Τα παιδιά ξέρουν. Τόσο απλά. Βλέπουν, ακούν, νιώθουν, διαισθάνονται, ξεχωρίζουν, θυμούνται, ονειρεύονται. Όπως και οι γονείς τους. Τόσο παρεξηγημένη και αδικημένη ηλικία. Πόσα λάθη επιτρέπουμε στο όνομα της ενηλικίωσης και της επιλεκτικής μνήμης από τα παιδικά μας χρόνια.Τα παιδιά ξέρουν. Αν κοιτάξεις αληθινά μέσα στα μάτια τους, θα δεις πολλές τρομακτικές εικόνες. Ουρλιάζουν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, αλλά οι γονείς δε θέλουν να ακούσουν τις σκοτεινές τους αλήθειες.
Τα παιδιά ξέρουν. Δεν είναι τυχαίες οι ερωτήσεις τους. Γνωρίζουν ήδη τις απαντήσεις από τα όνειρά τους, χρειάζονται μόνο τις λέξεις. Αν μπορούσαν να εκφραστούν, σίγουρα θα έλυναν αφοπλιστικά πολλές απορίες των ίδιων των γονιών τους. Τα παιδιά ξέρουν. Πότε πρέπει να μείνουν σιωπηλά. Να κρατήσουν μυστικά καλά κρυμμένα μέσα τους, όσο και να τους πονούν, όσο κι αν στοιχειώνουν τα όνειρά τους, όσο κι αν βλέπουν την προσωπικότητά τους να διαμορφώνεται επηρεασμένη από αυτά.
Η πρώτη εικόνα που έχω από αυτή τη γυναίκα, είναι αρκετά θολή. Κάπου στα χρόνια του δημοτικού. Πρωινή Κυριακάτικη βόλτα με τον πατέρα μου και τον μικρό μου αδερφό. Η μητέρα μου στο σπίτι, ως συνήθως, ετοίμαζε το φαγητό. «Με συγχωρείτε κύριε, μπορείτε να με βοηθήσετε; Δε μπορώ να βάλω μπροστά το αυτοκίνητό μου…». «Βεβαίως! Παιδιά πάμε να βοηθήσουμε την κυρία!». Βαθιά φωνή, μακρύ ξανθό μαλλί, έντονα χαρακτηριστικά. «Ορίστε, έτοιμο!». «Σας ευχαριστώ πολύ, είστε πολύ ευγενικός! Και τα παιδιά σας είναι γλυκύτατα!». «Παιδιά, περιμένετε λίγο εδώ να πω κάτι στην κυρία..». Γιατί μπαμπά; Δε μιλάμε σε αγνώστους. Έτσι άρχισε… Στα παιδικά μου μάτια…
Καθαρά Δευτέρα! Τέλεια μέρα! Στο πάρκο με τον μπαμπά για το πέταγμα του χαρταετού! «Παιδιά, ελάτε να δείτε αυτά τα σκυλάκια που έχει αυτή η κυρία!». «Καλημέρα παιδιά, θέλετε να τα πάτε βόλτα με το λουράκι τους;». Μα είναι αυτή, η ίδια κυρία, τη θυμάμαι, γιατί κάνουμε ότι δε γνωριζόμαστε; «Όχι ευχαριστώ πολύ, θέλω να πάω τώρα να πετάξουμε τον χαρταετό. Πάμε μπαμπά!».
Δούλευαν και οι δύο μου γονείς, έτσι κάθε στιγμή μαζί τους ήταν πολύτιμη. Καθιερωμένη πια η πρωινή κυριακάτικη βόλτα με τον μπαμπά και τον αδερφό. Η μαμά σπίτι να ετοιμάζει το κυριακάτικο μεσημεριανό τραπέζι. Ποδήλατο και μετά καφές και εφημερίδα για τον μπαμπά, τοστ, πορτοκαλάδα και κόμιξ για εμάς. Συγκεκριμένα τα μέρη που πηγαίναμε, τόσο όμορφες αναμνήσεις. Μέχρι εκείνη την ημέρα. Που την είδα πάλι. Να κάθεται στο διπλανό μας τραπέζι. Μόνη. Προσποιητά άγνωστοι. Αισθάνθηκα πολύ περίεργα, σχεδόν ντράπηκα. Μήπως είναι σύμπτωση; Όχι. Και την επόμενη Κυριακή. Και τις επόμενες. Δεν μιλούσαν σχεδόν ποτέ και όταν το έκαναν, δεν έδιναν ποτέ δικαίωμα σε κάποιον που δεν ήξερε. Θα ρωτούσε την ώρα ή αν μπορούσε να δανειστεί την εφημερίδα. Εγώ όμως ήξερα… Διαβάζοντας το κόμικ μου, ένιωθα τα βλέμματά τους. Υπέφερα…
Δεν θυμάμαι πότε άρχισαν οι εφιάλτες. Τόσος θυμός σε ένα παιδικό όνειρο, τόση απέχθεια, αγωνία, βουβό κλάμα, μίσος, τύψεις, φόβος μη διαλυθεί η οικογένειά μου… Ένα μόνιμα σιωπηλό σφηνωμένο «γιατί» στο μυαλό μου… Η μητέρα μου μία όμορφη, έξυπνη, ανεξάρτητη γυναίκα. Γιατί; Για ποιό λόγο; Πόσο θα πληγωνόταν; Δεν έπρεπε να μάθει. Δε θα το έλεγα ποτέ. Τι καλύτερο είχε εκείνη η γυναίκα; Δεν ήμουν σε θέση ακόμα να καταλάβω, δεν έπρεπε να προσπαθώ, όχι τόσο νωρίς… Δε μπορούσα να το πω πουθενά. Άραγε ήξερε ο αδερφός μου; Ευχόμουν πώς όχι, ήταν πιο μικρός από εμένα, πιο ευαίσθητος.
