“ – Μαμά, θέλω να πάω χορωδία.
Να πας, παιδί μου. Στο σχολείο;
Όχι, μας είπαν για τη χορωδία του δήμου. Έχουν μάθημα κάθε Σάββατο μεσημέρι.
Οκέι, θα σε πηγαίνει ο μπαμπάς.”

Διάλογος ανάμεσα σ’ εμένα και τη δεκάχρονη -τότε- κόρη μου. Η οποία μέχρι τότε δεν είχε εκφράσει καμιά ιδιαίτερη επιθυμία, ούτε κλίση προς το τραγούδι. Αλλά δεν μπορείς να αρνηθείς δραστηριότητα που σου ζητάει το παιδί από μόνο του. Οπότε… “να πας, παιδί μου.”

Θυμήθηκα κι εγώ τα νιάτα μου. Προ εικοσιπενταετίας, γυμνάσιο, με την καθηγήτρια της μουσικής να προσπαθεί-φιλότιμα- να μαζέψει μερικούς από μας τους ‘καλλίφωνους’, που τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο στην οντισιόν. Και που έπρεπε να έχουμε όρεξη να μείνουμε μετά το εξάωρο για την πρόβα. Αν το καλοσκεφτείς, τι ήμασταν. Μια παρέα που τραγουδούσαμε όλοι μαζί, ο καθένας όπως μπορούσε, ξεκινούσαμε μαζί και κλείναμε μαζί. Αυτό.

Το ίδιο πίστευα ότι θα συναντούσε το παιδί μου. Μια παρέα παιδιών που θα τραγουδούσαν μαζί, καμιά “βαρκούλα του ψαρά”, κάναν εθνικό ύμνο, άντε και ”ένας παλιάτσος είμαι ‘γω καλή σας μέρα”, ξερωγω. Ας πάει, μια χαρά θα περάσει. Σάββατο μεσημέρι, εγώ σταθερά στη δουλειά, όποτε μπορεί ο μπαμπάς της θα την πηγαίνει. Όλα καλά.

Περνούσαν λοιπόν τα Σάββατα, “-πώς πέρασες παιδί μου στην πρόβα; -καλά, μαμά – είναι καλή η κυρία σας; – ναι, πολύ καλή” . Αυτές ήταν οι κουβέντες μας και πολλά λέω. Κι εγώ η μάνα, ήσυχη και αμέριμνη. Κάπως έτσι, φτάνουν οι αρχές Δεκέμβρη οπότε και έχουν προγραμματισμένη συναυλία. Διαβάζω το πρόγραμμα της εκδήλωσης, είναι φεστιβάλ χορωδιών με πανελλαδική συμμετοχή. Οι πρώτες απορίες σχηματίζονται- τι φεστιβάλ είναι αυτό που θα έρθουν από το Ναύπλιο για μια εμφάνιση… Εν τω μεταξύ, η μικρή σφίγγα. Ούτε τι τραγούδια θα πούνε, ούτε πώς θα τα πούνε, ούτε τίποτα.

Στολιζόμαστε κι εμείς οικογενειακώς, ακολουθούμε με άλλες καμιά τριανταριά οικογένειες,, ευλαβικά και με προσήλωση, το πούλμαν που μεταφέρει την αποστολή στο χώρο της συναυλίας. Σε κάποια στιγμή, βλέπω την πλάτη της μαέστρου καθώς δίνει τις τελευταίες οδηγίες στα παιδιά. Δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία.

Η συναυλία αρχίζει, ανεβαίνει μια χορωδία, καλή, μια δεύτερη ακόμα καλύτερη, μια τρίτη και αρχίζω να βαριέμαι. Και μετά ανεβαίνουν τα παιδιά. Και παθαίνω πλάκα. Είναι γύρω στα σαράντα, με στρατιωτική πειθαρχία κοιτάνε την κυρία τους, είναι χωρισμένα σε τρεις φωνές, και τραγουδάνε με την ψυχή τους. Καταλαβαίνεις- πραγματικά ακούς και νιώθεις- τρεις διαφορετικές φωνές. ΠΩΣ γίνεται αυτό, ρε φίλε;;; Με μια λέξη κα-τα-πλη-κτι-κό.

Και πάνω που πάω να συνέλθω από το σοκ της παιδικής, ξανά η ίδια μαέστρος στη σκηνή με χορωδία ενηλίκων αυτήν τη φορά. Πέντε φωνές, διότι τρεις οι γυναικείες και δύο οι αντρικές, το κοινό καταχειροκροτεί, όλοι φαίνονται να το ευχαριστιούνται, και στα συν της παράστασης, μια -ας πούμε χορογραφία- ή μάλλον κινήσεις που συνοδεύουν το τραγούδι. Όπως θα μάθω αργότερα, η εμπειρία για το κοινό πρέπει να είναι οπτικοακουστική. Να αγγίζει όχι μόνο τα αυτιά, αλλά και τα μάτια του. Λοιπόν, εμένα με έπεισαν.

