Σέρνοντας τα βήματά του μπήκε μέσα στο σπίτι που είχε μεγαλώσει. Δεν ζούσε πια εκεί από τα δεκαοχτώ του που έφυγε για να σπουδάσει. Μόνο στις διακοπές για λίγες μέρες κι αυτές συνέχεια έξω ήταν. Κοίταξε γύρω του θλιμμένος. Λίγες ώρες πριν ήταν γεμάτο από ανθρώπους που με λυγμούς αποχαιρετούσαν τον πατέρα του. Κι εκείνος κείτονταν ανάμεσα στα λουλούδια, ντυμένος με το μοναδικό του κοστούμι, ακίνητος, ανέκφραστος, χωρίς να μπορεί να δει πόσα ζευγάρια μάτια είχε κάνει να δακρύσουν με την φυγή του… Ο Κωστής ένιωσε την απόλυτη σιωπή που επικρατούσε τώρα να τον πνίγει. Δεν ήθελε να κλάψει άλλο. Όχι. Θαρρείς και στέρεψαν τα δάκρυά του στην παραδοχή της νέας πραγματικότητας νωρίτερα στο νεκροταφείο. Εκεί που συνειδητοποίησε πως δεν θα ‘ναι πια παιδί για κανέναν. Δεν είχε σημασία που κόντευε τα σαράντα και είχε τη δική του οικογένεια πια. Τώρα ορφάνεψε, κι αυτό του κομμάτιαζε την ψυχή. Έμοιαζε αβάσταχτο. Τη μάνα του δεν την γνώρισε ποτέ, σκοτώθηκε όταν εκείνος ήταν μωρό, μόλις δύο μηνών, και ήξερε πολύ λίγα πράγματα για εκείνη. Ο πατέρας του δεν ήθελε να μιλά γι’ αυτήν κι ο Κωστής από παιδί το ένιωθε και δεν ρωτούσε πολλά. Η μόνη εικόνα που είχε από το πρόσωπό της ήταν μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία μέσα σ’ ένα παλιό μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς. Μια δική της και μια του πατέρα του, πολύ νέοι και οι δύο. Του το είχε δώσει ο πατέρας του όταν ήταν πολύ μικρός και ο Κωστής το κρατούσε σαν φυλαχτό.

Τράβηξε την συρόμενη πόρτα και μπήκε σ’ εκείνο το δωμάτιο που ήταν το ησυχαστήριο του πατέρα του όταν γύριζε κατάκοπος από τη δουλειά. Η βιβλιοθήκη του. Τον θυμάται από παιδί να κλείνεται εκεί μέσα με τις ώρες, να καπνίζει το πούρο του και να διαβάζει. Κοίταξε γύρω του. Σπάνια έμπαινε εκεί μέσα ο Κωστής. Αμέτρητα βιβλία. Σκονισμένα αλλά πάντα τακτοποιημένα. Ήταν νοικοκύρης ο Παυλής. Μόνος του μεγάλωνε το παιδί κι έκανε ότι χρειαζόταν ένα σπίτι. Είχε και την πολύτιμη βοήθεια της αδερφής του της Καλλιρρόης, αλλά πόσα να προλάβει κι αυτή, είχε και το δικό της σπιτικό. Ήταν καλός πατέρας, στοργικός, του πρόσφερε τα πάντα. Αλλά πάντα ήταν μελαγχολικός, μοναχικός, λιγομίλητος, σα να κρατούσε σφραγισμένα μυστικά με την σιωπή του. Κι ο Κωστής έμαθε να μην ψάχνει, να μη ρωτάει, να μην απορεί.

Τα βήματά του Κωστή έκαναν το ξύλινο πάτωμα να τρίζει, σα να διαμαρτύρεται για την εισβολή. Όταν έφτασε πίσω από το γραφείο αισθάνθηκε πως ήταν διαφορετικό το πάτωμα, ακόμα κι ο ήχος. Κοίταξε χαμηλά και του φάνηκε πως είδε να χωρίζει ένα κομμάτι. Έσκυψε και το άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του. Τράβηξε λίγο την γωνία και σηκώθηκε ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο το οποίο αποκάλυψε μια παλιά δερμάτινη βαλίτσα. Την τράβηξε έξω και την ακούμπησε επάνω στο γραφείο. Την κοίταξε για λίγα λεπτά διστακτικά. Αισθανόταν ότι προσβάλλει την μνήμη του πατέρα του, δεν μπορούσε να την ανοίξει. Τότε πρόσεξε ότι στο πλάι της κρεμόταν ένα ταμπελάκι με ξεθωριασμένα γράμματα που σχημάτιζαν το όνομα της μάνας του «Χριστίνα». Δεν μπορούσε να μην την ανοίξει, αυτή η βαλίτσα έκρυβε μέσα πράγματα που αφορούσαν τη μάνα του, έπρεπε να ξέρει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την άνοιξε.

