Άστραψες και βρόντηξες. Επειδή σου είπα πως αν δεν διαβάσεις καλά ιστορία δεν θα ανοίξεις τάμπλετ ούτε τηλεόραση απόψε. Μου απάντησες θυμωμένα “μα, διάβασα!” και με έβγαλες από τα ρούχα μου! “Μη μου λες εμένα ότι διάβασες! Ούτε 10 λεπτά δεν έκατσες! Να σε εξετάσω; ε; ε;” Πήρες το βιβλίο σου τσαντισμένη, έσφιξες τα χείλια σου και το κοπάνησες με δύναμη στο γραφείο σου, μουρμουρίζοντας ακατάληπτα. Μου ’ρθε να σε πιάσω από το μαλλί, να σε σβουρίξω! 31 κιλά πράμα, σα σπαγκέτι με μαλλί είσαι και αντιμιλάς;; Που ακόμα σου σκεπάζω το κωλί τις νύχτες που το πετάς έξω από την κουβέρτα και τουρτουρίζει; Που ακόμα σου κόβω τα νύχια από το δεξί χέρι επειδή “ποτέ δε θα μπορέσω να κόψω μόνη μου τα νύχια μου με το αριστερό, να το ξέρεις!” με απειλείς. Που ακόμα σου κάνω το τελευταίο χέρι σαμπουάν και στα ξεβγάζω, μια φορά σε άφησα εντελώς μόνη σου και κοιμήθηκες με σαπουνάδες! Και έχεις το θράσος να μου χτυπάς το βιβλίο στο γραφείο; Ε ΤΩΡΑ ΘΑ ΔΕΙΣ! ΟΣΟ ΞΥΛΟ ΔΕΝ ΕΦΑΓΕΣ ΜΙΚΡΗ, ΘΑ ΦΑΣ ΤΩΡΑ! ΕΡΧΟΜΑΙ.

Σηκώνω τα μανίκια και ορμάω, δεν αστειεύομαι – θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Ποια νομίζεις πως είμαι, καμιά φίλη σου; Υπηρέτρια σου; να σου πλένω και να σου σιδερώνω τα βρακιά; Μήπως είμαι η προσωπική σου σεφ; Να μαγειρεύω και να υπακούω τα γούστα σου, “κοτόπουλο με κρέμα γάλακτος, αλλά όχι πολύ κρέμα γάλακτος! – κέικ πορτοκάλι, αλλά όχι ξύσμα πορτοκαλιού – μακαρονάδα με παρμεζάνα, όχι άλλο τυρί, ζεστό γάλα με κακάο αλλά όχι πολύ κακάο ούτε πολύ ζεστό” Μήπως είμαι σοφέρ σου; Χορό στις 4, τάε κβο ντο στις 6, στη φιλενάδα σου καπάκι; Ή μήπως η νοσοκόμα σου, φέρε χαμομήλια για τη κοιλιά, τσάγια για το λαιμό, κοτόσουπες για τον πυρετό, τρίψε μάνα χέρι, τρίψε μάνα πόδι. Η παρέα σου για το παιχνίδι όταν ξεμένεις από παρέα, “τώρα θα παίξουμε χαρτιά, τώρα κούκλες, τώρα θα με βάψεις, τώρα θα σε τσακίσω μάδερ στο πλέυ στέησον”. Κι άμα δεν έχω χρόνο, κι αν δεν εχω όρεξη ρε αδερφέ ωχού, με γεμίζεις ενοχές, ΠΟΙΑ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ;

Ξέρεις ποια είμαι εγώ, μικρό σκατό; Ε; Ξέρεις τι ζωή ζούσα πριν γεννηθείς εσύ; Ξέρεις που έχω πάει εγώ, ξέρεις τι έχω κάνει; Εμένα δε τολμούσε να χτυπήσει η μάνα μου το χέρι της στο τραπέζι και μου χτυπάς εσύ το βιβλίο με νεύρο επειδή σου είπα να διαβάσεις; Που χτες ήσουν ακόμα ωάριο στις ωοθήκες μου; Που δεν είναι μισή ώρα που έφυγες από το βυζί; Πριν 5 λεπτά έβγαλες την πάνα και τώρα απαιτείς να χτυπάμε την πόρτα όταν είσαι τουαλέτα και να σεβόμαστε την ιδιωτικότητα σου; Που μπαίνεις για κατούρημα με το τάμπλετ και βγαίνεις μετά από δυο ώρες, πάλι καλά που έχουμε 2 μπάνια αλλιώς θα βγαίναμε με τα κωλόχαρτα στα χωράφια, να τρέχουμε μη χεστούμε πάνω μας, επειδή εσύ ‘έλος πχια, λίγη ησυχία δε μπορούμε να βρούμε σ’ αυτό το σπίτι’ και στέλνεις μήνυμα στο βάιμπερ ‘τα λέμε λέητερ με πρήζουν εδώ να κλείσω’. Ε ΝΤΑΞ στα ’χω πολλά μαζεμένα, θα φας ΠΟΛΥ ΞΥΛΟ!

Μπουκάρω, είμαι έτοιμη για πανηγύρι, τώρα θα δεις. Διασταυρώνονται οι ματιές μας στην αντανάκλαση του καθρέφτη.

Ποια είσαι, κοριτσάκι; Δεν σε αναγνωρίζω. Είσαι μια νεαρή γυναίκα. Μου μοιάζεις μα δεν είσαι εγώ. Μοιάζεις στον πατέρα σου μα δεν είσαι εκείνος. Με καρφώνεις με μάτια πύρινα και γω κατεβάζω τα δικά μου. Με εξαναγκάζουν σε ταπείνωση, ολοκαύτωμα οι άμυνες μου.

Ποια είσαι κοριτσάκι; Που διεκδικείς, που απαιτείς, που κάνεις σαματά, που εκνευρίζεσαι, που πετάς το βιβλίο στο γραφείο, που σφίγγεις τα χείλια, που τρίζεις τα δόντια, που με αγριοκοιτάς μέσα από τον καθρέφτη.

Χαμογελώ. Μου βγάζεις τη γλώσσα. Σου λέω ‘θα σε δείρω ρε’ και απαντάς ‘ναι καλά, ναι καλά!’. Σου δίνω φιλί ρουφηχτό, κάνεις “μπλιαχ σάλια!” πάω να φύγω, μου λες ‘έλα δω, δε σε μύρισα!” χώνεις το πρόσωπο στον κόρφο μου, τραβάς τζούρα.
– Να πάρω το τάμπλετ όταν τελειώσω;
– Όχι, να μάθεις να βαράς το βιβλίο.

Γύρος Δεύτερος.

Είσαι το παιδί μου, κοριτσάκι. Και δεν θα ήθελα να ήσουν αλλιώς.

*Αλλά το τάμπλετ ξέχνα το απόψε