Η Μαρία από μικρή λάτρευε τον χορό. Είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να γραφτεί σε μια σχολή χορού αλλά οι υποχρεώσεις της καθημερινότητας δεν της επέτρεψαν να πραγματοποιήσει το όνειρο της και να μάθει να χορεύει.
Έπειτα από μια πιεστική μέρα στην δουλειά η απόφαση είχε παρθεί. Θα μάθαινε να χορεύει. Θα μάθαινε να χορεύει Τάνγκο.

Χωρίς να χάσει χρόνο και γεμάτη αποφασιστικότητα και ενθουσιασμό βγήκε να ψωνίσει τα απαραίτητα: μπλουζάκια, παπούτσια, φούστες κατάλληλες για την περίπτωση, και άλλα αξεσουάρ. Βρήκε σχολή χορού (με δάσκαλο και όλα τα σχετικά) και ήταν έτοιμη για το νέο της ξεκίνημα.

Η μεγάλη μέρα είχε φτάσει. Έβαλε τα ψηλοτάκουνα της, στριμώχτηκε στην φλοράλ φούστα της και στήθηκε έξω από την αίθουσα χορού περιμένοντας τον δάσκαλο, όταν ξαφνικά κοιτώντας μέσα στην αίθουσα η απογοήτευση άρχισε να την κυριεύει. Παντού γυναίκες. Υπήρχαν 3 άντρες όλοι κι όλοι.
«Ω ρε γαμώτο» σκέφτηκε! «Με τέτοιο ανταγωνισμό πως θα μάθω να χορεύω»

Όμως αυτή την φορά δεν θα άφηνε την θέληση της να νικηθεί και τότε κάτι μέσα της άστραψε. Γύρισε σπίτι και αφού επιστράτευσε τους τελειότερους μηχανισμούς χειραγαποπλάνησης που διαθέτει μια γυναίκα, κατάφερε να σύρει τον σύντροφο της στον χορό.

Αυτή τη φορά και οι δύο μαζί στην αίθουσα περιμένουν τις οδηγίες του δασκάλου.
«Σήμερα θα μάθουμε το πιο βασικό πράγμα στο Τάνγκο. Το πώς κρατάμε τον άλλο αγκαλιά» τους είπε εκείνος.
«Πφφφ. Σιγά το δύσκολο» είπε η Μαρία κάνοντας τον δάσκαλο να την κοιτάξει με ένα βλέμμα επιτακτικό.
Εκείνος συνέχισε.
«Η αγκαλιά στο Τάνγκο πρέπει να δημιουργεί ένα είδος έντασης και ταυτόχρονα αντίστασης. Το μπράτσο πρέπει να είναι σταθερό αλλά να μην σπρώχνει και τα πόδια θα πρέπει να είναι σε επαφή αλλά χωρίς να εμποδίζουν τις κινήσεις μας, το χέρι στην μέση καθοδηγεί, δεν πιέζει»

Ο σύντροφος της Μαρίας την άρπαξε από την μέση με το ένα χέρι ενώ χρησιμοποιούσε το άλλο ως στήριγμα και άρχισε να κάνει μερικούς κύκλους στο χώρο, ώσπου εκείνη άρχισε να έχει μια δυσφορία.
«Με πιέζεις» του είπε.
«Πως θα σε καθοδηγήσω σωστά αν χύνεσαι σαν ζυμάρι από εδώ και από εκεί!» της απάντησε.
Μόλις την είχε αποκαλέσει ζυμάρι, και κάπως έτσι το μάθημα χορού μόλις είχε τελειώσει.

Η Μαρία είχε αποφασίσει να μην ξαναπάει με τον σύντροφο της για χορό. Όμως έτσι θα είχε παραιτηθεί από τα θέλω της. Από το όνειρο της. Έτσι αποφάσισε να δώσει ακόμα μια ευκαιρία. Την επόμενη μέρα πήγαν ξανά μαζί.

«Σήμερα θα μάθουμε τα βασικά βήματα που είναι σε 8 χρόνους. Ένα… δύο… τρία… τέσσερα, στο πέμπτο το βάρος της ντάμας στο δεξί πόδι και μετατοπίζοντας το βάρος πάμε πίσω και συνεχίζουμε έξι… επτά… οκτώ… οκ; Το οκτώ έχει 2 χρόνους έναν εισόδου και έναν εξόδου επιτρέποντας στον άντρα να δώσει χώρο στην ντάμα του και να συνοδεύσει την κίνηση της. Το έχουμε;» είπε ο δάσκαλος.
«Το ‘χουμε» Απάντησαν όλοι.