Με μια πρώτη ματιά ετοιμάστηκε για ένα ταξίδι στον χρόνο. Μια παλιά φωτογραφική μηχανή, πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κιτρινισμένοι φάκελοι αλληλογραφίας, ένα απόκομμα εφημερίδας διπλωμένο κι ένας μεγάλος σφραγισμένος φάκελος. Κι η μυρωδιά, αυτή η μυρωδιά του παλιού χαρτιού, του ποτισμένου από την υγρασία και τον χρόνο. Κοίταξε πρώτα τις φωτογραφίες. Αναγνώρισε τους γονείς του. Νέοι, πολύ νέοι. Έμοιαζαν τόσο ερωτευμένοι! Σε κάποιες μόνοι και σε άλλες με πολλά άτομα, άγνωστα πρόσωπα, έμοιαζαν σαν μια παρέα που περνά όμορφα. Του έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί ήξερε πως ο Παυλής απεχθανόταν τις φωτογραφίες. Τότε θυμήθηκε μια κουβέντα της θείας του, σε ανύποπτο χρόνο, σα να της ξέφυγε πως στα νιάτα του ο Παυλής ήθελε να γίνει φωτογράφος. Αμέσως έπιασε τον πατέρα του να αγριοκοιτά την αδερφή του κι εκείνη άλλαξε το θέμα μαγκωμένη. Τι να ήταν άραγε αυτό που τον έκανε να θάψει αυτή του την επιθυμία; Χαμογέλασε μελαγχολικά. Πόσα δεν ήξερε για τον πατέρα του…

Ύστερα πήρε στα χέρια του τα γράμματα. Με τρεμάμενα χέρια άνοιγε τον έναν φάκελο μετά τον άλλον, ρουφούσε την κάθε λέξη, δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια του κι ένας κόμπος του έκλεινε τον λαιμό. Όταν τελείωσε ήταν μπερδεμένος. Είχε πάρει πολλές απαντήσεις που ενδόμυχα αναζητούσε όλα αυτά τα χρόνια, όμως του είχαν γεννηθεί άλλα τόσα ερωτήματα. Δεν καταλάβαινε. Κι ύστερα ξεδίπλωσε το απόκομμα της εφημερίδας κι αμέσως μετά τον μεγάλο φάκελο. Και απαντήθηκαν όλα του τα ερωτήματα… Και τότε έκλαψε, έκλαψε όπως ποτέ του δεν είχε κλάψει, δυνατά, λυτρωτικά, με πόνο, με παράπονο. Και γέμισε ευγνωμοσύνη η καρδιά του! Και οι λέξεις χόρευαν μπροστά στα μάτια του, μία μία οι φράσεις που καθόρισαν τη ζωή του ολόκληρη έρχονταν ξανά και ξανά στα θολωμένα του μάτια και τον έκαιγαν…

2 Σεπτεμβρίου 1976
«…Παυλή μου να μην ανησυχείς, εγώ θα σε περιμένω. Να τελειώσεις τις σπουδές σου και μόλις βρεις τη δουλειά που λαχταράς, να έρθεις να με ζητήσεις όπως μου υποσχέθηκες…»

31 Μαΐου 1977
«…Αχ αγάπη μου, αχ Παυλή μου, κακό που με βρήκε! Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, ο Δημητρός ήρθε και με ζήτησε και ο πατέρας μου του έδωσε το χέρι μου. Τι θα κάνω; Το μόνο που θέλω είναι να πιω φαρμάκι. Βιάζονται βλέπεις να παντρέψουν τον αδερφό μου και πρέπει πρώτα να φύγω από τη μέση εγώ που ‘μαι το μόνο θηλυκό. Έλα γρήγορα να με πάρεις σε παρακαλώ!»

10 Ιουνίου 1977
«…Προσπάθησα Παυλή μου, στ’ ορκίζομαι προσπάθησα! Έκανα ότι μπορούσα. Μίλησα στον πατέρα μου για σένα. Με χτύπησε. Με είπε “βρώμα” κι άλλα λόγια που ντρέπομαι να θυμάμαι… Με κλείδωσε στο δωμάτιο και είπε πως θα επισπεύσει τον γάμο. Θα πεθάνω Παυλή μου! Θα πεθάνω χωρίς εσένα! Έλα να με πάρεις!»

5 Ιουλίου 1977
«Αγαπημένε μου, μοναδικέ μου αγαπημένε… Δεν πήρα απάντησή σου κι ο πόνος έχει φωλιάσει στον κόρφο μου. Τόσο καιρό λαχταρώ μια απάντησή σου μα δεν ήρθε. Ίσως να μην έχεις λάβει ακόμα τα γράμματά μου. Ίσως και να μου έγραψες και να βρήκε ο πατέρας μου τα γράμματά σου και μου τα κρύβει. Δεν ξέρω…
Αύριο είναι ο γάμος. Εγώ τη ζωή μου ολάκερη σ’ εσένα ήθελα να την αφιερώσω. Τώρα κοιτώ το νυφικό που θα φορέσω για κάποιον άλλον και θέλω να το κομματιάσω. Αχ Παυλή μου! Θα σε περιμένω μέχρι την τελευταία στιγμή. Την αγκαλιά σου θ’ αποζητώ ως το τέλος. Έλα να με κλέψεις! Μαζί σου θέλω να φτιάξω το σπιτικό μας, με μια αυλή γεμάτη γιασεμιά που τ’ αγαπάς τόσο πολύ…»

Εφημερίς “Τα νέα της πόλης μας”
7 Αυγούστου 1978
«Τροχαίο δυστύχημα σημειώθηκε τα ξημερώματα στην εθνική οδό. Το νεαρό ζευγάρι βρήκε τραγικό θάνατο, ενώ από θαύμα σώθηκε το μόλις δύο μηνών άρρεν βρέφος…»

7 Αυγούστου 1979
«ΠΡΑΞΗ ΥΙΟΘΕΣΙΑΣ»