Καθόταν απέναντί της και την κοίταζε. Το βλέμμα του καρφωμένο στα χέρια της. Στο μονόπετρο που της είχε χαρίσει το προηγούμενο βράδυ. Όταν όλα έδειχναν ότι η ευτυχία τους έχει αγγίξει. Μαζί από το λύκειο, η Ελένη και ο Μάνος αποτελούσαν αυτό που λέμε το τέλειο ζευγάρι. Μαζί στο ζόρι των Πανελληνίων, μαζί στις σπουδές, μαζί στο φανταρικό, μαζί σε όλα. Ατέλειωτα ξενύχτια διαβάσματος για να πετύχουν Αθήνα. Τελικά, όμως, η μοίρα τους έστειλε στη Θεσσαλονίκη. Η πόλη που ταίριαζε απόλυτα στον έρωτά τους. Ατελείωτες βόλτες στα Κάστρα, στην Αριστοτέλους, στα Λαδάδικα και την παραλία. Ατελείωτες, στη συνέχεια, σκοπιές στον Έβρο. Ο Μάνος γερμανικό στο στρατόπεδο και η Ελένη γερμανικό στο μπαλκόνι της Αγίου Δημητρίου. Και πέρασαν έτσι δέκα χρόνια μαζί. Δέκα χρόνια με χαρές, τσακωμούς, πάθος, μίσος. Δέκα χρόνια γεμάτα ζωή.

Και τώρα ήρθε η ώρα να πάνε ένα βήμα παραπέρα. Ο Μάνος είχε τελειώσει με το φανταρικό του, είχε πιάσει δουλειά στο γραφείο του πατέρα του, λογιστής πλέον. Η Ελένη από την άλλη πλευρά είχε διοριστεί αναπληρώτρια νηπιαγωγός. Όλα, λοιπόν, μια χαρά για να ξεκινήσουν την κοινή τους ζωή. Κάτω από την ίδια στέγη. Να βάλουν μπρος και για κάνα παιδάκι όπως της έλεγε συχνά. Ο ίδιος ήταν μοναχοπαίδι και ήθελε μεγάλη οικογένεια. Η Ελένη, με έναν αδερφό τρία χρόνια μικρότερό της, δεν είχε σκεφτεί ποτέ πόσα παιδιά θα ήθελε. Ας ήταν γερά και ας έστελνε ο Θεός όσα ήθελε. Και με τις σκέψεις αυτές, τα όνειρα τους, ήρθε η μέρα της «επίσημης» πρότασης.

Βράδυ Σαββάτου και ο Μάνος έχει κανονίσει έξοδο σε ένα ακριβό εστιατόριο. Κατά τη διάρκεια του δείπνου της ανακοινώνει ότι θέλει να την παντρευτεί και μαζί με το μονόπετρο της δίνει και ένα μπρελόκ με κλειδιά. «Τα κλειδιά του σπιτιού μας. Τα κλειδιά του παραδείσου μας» της είπε και δεν μπορούσε να φανταστεί ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή άνοιγε η πόρτα της κολάσεως. Η Ελένη παγωμένη, στεκόταν αμίλητη και τον κοίταζε. Ξαφνικά, σηκώθηκε απότομα και εξαφανίστηκε. Έτρεχε στους δρόμους και έκλαιγε. Γιατί; Γιατί να βιαστεί; Γιατί να πάρει πρωτοβουλία; Και εντάξει το δαχτυλίδι, το σπίτι; Πώς το αποφάσισε; Πώς το αγόρασε; Αχ, Θεέ μου, γιατί όλα τώρα; Πώς θα μπορέσω απλά να φύγω μακριά;

Χωρίς να το καταλάβει έφτασε στο σπίτι της και κλειδαμπαρώθηκε. Κατέβασε το τηλέφωνο, έκλεισε το κινητό, έκλεισε τα παντζούρια και βούλιαξε στην άβυσσο της ψυχής της. Πώς μπορούσε να φύγει; Πώς να φύγει μακριά από τον Μάνο; Είναι ο μοναδικός που την ήξερε και ο μοναδικός που την αγάπησε. Το ίδιο και αυτή. Αλλά έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να τον εγκαταλείψει τώρα, για να τον γλιτώσει από τον πόνο. Να χαθεί από προσώπου γης. Να χάσει τα ίχνη της, να μην μπορεί να τη βρει πουθενά. Σηκώθηκε και άρχισε να βάζει ρούχα σε μια βαλίτσα. Έπρεπε να φύγει και θα έφευγε. Για το δικό του καλό. Και μόλις άνοιξε την πόρτα να φύγει, αντίκρισε μπροστά της τον Μάνο.

