Είχε περάσει καιρός, μα η πληγή δεν έκλεινε. Σαν να το διάλεξε να φύγει, ο πιο αγαπημένος, κατέληγε μέσα σε δευτερόλεπτα στο χώμα, θύτης και θύμα σε ένα δυστύχημα με προδιαγεγραμμένο τέλος. Σαν να είχε αποφασίσει να μη διαβεί το κατώφλι του θανάτου, νικημένος από την αρρώστια. Λες κι ήθελε να φύγει όρθιος.

Μήνες μετά, ο χρόνος συνεχίζει να καίει την πληγή της ψυχής σαν φρεσκοβγαλμένη αλμύρα. Η μυρωδιά του αγρού τον θυμίζει σε κάθε γωνιά του σπιτιού, η ροζιασμένη πέτρα μαρτυρά την ανάσα του, το σκαλισμένο χώμα φέρνει στο νου το γεμάτο αυλακιές χέρι του. Μα πάνω απ’ όλα; Το παλιό σκουριασμένο μπαούλο στέκει σφαλισμένο, προκαλώντας όσους άφησε πίσω, να το ανοίξουν…
Ήρθε η ώρα.

Γνώριζε πολύ καλά, ότι ο λατρεμένος παππούς της ήθελε να το ανοίξει. Φρόντιζε να της το θυμίζει σε κάθε περίσταση:
– Αν φύγω, θα βρεις όλα τα μυστικά εκεί.
– Να μη φύγεις ποτέ!
– Αν φύγω λέω… Αν. Η γιαγιά σου ξέρει. Θα σου δώσει το κλειδί.
Δάσκαλός της σε μυριάδες μαθήματα ζωής, φρόντιζε χρόνια τώρα να κρύβει στο χαρτί σαν φυλαχτό, ιστορίες βγαλμένες από βιώματα μιας άλλης εποχής. Λόγια ποιητικά βγαλμένα σε καιρούς πολέμου, φωτιάς και σπαραγμού. Συλλαβή-συλλαβή, τοποθετούσε τη μία έννοια δίπλα στην άλλη, να καταλάβει ο αναγνώστης του αύριο, να μπολιάσει μέσα του τις αξίες που εκείνος έβλεπε να χάνονται στη θολούρα του σύγχρονου αστισμού. Ο μεγάλος παππούς το ‘χε βάλει πείσμα να δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής, γραμμένο στο ζαρωμένο απ’ την υγρασία, κίτρινο χαρτί, όταν πια θα έχει φύγει.
Τώρα πια κρατά στα χέρια της τη σπουδαιότερη κληρονομιά του. Τον ακούει ξεφυλλίζοντας. Είναι δίπλα της, στο μεγάλο σαλόνι.
Σαν να τα ξεστομίζει μπρος της:

«Τι το θες το χέρι, αν όχι για να το υψώνεις για εκείνον που του λείπει χέρι; Τι τη θες τη φωνή, αν όχι για να μιλήσεις, για όσους την έχουν χάσει; Αν κάτι υπάρχει που να κάνει να ξεχωρίζει ο φαιδρός από τον ενάρετο, αυτό είναι το κουράγιο στα δύσκολα. Ο άνθρωπος, λένε πολλοί, δεν είναι για πολλά. Μα ο άνθρωπος δε ρωτήθηκε ως πού μπορεί να φτάσει. Και για τον άνθρωπο δεν υπάρχουν σύνορα. Ό,τι για σένα μοιάζει μακρινό, για το διπλανό σου μπορεί να είναι τόσο οικείο… Και είναι κάτι πιο βαθύ, που κάνει τη διαφορά από την αιώνια σήψη μας: Να μη νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτό σου και ό,τι δημιούργησες. Να κάνεις ένα βήμα πίσω, να είσαι στην ίδια ευθεία με τον αδύναμο, στην ίδια ευθεία με τον πονεμένο και όποιον έχει ανάγκη. Να αντικρίζεις το μέλλον απομακρυσμένος από τη μοναξιά του ανάλγητου εγωισμού σου.
Κάποιοι άνθρωποι στον καιρό μου ήταν ευλογημένοι για αυτό που κανείς από εμάς δεν μπορεί να διακρίνει: έκαναν πράξη τη στήριξη και τη συμπαράσταση. Όπως κανείς μας δε γεννήθηκε μόνος, έτσι κανείς δεν πρέπει να ζει και να πεθαίνει μόνος… Αυτό που μας ενώνει, είναι το ίδιο το αίσθημα της ενότητας.

