Στον κόσμο των δικυκλιστών υπάρχει ένα θέσφατο. Το γεγονός ότι έχεις ένα παπάκι ή ένα σκουτεράκι ή έστω μια μηχανή μεγάλου κυβισμού και πηγαινοέρχεσαι κάθε μέρα στη δουλειά σου, κάνοντας το αστρονομικό αριθμό των είκοσι χιλιομέτρων την μέρα, δεν σε κατατάσσει αυτόματα στην κατηγορία των οδηγών μοτοσυκλέτας. Αν δεν έχεις λιώσει το παντελόνι σου πάνω στη σέλα, αν δεν έχεις οδηγήσει εθνική, αν δεν έχεις κάνει ταξίδια, είσαι απλά ένας ακόμα δικυκλιστής. Και μην διαβάσω κανέναν να γράψει ότι σηκώνει το παπί με ένα χέρι, ενώ με το άλλο ανάβει τσιγάρο, γιατί θα βγω μέσα από την οθόνη του ως άλλη Samara και θα του δαγκώσω το αυτί, αυτό με το σκουλαρίκι.

Το να αποφασίσεις να κάνεις ταξίδι με μοτοσυκλέτα, δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται αρχικά. Υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί, και κάποιες δυσκολίες, τις οποίες αν είσαι πρωτάρης, δύσκολα θα αποφύγεις. Το σημαντικότερο όλων είναι οι αποσκευές. Στην ιδανικότερη των περιπτώσεων θα έχεις δύο πλαϊνές βαλίτσες και μία μπαγκαζιέρα. Αν ταξιδεύεις μόνος σου, είναι αρκετός χώρος. Αν όμως πάρεις μαζί και το έτερο ήμισυ, τότε ο διαθέσιμος χώρος είναι πραγματικά ελάχιστος, εκτός αν η σύντροφός σου αποφασίσει να αποχωριστεί τα 321 ζευγάρια παπούτσια που της είναι απαραίτητα για μια βδομάδα διακοπών, το πιστολάκι για να ισιώνει τα μαλλιά, το σίδερο για να κάνει μπούκλα τα μαλλιά, και φυσικά τα 658 μπουκαλάκια με διάφορες κρέμες που απλώνει σε διάφορα σημεία του σώματός της. Αν κατ’ εξαίρεση έχεις βρει αυτή τη μία, που κυκλοφορεί και επιβιώνει χωρίς αυτά, τότε δεν είσαι απλά τυχερός, αλλά συμβουλή μου είναι να παίξεις όλα τα τυχερά παιχνίδια που υπάρχουν, γιατί τέτοια τύχη δεν θα επαναληφθεί, τουλάχιστον σε αυτή τη ζωή.

Ένας ακόμα βασικός κανόνας είναι πως πάνω στη μηχανή δεν κρατάμε περιττά αξεσουάρ. Τσάντες, τσαντάκια, σακίδια, μπορεί να είναι βολικά για μέσα στην πόλη, αλλά όταν κινείσαι σε ανοιχτούς δρόμους και έχεις πολλά χιλιόμετρα μπροστά σου, τότε φροντίζεις να μην έχεις τίποτα πάνω σου. Τα μπουφάν μηχανής έχουν αρκετές τσέπες ακριβώς για να έχεις εύκολη πρόσβαση στα πλέον απαραίτητα. Κινητό, πορτοφόλι, ίσως και τσιγάρα, είναι τα μόνα που χρειάζεσαι για το ταξίδι σου. Και το σημαντικότερο όλων. Το κράνος το φοράμε στο κεφάλι, όχι στο χέρι, ούτε δεμένο στο τανκ της μηχανής. Και δεν το φοράς μόνο για να προστατέψει το κρανίο σου σε περίπτωση πτώσης, που προφανώς είναι σημαντικό, αλλά κι επειδή σε προστατεύει από τα σμήνη των μυγών που θα συναντήσεις στον δρόμο σου, με αποτέλεσμα στο τέλος του ταξιδιού σου η μεμβράνη να είναι μαύρη από τα πτώματα κι εσύ υπαίτιος μυγοκτονίας, στα όρια της γενοκτονίας.