Έναν Μάνο έξαλλο, έναν Μάνο αγνώριστο. Το βλέμμα του έσταζε μίσος. Τα όμορφα λακκάκια του χάνονταν κάτω από το τρελό και σατανικό του χαμόγελο. Την άρπαξε από το λαιμό και την ακούμπησε στον τοίχο. «Δεν πρόκειται να πας πουθενά. Ακούς; Κοίταξε με Τώρα» της είπε επιτακτικά και με το βλέμμα του τρελού άρχισε να τη χτυπάει. Η Ελένη δεν κατάλαβε σχεδόν τίποτα. Με το πρώτο χτύπημα έπεσε αναίσθητη στο πάτωμα. Και μετά ακολούθησαν και άλλα και άλλα. Ο Μάνος έβαλε το άψυχο σώμα της στην καρέκλα και έκατσε απέναντί της. «Ρίξε μου μια ματιά και πες μου γιατί. Γιατίιιιιιι;» ούρλιαξε. «Θα στέκομαι εδώ, αγάπη μου» της είπε γεμάτος ειρωνεία, «Να περιμένω εξηγήσεις». Και συνέχισε να μιλάει, να φωνάζει, να παρακαλάει, να θυμώνει, να χτυπάει και να σπάει τα πάντα μέσα στο σπίτι. Η σιωπή της τον εκνεύριζε. Ετοιμαζόταν να πάρει το αγαπημένο του «Αντικείμενο» και να φύγει όταν αντίκρισε έναν φάκελο νοσοκομείου πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού.

«Εξετάσεις;», αναρωτήθηκε και αμέσως άνοιξε να δει τι περιείχε ο φάκελος. Νοσοκομείο τάδε, μαγνητική εγκεφάλου, αποτελέσματα εξετάσεων Ελένης τάδε, θετικό. Ο Μάνος έμεινε κάγκελο. Τα γράμματα άρχισαν να παίζουν μπροστά του. Όχι αποκλείεται. Δεν είναι δυνατόν. Η Ελένη! Η δικιά του Ελένη να έχει όγκο. Όχι κάποιο λάθος θα είχε γίνει. Και ξαφνικά όλα φωτίστηκαν μέσα στο μυαλό του. Για αυτό έφυγε σαν τρελή μετά την πρόταση. Για αυτό έκλεισε τηλέφωνα και κινητά. Κρατούσε το κεφάλι του, το οποίο βούιζε συνέχεια και κόντευε να σπάσει. Με μια απότομη κίνηση, σηκώθηκε, άρπαξε το κεφάλι της αγαπημένης του και βγήκε στους δρόμους.

Με το κεφάλι της Ελένης στα χέρια κατευθύνθηκε προς τα Κάστρα. Το αγαπημένο τους μέρος της πόλης. Το μέρος όπου έδιναν τα ραντεβουδάκια τους όταν θέλανε να ξεφύγουν από τους ρυθμούς της καθημερινότητας. Έκατσε σε μία πολεμίστρα, τοποθέτησε το κεφάλι δίπλα του και κοιτώντας το ολόγιομο φεγγάρι της είπε «Ρίξε μια ματιά σε μένα τώρα! Καθώς ακόμα θα στέκομαι εδώ. Και το να έρθεις πίσω σε μένα είναι ενάντια σε όλες τις πιθανότητες. Είναι το ρίσκο που πρέπει να πάρω» (Phil Collins – Against All Odds). Και με το βλέμμα της αγαπημένη του βυθισμένο στο δικό του, βούτηξε στο κενό!