Μία ελληνική επαρχιακή πόλη στις αρχές της δεκαετίας του 70. Το τυραννικό καθεστώς είναι στο απόγειό του. Ο φόβος και η καχυποψία κυριαρχούν στις ανθρώπινες σχέσεις.

Ο Τάσος ήταν δεκαπέντε χρονών. Ψηλός, ξανθός, γεροδεμένος, έκανε τις καρδιές των κοριτσιών να χτυπούν δυνατά όποτε περνούσε δίπλα τους. Είχε παρατήσει το γυμνάσιο και δούλευε σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Από μικρός αγαπούσε πολύ τα αυτοκίνητα. Το όνειρό του ήταν να ανοίξει το δικό του συνεργείο και να ξεκουράσει τη μάνα του την Ελπίδα, η οποία αν και άρρωστη, εξακολουθούσε να δουλεύει σε ξένα σπίτια για να ζήσουν. Δεν είχε γνωρίσει τον πατέρα του, τον Θανάση, ο οποίος χάθηκε λίγο πριν γεννηθεί ο Τάσος. Κάποιοι είπαν ότι πέρασε στο Παραπέτασμα, κάποιοι άλλοι είπαν ότι σκοτώθηκε από παρακρατικούς. Ο Τάσος έκρυβε βαθιά μέσα του την εικόνα του αγωνιστή πατέρα που πολεμούσε για το δίκιο του λαού, για να έχουν πρόσωπο όλοι οι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι. Η μάνα του αναγκάστηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας και να αποκηρύξει τον κομμουνισμό. Δεν άντεχε να ζει στιγματισμένη και ήθελε ο γιος της να ξεφύγει από τη μοίρα του πατέρα του. Στο βάθος της ψυχής της δεν είχε πειστεί ότι ο αγώνας που έδωσε ο άντρας της άξιζε τον κόπο. Έτσι αποκήρυξε κάτι στο οποίο ουσιαστικά δεν πίστεψε ποτέ.

Η Ελπίδα, δούλευε συχνά στο σπίτι της Μαρίας, μίας πλούσιας χήρας, η οποία είχε επίσης έναν γιο: τον Αναστάσιο. Ο πατέρας του Αναστάσιου, ο Μιχάλης, ήταν καπετάνιος και είχε χαθεί σε ένα πολύνεκρο ναυάγιο στον Ατλαντικό Ωκεανό, όταν ο Αναστάσιος ήταν μαθητής της Πρώτης Δημοτικού. Ο Αναστάσιος είχε δει ελάχιστες φορές τον πατέρα του από κοντά. Οι γονείς του δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Η Μαρία δεν είχε πολλές συναναστροφές. Ένας από τους λίγους που την επισκέπτονταν συχνά ήταν ο παπάς της γειτονικής ενορίας, ένας από τους πιο σκληρούς και αφοσιωμένους συνεργάτες του καθεστώτος. Οι κακές γλώσσες ψιθύριζαν ότι αυτός ήταν ο βιολογικός πατέρας του Αναστάσιου και ότι ο Μιχάλης αυτοκτόνησε μόλις έμαθε την αλήθεια. Το σπίτι του Αναστάσιου έμοιαζε με μουσείο. Βαριά έπιπλα, ακριβά κρύσταλλα και περίτεχνες πορσελάνες απαιτούσαν ένα καθημερινό και σχολαστικότατο ξεσκόνισμα. Η Μαρία πάντοτε επέβλεπε την Ελπίδα όταν ξεσκόνιζε και συχνά της ζητούσε να καθαρίσει το ίδιο αντικείμενο δύο και τρεις φορές. Άλλες φορές πάλι απαιτούσε από εκείνη να γυαλίσει το πάτωμα τόσο καλά, ώστε να καθρεφτίζεται το πρόσωπό της σε αυτό. Πολλές φορές η Ελπίδα ήταν έτοιμη να της τρίψει το σφουγγαρόπανο στα μούτρα, αλλά σκεφτόταν τον Τασούλη της, που έπρεπε να τον μεγαλώσει όσο καλύτερα μπορούσε. Άλλωστε η Μαρία είχε κατά καιρούς κάποιες εξάρσεις φιλανθρωπίας. Τότε έδινε στην Ελπίδα ολοκαίνουργια ρούχα του Αναστάσιου, που ήταν συνομήλικος με τον Τάσο της, καθώς και ό,τι καλάθι με τρόφιμα της έστελναν από το χωριό της.