Ο σύντροφος της Μαρίας την κράτησε αγκαλιά. Αυτή την φορά κάπως καλύτερα η αλήθεια είναι. Ξεκίνησαν δειλά δειλά τα πρώτα βήματα.
«Αχ τι ωραία» σκέφτηκε εκείνη. «Θα μάθω όλες εκείνες τις ωραίες πιρουέτες που έβλεπα από μικρή»
Ώσπου ξαφνικά επανήλθε στην πραγματικότητα. Ένα… δύο… στο τρία ξαφνικά πασχίζουν να μην πέσουν. Στο τέταρτο ο σύντροφος της, της δίνει μια με το πόδι του κάνοντας της να έχει κοκκινίσει από τον πόνο, και στο πέμπτο ξαφνικά βρίσκονται 5 μέτρα μακριά ο ένας από τον άλλο.

«Ε!! Τι κάνετε εσείς εκεί;» τους φώναξε ο δάσκαλος. «Χορεύετε ή παλεύετε;»
«Δεν φταίω εγώ» είπε ο Γιάννης
«Πρέπει να καταλαβαίνεις που έχει το βάρος της.» Του είπε ο Δάσκαλος. «Αν δεν το κάνεις, εκείνη δεν θα μπορεί να κάνει πίσω. Να κάτσε να στο δείξω»
«Ένα… δύο… τρία… τέσσερα, είδες; Αν δεν μου δώσεις αρκετό χώρο θα τον πάρω από μόνος μου»
Η Μαρία ένιωσε χαρούμενη που χόρευε με κάποιον που την καταλάβαινε. Αισθανόταν ανίκανη με τον Γιάννη καθώς έριχνε το φταίξιμο για τα λάθη του σε εκείνη, κάνοντας την να μην μπορεί να τον ακολουθήσει.

Ο καιρός περνούσε. Είχαν μάθει κάποια βήματα αλλά τους ήταν πολύ δύσκολο να συγχρονιστούν. Ένα… δύο… άτσαλα βήματα… Σκοντάφτει πάνω στο πόδι του ξανά… Εκείνος να την κατηγορεί πως δεν ακούει και εκείνη να του επαναλαμβάνει πως δεν καταλαβαίνει τι θέλει να του πει.

Ο Δάσκαλος σταματά το μάθημα. «Ωραία. Τέλος τα βήματα για σήμερα. Τώρα θα πούμε κάποια πράματα.»
Πλησιάζει τον Γιάννη. «Πρώτα ψάχνεις το πόδι της, έπειτα σταματάς και στην συνέχεια κάνεις κίνηση» του λέει. «Όπως και στην ζωή. Όταν θέλεις να της πεις κάτι, πρώτα της τραβάς την προσοχή και μετά της μιλάς, αλλιώς κάνεις εισβολή και εκείνη ξαφνιάζεται και τρέχει. Αν δεν έρθεις σε επαφή μαζί της εκείνη δεν θα μπορέσει να μαντέψει τι θέλεις να της πεις.» «Κι εσύ Μαρία όταν σου μιλάει θα πρέπει να σταματάς και να ακούς γιατί αλλιώς θα σε πιέζει, θα σου φωνάζει και στο τέλος θα σε χτυπήσει κατά λάθος» «Το τάνγκο είναι ένας διάλογος. Πρώτα ακούμε με προσοχή και αφού ακούσουμε, απαντάμε. Αλλιώς ο διάλογος μετατρέπεται σε μονόλογο. Είναι ο χορός δύο σωμάτων ενωμένων με μια αγκαλιά που στηρίζει, δεν πιέζει, σε ένα χώρο δικό σας. Που τον έχετε δημιουργήσει εσείς»

Το τάνγκο είναι σαν την ζωή. Μαθαίνεις τα χαρακτηριστικά σου μέσα από τον άλλο και με τον σύντροφο σου κάθε μέρα να είναι εκεί για να σε συνοδεύει, κάθε μέρα χορεύεις. Πότε ήρεμα, πότε βίαια πότε τρυφερά. Σίγουρα πάντως χωρίς διακοπή. Γιατί στο τάνγκο δεν υποθέτουμε. Το τάνγκο είναι διάλογος… διάλογος… διάλογος.