Σταμάτησα να πηγαίνω μαζί τους στη πρωινή Κυριακάτικη βόλτα, έμενα σπίτι με τη μητέρα μου, προσπαθώντας έτσι να πνίξω τις τύψεις μου, επειδή ήξερα. Δικαιολογήθηκα ότι έχω πολύ διάβασμα. Παρατηρούσα κάθε μέρα τον αδερφό μου. Έπρεπε να είμαι εκεί και για εκείνον. Παρατηρούσα κάθε μέρα τη μητέρα μου. Δεν ήταν ευτυχισμένη.
Ακόμα μετανιώνω για την απάντησή μου εκείνη τη μέρα, ήμουν όμως ακόμα παιδί. Μας ρώτησε και τους δύο για το τι να κάνει, σίγουρα κάτι είχε καταλάβει. Δεν μας είπε ποτέ λεπτομέρειες, δεν ήθελε να μας χαλάσει την εικόνα του. Άδικο να ρωτάς ένα παιδί να σου πει να χωρίσεις ή όχι… «Όχι μαμά…». Κλαίγοντας με αναφιλητά «Κάντο για εμάς, σε παρακαλώ…».
Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Φυσικά, συχνά την έβλεπα «τυχαία» σε μέρη που πήγαινα μαζί με τον πατέρα μου, μέχρι και κοντά στο σπίτι μας, κάποια μέρα γυρίζοντας από το σχολείο. Και πάντα στους εφιάλτες μου. Και πάντα οι γονείς μου μαζί, σε μία αναγκαστική συμβίωση για το «καλό» της οικογένειάς μας…
Δε θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα, και ειλικρινά πιστεύω ούτε και εκείνος, που έτυχε να βρεθούμε στο ίδιο μέρος τη λάθος στιγμή. Εγώ για καφέ με την κολλητή και ο πατέρας με εκείνη. Δεν μιλήσαμε. Έκανε πώς δε με είδε. Εκείνη με είδε. Με είδε που τους κοίταζα, τόσο έντονα, που σχεδόν είμαι σίγουρη ότι μπόρεσε να ακούσει τα ουρλιαχτά μέσα στο μυαλό μου. Εκείνο το βράδυ, τσακώθηκα μαζί του στο σπίτι. Χωρίς να πούμε ποτέ τον λόγο. Απλά και οι δύο χρησιμοποιήσαμε την επίθεση προς άμυνά μας. Ο έρωτας ανάμεσα σε κόρη και πατέρα εκείνο το βράδυ κρύφτηκε. Για πολλά χρόνια.
Σήμερα, και ενώ πια είμαι στην ηλικία εκείνου σε αυτήν την πρώτη μου θολή ανάμνηση, τον έχω συγχωρέσει. Έχω σχεδόν συμφιλιωθεί με τους περισσότερους δαίμονες που απέκτησα από αυτή του την παράλληλη ζωή, η οποία είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ακόμα συνεχίζεται, όπως άλλωστε και η πέρα από τη θέλησή του συμβίωση με την μητέρα μου. Δικό τους θέμα. Δύσκολο να μεγαλώνεις γονείς.
Αυτό που δε θα αλλάξει ποτέ, είναι η απόφασή μου να μην τους αποκαλύψω ποτέ τους εφιάλτες μου. Τα συναισθήματά μου. Ότι από τόσο μικρή τρυφερή ηλικία, ήξερα… Δε θα το αντέξει κανένας από τους δύο τους. Και τους αγαπάω πολύ για να τους το κάνω αυτό. Και τους δύο.

Τα παιδιά ξέρουν. Καταλαβαίνουν. Τα πάντα. Μη το ξεχάσεις ποτέ.

 Ι.Κ