Σπεύδω να συγχαρώ τη μαέστρο για το όλον, αυτή τη φορά από κοντά. Βλέπω μπροστά μου μια από τις ομορφότερες γυναίκες που έχω συναντήσει στη ζωή μου, μικροκαμωμένη αλλά με βλέμμα που αστράφτει και αυτοπεποίθηση σχεδόν χειροπιαστή. Αυτό είναι και η τελική ώθηση για μένα. Ψάχνω να βρω τρόπο να πάρω μέρος κι εγώ στη χορωδία των ενηλίκων, δεν μπορώ να κρύψω τον ενθουσιασμό μου, είναι το μόνο για το οποίο συζητάω. Πόσο χάρηκα όταν “πέρασα την οντισιόν”, άνευ εθνικού ύμνου αυτήν τη φορά.

Βρίσκω ένα ετερόκλητο μείγμα ανθρώπων. Αγόρια και κορίτσια δεκαπέντε ετών έως κυρίες άνω των -ήντα, ανθρώπους που ασχολούνται με τη μουσική επαγγελματικά ή απλούς ερασιτέχνες , με μόνο κοινό την αγάπη για τη μουσική και το τραγούδι. Εξαντλημένοι μετά από μαθήματα, δουλειά, οικογένειες, σπίτι και λοιπά, αντέχουμε να μαζευόμαστε για τρίωρες πρόβες, να μαθαίνουμε καινούρια και απαιτητικά κομμάτια που υπό άλλες συνθήκες μάλλον δεν θα τα γνωρίζαμε, κάνουμε και την πλάκα μας, λέμε και κανένα αστείο, και κυρίως μαθαίνουμε. Είμαστε μια ομάδα που έχουμε έναν κοινό στόχο παρά τα όσα μας χωρίζουν στην υπόλοιπη ζωή μας. Έχουμε τις ίδιες αγωνίες να “βγει” το κομμάτι σωστά, ανεβαίνουμε στη σκηνή και κοιτάμε μόνο τη μαέστρο, όσες χαζές νότες κι αν έχουμε τραγουδήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, όσα λάθη και αν έχουμε κάνει, προσπαθούμε εκείνη την ώρα να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό. Για να χαρούμε εμείς, να χαρεί ο κόσμος, να μη νιώσουν πως πήγε χαμένη η ώρα τους, η ώρα που επένδυσαν για να μας ακούσουν.

Ζω εμπειρίες που δεν περίμενα- φεστιβάλ μιούζικαλ, χριστουγεννιάτικες συναυλίες, αφιερώματα στη χορωδία του κόκκινου στρατού, στη μικρασιατική καταστροφή, στη λατινική αμερική. Σε πολλές από αυτές τις παραστάσεις μοιραζόμαστε τη σκηνή με την περίφημη παιδική μας χορωδία, περήφανοι που τραγουδάμε μαζί με τα παιδιά μας, που χαιρόμαστε να τα βλέπουμε να μας επισκιάζουν. Χαίρομαι που μοιράζομαι κι αυτήν την εμπειρία με το κορίτσι μου, είναι κάτι μοναδικό που δεν μπορεί εύκολα να περιγραφεί.

Αυτό που κάνει τη διαφορά δεν είναι τόσο το μεράκι το δικό μας- είναι το ότι έχουμε έναν “αρχηγό”, τη μαέστρο μας, έναν άνθρωπο εμπνευσμένο και με όραμα, τελειομανή και ανεξάντλητο, που αγαπάει αυτό που κάνει, το ζει και μας το μεταδίδει. Το ίδιο κάνει και με τα παιδάκια- τους βάζει την ιδέα ότι είναι επαγγελματίες, ότι αυτό που κάνουν έχει αποτέλεσμα, ότι κάποιους ανθρώπους επηρεάζει, ότι προκαλεί συναισθήματα. Κι αυτά ανταποκρίνονται με ωριμότητα, δίνουν ό,τι καλύτερο μπορούν και πραγματικά το χαίρονται. Δεν είναι καταπίεση, όπως ίσως κάποιοι θα φανταστούν. Είναι έκφραση του ταλέντου τους, της χαράς και της δημιουργίας τους. Δένονται σε μια ομάδα, νιώθουν ότι κάνουν κάτι καλό για τα ίδια αλλά και για τους άλλους που τα ακούν. Είναι ένα ιδιότυπο είδος “προσφοράς”, της οποίας γίνονται ταυτόχρονα αποδέκτες. Περνάνε όμορφα, χαίρονται, γελάνε, μαθαίνουν, ζουν εμπειρίες που δύσκολα θα μπορούσαν να έχουν αλλιώς.

Το ίδιο ισχύει και για μας, τους μεγάλους. Αυτό που μένει μετά από κάθε παράσταση, είναι μια χαρά, μια αίσθηση μοιράσματος, το να νιώθεις γεμάτος με κάτι που -ίσως- να έφερε χαρά και σε κάποιους άλλους. Και τελικά, αυτό που κάνεις στον ελεύθερό σου χρόνο, χωρίς να βγάζεις χρήματα, χωρίς να θέλεις να αποδείξεις κάτι σε κάποιον, αυτό που κάνεις ακόμα και όταν δεν έχεις άλλο κουράγιο, αυτό είναι το μεράκι σου. Και αν βρεις κάποιον να στο εμπνεύσει, αυτός ο δρόμος είναι που πρέπει να πάρεις, αυτό που οφείλεις στον εαυτό σου να κυνηγήσεις.