμβες που κατέστρεφαν την πόλη και τον κόσμο φρίκης που δημιούργησε. Φρίκη όχι για τους Άρειους, τους καθαρούς. Για τους «Άλλους»: Τους Εβραίους, τους ομοφυλόφιλους, τους τσιγγάνους, τους ανάπηρους. Το μικρό αεροπλανάκι που τους φυγάδευσε μέχρι την Δανία και από εκεί, το πιο μεγάλο που τους πήγε στην Βαρκελώνη. Ευτυχώς η Die Spinne, το δίκτυο διαφυγής τους, δούλεψε ρολόι. Πρώτα για τον ίδιο, μετά για τους υπόλοιπους: Μπόρμαν, Άιχμαν, Μένγκελε και όποιον είχε την εξυπνάδα να φύγει νωρίς. Ο στρατηγός Φράνκο συνεργάστηκε άψογα, τους προσέφερε καινούρια χαρτιά και διαφυγή μέχρι το Καντίθ όπου τους περίμενε το προσωπικό του υποβρύχιο. Τρέμει. Οι σκέψεις του οργισμένες:
«Μα είναι δυνατόν οι ηλίθιοι, οι αφελείς, να πίστεψαν ότι ξεμπέρδεψαν έτσι εύκολα μαζί μου; Ότι αυτοκτόνησα ΕΓΩ, που η ζωή με είχε προορισμένο για το Μεγαλείο; Ανόητοι! Για μερικούς Εβραίους, εκδιώξατε την μεγαλοφυΐα μου από την Ευρώπη! Την Ευρώπη για την οποία είχα τόσο μεγάλα σχέδια!»

Το υποβρύχιο τους είχε αφήσει στις ακτές της Αργεντινής. Ο Περόν το ήξερε. Τους κάλυψε. Τους έδωσε νέα έγγραφα. Πήγαν στο Μπαριλότσε, μετά στο Ινάλκο, μετά… ξέχασε και ο ίδιος πόσες τοποθεσίες αλλάξαν ώσπου να καταλήξουν στην ζούγκλα δίπλα στην Σάντα Άννα. Μέχρι που η Εύα πέθανε, αυτός καθηλώθηκε από τα ρευματικά και ήρθαν στο Σαν Ιγκνάσιο. Μέσα στους βρωμιάρηδες που γλυκοκοιτάνε την μονάκριβη του Ούρσουλα! Την Ούρσι του. Το πολύτιμο απόκτημα του με την Εύα. Γι’ αυτούς φυσικά είναι η «Άλμπα».

«Λες να μιλήσει ο Άιχμαν πατέρα;» ρωτάει η κοπέλα σε άψογα γερμανικά.
«Όχι Ούρσι. Μια φορά Ες-Ες. Πάντα Ες-Ες

 

Η φωτογραφία δείχνει τον Χίτλερ παιδί. Ναι, τα μάτια μένουν ίδια