Πότε άραγε νιώθεις ότι ζεις; Αν έστω μια φορά το αναρωτήθηκες, θα πει δυο πράγματα. Ή ότι έφτασες τα ερωτήματα της ζωής σου στα όριά τους, ή ότι τώρα ξεκινάς να νοιάζεσαι γι’ αυτό.
Συνηθίζουμε να αντικρίζουμε τη ζωή σαν μια στιγμή κι όχι όπως είναι πραγματικά. Αρκούμαστε στο να λέμε “έχει ο θεός” ή “να ‘μαστε καλά για τώρα” και ξεχνάμε ότι περνούν τα χρόνια. Σχεδόν πάντα σαν από φόβο, αποφεύγουμε να μιλάμε για το θάνατο, λες και δε θα χτυπήσει ποτέ, στην απεραντοσύνη του, την πόρτα της δικής μας μοναξιάς. Μα ακριβώς επειδή είναι απέραντος, ο θάνατος δεν κάνει διακρίσεις και σε αυτό ταυτίζεται με τη ζωή. Γιατί κι η ζωή είναι απέραντη.
Ο ενάρετος άνθρωπος ξέρει να ξεχωρίζει την υπομονή από τη βιασύνη. Γνωρίζει τι είναι το μέλι και τί το αγκάθι. Κοίταξε γύρω σου και δες πόσοι κοιτούν πέρα από αυτό που βλέπουν. Προσπάθησε να βρεις εκείνους που κρατούν σφιχτά ό,τι αγγίζουν και κράτησέ τους κοντά σου. Μονάχα αυτοί που βίωσαν την απώλεια μαθαίνουν να ζουν δίχως τέλος, σαν από αντίδραση και φυσικά όσοι το καταφέρνουν ανήκουν στους ελάχιστους.
Αν ποτέ κάποιος σοφός σε ρωτήσει τι είναι η ζωή για σένα, να απαντήσεις με πείσμα και για τις ζωές που χάθηκαν… Να του πεις, χωρίς αιδώ, και για όσους σού μίλησαν για τη ζωή με το θάνατό τους. Για εκείνους που τύλιξαν τα χρόνια που ανάσαιναν, με μια τελευταία ανάσα. Μη διστάσεις να αναφέρεις έναν-έναν, τους γενναίους που χάθηκαν πριν η φωτιά τους γίνει φλόγα και φτάσει στο πουθενά. Γιατί όσοι πεθαίνουν γενναία, πάνω στη δίνη του χρόνου, δεν πεθαίνουν ποτέ. Μιλούν μέσα από τη φωνή μας, ζουν και ανασαίνουν κάθε που παίρνεις μια βαθιά ανάσα. Μίλα γι’ αυτούς, όταν σε ρωτήσουν για τη ζωή. Μίλα δυνατά. Φώναξε. Μη βάζεις στον εαυτό σου ερωτηματικά χωρίς ερωτήματα…»

Τα δάκρυα βαραίνουν το βλέμμα. Η πίκρα του μισεμού του γεμίζει το σαλόνι. Αποφασίζει να κλείσει βαριά το παλιό σκονισμένο σημειωματάριό του, αποκαρδιωμένη που δεν είναι πια εκεί. Θα προτιμούσε να της τα πει ζωντανά, ζωντανός. Θα προτιμούσε… «Μια άλλη φορά», σκέφτεται. Μα η δεύτερη ανάγνωση δε μοιάζει ποτέ με την πρώτη. Η πρώτη φορά που έρχεσαι αντιμέτωπος με γραμμένες λέξεις, δε μοιάζει ποτέ με καμία άλλη φορά.
Αφήνει το παλιό σαλόνι με τις τελευταίες γραμμένες λέξεις του, καρφωμένες στο νου της: «να απαντήσεις με πείσμα και για τις ζωές που χάθηκαν»