Πριν ο συναναβάτης καβαλήσει τη μηχανή, θα πρέπει να απαντήσει ειλικρινά στον εαυτό του σε ένα και μόνο ερώτημα. «Έχω εμπιστοσύνη στον οδηγό;». Γιατί δεν είναι εφικτό να γίνει ταξίδι με μηχανή, αν δεν υπάρχει τυφλή εμπιστοσύνη. Ουσιαστικά ο πίσω δεν έχει καμία οπτική επαφή με τον δρόμο, αφού πρέπει το κράνος του να βρίσκεται στο ύψος του κράνους του οδηγού, και το σώμα του είναι κολλημένο πάνω του, για να μην επιτρέπεται στον άνεμο να δημιουργεί ρεύματα. Οι δύο τους λοιπόν είναι σαν ένα ζευγάρι χορευτών αργεντίνικου τάνγκο, όπου ο καβαλιέρος οδηγεί την παρτενέρ του, κι εκείνη ακολουθεί το ρυθμό του. Τα σώματά τους γίνονται ένα, και τα δύο μαζί χορεύουν στον ρυθμό της μηχανής. Κι όσο τα χιλιόμετρα ανεβαίνουν, και η μηχανή βρυχάται, τόσο η αδρεναλίνη γεμίζει το σώμα, και η καρδιά χτυπάει πιο γρήγορα. Κι εκεί είναι όλη η μαγεία του ταξιδιού. Γιατί αν έχεις πίστη στον καβαλιέρο σου, τον αφήνεις να σε οδηγήσει σε μαγικά μονοπάτια, γεμάτα ένταση και πάθος, χωρίς να φοβάσαι την στραβοτιμονιά. Στους ελιγμούς απλά αφήνεις το κορμί του να παρασύρει το δικό σου, οι γοφοί σας ενωμένοι σαν σε ερωτική πράξη. Και την στιγμή εκείνη συνειδητοποιείς ότι η ζωή είναι όμορφη, ειδικά όταν την προσπερνάς με 190 , ε! με 130 χλμ εννοούσα.
Κι επειδή προφανώς όταν τρέχεις με πολλά χιλιόμετρα, ας πούμε με 130χλμ την ώρα, αφού αυτό είναι το όριο στους ελληνικούς δρόμους, η δυνατότητα επικοινωνίας είναι περιορισμένη. Όπως οι δύτες, που συνεννοούνται με νοήματα κάτω από το νερό, έτσι και οι μοτοσικλετιστές μπορούν μόνο με αυτό τον τρόπο να επικοινωνήσουν. Λίγη πίεση στο πόδι, ή στα πλευρά, ίσως και ένα νεύμα, είναι αρκετά, για να μεταφερθούν μηνύματα.

Στην πραγματικότητα, αυτά τα ταξίδια είναι εξαιρετικά μοναχικά, ανεξάρτητα αν είναι δύο άτομα πάνω στη μηχανή. Και την ώρα αυτή, που νιώθεις να αφήνεις τον κόσμο πίσω σου, που ακούς τον αέρα να σφυρίζει στα αυτιά σου, που βλέπεις μόνο μπροστά σου, είναι η καλύτερη ώρα για να κοιτάξεις μέσα σου, να φτάσεις στις βαθύτερες σκέψεις του μυαλού σου, να γυμνώσεις το εγώ σου και να αντιμετωπίσεις τους μεγαλύτερους φόβους σου. Τότε και μόνο τότε θα είσαι ικανός να διαχειριστείς το φτερούγισμα που νιώθεις στο στομάχι σου, και το μούδιασμα στα πόδια σου, την ώρα που η μηχανή φρενάρει και η ταχύτητα μειώνεται απότομα. Τότε και μόνο τότε θα μπορείς να ελέγχεις το σώμα σου, και δεν θα αφήνεις τον φόβο να σε παραλύσει. Γιατί μπροστά στον κίνδυνο ή αντιδράς ή παγώνεις. Και η μόνη σου ελπίδα, είναι να αντιδράσεις.