Της άρεσε να περπατάει νωρίς το πρωί.

Ήταν η αγαπημένη της συνήθεια, αμέσως μόλις άφηνε τα παιδιά στο σχολείο, να περπατάει ώρα πολλή. Καμία σχέση δεν είχε αυτή η συνήθεια με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις της οικογένειας. Ο πρωινός περίπατος ήταν το δικό της δώρο για την κάθε μέρα που ξεκινούσε. Της άρεσε να περπατάει στους δρόμους της γειτονιάς, να βλέπει τους ανθρώπους να βγαίνουν από τα σπίτια τους για να πάνε στις δουλειές τους, μάνες να κρατάνε από το χέρι αγουροξυπνημένα παιδιά για το σχολείο, κομψές καριερίστες με τα ψηλά τακούνια τους, άλλες με φόρμες έτοιμες για σούπερ μάρκετ, νέες και μεγαλύτερες, περιποιημένες κι άλλες που φαινόταν από μακριά πως μόλις είχαν σηκωθεί από το κρεββάτι. Άλλοι βιαστικοί, άλλοι ήρεμοι, άλλοι έβγαιναν χαμογελώντας από το σπίτι τους κι άλλοι βρόνταγαν την πόρτα πίσω τους. Της άρεσε αυτός ο πρωινός περίπατος.

Με τον καιρό, της έγιναν τόσο οικεία όλα αυτά τα σπίτια και τα πρόσωπα, που παρατηρούσε και τις αλλαγές που έκαναν: «άλλαξαν κουρτίνες; επιτέλους,να μπει και λίγο φως σ αυτό το σπίτι-εδώ κλάδεψαν-εδώ έβαψαν την μάντρα-εδώ μάλλον κάνουν ανακαίνιση». Έπλαθε κι ιστορίες. Καμιά φορά, έδινε κι ονόματα: Ο κύριος Τρεχάλας,η Μαντάμ Σουσού,ο παππούς,ο Λογιστής,ο πάτερ Φαμίλιας. Περνούσε,κοιτούσε,χαμογελούσε ή κι ανησυχούσε καμιά φορά. Έβλεπε φυλλάδια σωρό πεταμένα κάτω από την αυλόπορτα: «Μα γιατί, τι να έπαθαν άραγε;» Και την επόμενη μέρα είχε έννοια και κάθε μέρα έως ότου δει ένα σημάδι ζωής ξανά.

Έτσι κυλούσε ο καιρός, στόλιζαν δέντρο κι η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη, μετά παρατηρούσε ποιος αργούσε να ξε-στολίσει «μα καλά, τελειώνει ο Γενάρης κι ακόμη φωτάκια ανάβουν;»και μετά ο Φλεβάρης με τις παγωνιές και τα κουκουλωμένα φυτά στο μπαλκόνι και κυλούσε ο καιρός και τα χρόνια,έτσι,μ αυτήν την μικρή συνήθεια που νόμιζε πως ήταν το μικρό μυστικό της.

Εκείνο το παγωμένο πρωί, έκανε τον περίπατο της καλά κουκουλωμένη γιατί είχε κι υγρασία και το κρύο τρυπούσε κόκαλα. Απορροφημένη και λίγο αφηρημένη έστριβε στο αγαπημένο της στενό, αυτό με τις περισσότερες μονοκατοικίες και τους πιο οικείους κατοίκους. Ούτε που κατάλαβε πώς έπεσε πάνω του. Την ταρακούνησε τόσο δυνατά που θα έσκαγε κάτω αν δεν την κρατούσε εκείνος. Οι συγνώμες βγήκαν ταυτόχρονα κι από των δύο τα στόματα αμήχανα χαμόγελα και ματιές.

«Εγώ άργησα σήμερα, μα σε καλό μου βγήκε μιας κι επιτέλους σας γνωρίζω» της είπε και την άφησε περισσότερο άφωνη κι από το τράνταγμα.

«Εμένα;» ρώτησε

«Εσάς! Η μάνα μου σας έχει χρονομετρήσει, τόσο καιρό περνάτε απ έξω την ίδια ώρα»
Κοκκίνησε.
Ταράχτηκε.
Μα πώς; Δεν είναι δυνατόν;
Χαμογέλασε.

«Θα της πω πως γνωριστήκαμε, ίσως κάποια μέρα, να σας περιμένει, να πιείτε και καφέ!Πολύ καιρό το συζητάμε»
Της άπλωσε το χέρι.
«Χάρηκα πολύ, πρέπει να φύγω, έχω ήδη αργήσει πολύ! Κι εσείς μάλλον, ε; Θ ανησυχεί κι η ξαδέλφη μου, μένει εδώ, τρία σπίτια πιο πέρα, είστε το «σύνθημα» της για ν αρχίσει τις δουλειές» της είπε και της έκλεισε το μάτι.
Τον είδε ν απομακρύνεται.

Έκανε μεταβολή και πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Αισθανόταν γυμνή, αισθανόταν άβολα, αισθανόταν χάλια.
Πώς ήταν δυνατόν; Η αγαπημένη της συνήθεια, το μικρό δώρο στον εαυτό της, το μυστικό της, όχι μόνο δεν ήταν μυστικό, ήταν το θέμα συζήτησης μέσα από αυτά τα παράθυρα, πίσω από τις κουρτίνες, μέσα σε αυτά τα σπίτια που νόμιζε πως μόνο εκείνη παρατηρούσε. Κι αν εκείνη είχε δώσει ονόματα στον καθένα από αυτούς, εκείνοι της είχαν δώσει το ίδιο όνομα όλοι; «το σύνθημα;»

Την επόμενη μέρα, άφησε τα παιδιά στο σχολείο και γύρισε κατ’ ευθείαν σπίτι.

Τέρμα οι περίπατοι, τέρμα οι ιστορίες, τέρμα η παρατήρηση. Έφτιαξε μια κούπα καφέ και βγήκε στο μπαλκόνι κουκουλωμένη ν απολαύσει το τσιγάρο της. Το κεφάλαιο «πρωινός περίπατος» έκλεισε. Κι είχε γράψει η ίδια το φινάλε.
Χαμογέλασε.