Στις αρχές η Ελπίδα έφερνε τον Τάσο στο σπίτι της Μαρίας, τις ημέρες που ήταν κλειστά τα σχολεία. Πίστευε ότι αν ο Τάσος έκανε παρέα με τον Αναστάσιο, ο οποίος ήταν πολύ καλός μαθητής, η συναναστροφή αυτή θα είχε θετική επίδραση επάνω του. Πόσο όμως γελάστηκε! Ο Αναστάσιος ήταν υπερόπτης και ύπουλος. Περιφρονούσε τον Τάσο και φρόντιζε να του φορτώνει όλες τις σκανταλιές που έκανε. Ύστερα από την υστερική απαίτηση της Μαρίας να τιμωρηθεί «ο αλήτης που παρασύρει τον Αναστάσιό της», η Ελπίδα δεν τον ξαναέφερε ποτέ μαζί της.

Ο Τάσος και ο Αναστάσιος ξανασυναντήθηκαν στο Γυμνάσιο. Ο Τάσος πέρασε οριακά τις δύο πρώτες τάξεις, ενώ ο Αναστάσιος προβιβαζόταν κάθε χρονιά με άριστα. Οι καθηγητές είχαν να λένε για το πόσο καλός ήταν στα μαθηματικά και στις φυσικές επιστήμες. Στην Τρίτη Γυμνασίου ο Αναστάσιος βγήκε πρώτος σε όλο το σχολείο. Για τον Τάσο ήταν η χρονιά που αποφάσισε να παρατήσει το γυμνάσιο και να πιάσει δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων. Τα χρόνια περνούσαν. Ο Τάσος μάθαινε σιγά σιγά τη δουλειά. Ο Αναστάσιος πάλι προετοιμαζόταν για τις Εισαγωγικές Εξετάσεις. Στόχος του ήταν η πιο υψηλόβαθμη σχολή. Όταν ένας από τους καθηγητές του τού πρότεινε να στραφεί προς την ιατρική για να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, ο Αναστάσιος του απάντησε ψυχρά: «Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο είναι το καλύτερο και εκεί θέλω να περάσω». Την ημέρα που βγήκαν τα αποτελέσματα, η Μαρία πανηγύριζε: «Ο Αναστάσιός μου εισήχθη πρώτος στο Πολυτεχνείο». Η Ελπίδα, που είχε πάει για να καθαρίσει, τόλμησε να πει: «Κι εμένα ο Τασούλης μου γράφτηκε σε μια νυχτερινή σχολή μηχανικών αυτοκινήτων. Να έχει ο Θεός καλά τα παλικάρια μας και να τα καμαρώνουμε».

Το ειρωνικό και απαξιωτικό γέλιο της Μαρίας αντήχησε στο σπίτι-μαυσωλείο:
– Αν είναι δυνατόν! Ο γιος σου ο μουτζούρης ίσα κι όμοια με τον δικό μου που μπήκε πρώτος στο Πολυτεχνείο! Και σιγά τη σχολή που θα πάει το τούβλο, που ούτε το γυμνάσιο δεν έβγαλε! Ο δικός μου θα γυρίσει πίσω και θα είναι άρχοντας. Θα κυκλοφοράει με την κούρσα του και ο δικός σου θα του την γυαλίζει. Γιατί σιγά μην συνεχίσω να σε πληρώνω, για να σπουδάσει ο μουτζούρης, ο βρωμιάρης ο γιος σου.
– Για πρόσεξε τα λόγια σου κυρά Μαρία, γιατί τα πλούτη σου δεν φτάνουν για να σε κάνουν άνθρωπο. Και μπορεί να μπαινοβγαίνει ο παπάς στα σαλόνια σου και Κύριος οίδε που αλλού, αλλά άνθρωπος του Θεού δεν είσαι. Τα χέρια του γιου μου είναι μουτζουρωμένα, αλλά η ψυχή του καθαρή. Ο Θεός λέει να σέβεσαι και να συντρέχεις τον φτωχό άνθρωπο και όχι να τον περιφρονάς, είπε θυμωμένη η Ελπίδα και βρόντηξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά δρύινη πόρτα.

………………………………………………………………

 

Δεκαετία του 90 στην ίδια επαρχιακή πόλη. Ο Τάσος έχει το καλύτερο συνεργείο αυτοκινήτων στην πόλη. Έχει τόση πολλή δουλειά, που έχει ήδη προσλάβει πέντε υπαλλήλους. Σκέφτεται να επεκτείνει την επιχείρησή του και στη γειτονική πόλη. Έχει παντρευτεί και έχει δύο κόρες. Τη γυναίκα του τη λένε Χαρά και τις κόρες του Ελπίδα και Αγάπη. Έχει χτίσει ένα όμορφο διώροφο σπίτι με κήπο δίπλα στη θάλασσα. Στο κάτω πάτωμα μένει η μάνα του η Ελπίδα, η οποία χαίρεται την παρέα των εγγονών και της «κόρης της», όπως φωνάζει τη νύφη της. Τα βράδια, όταν ο Τάσος κλείνει το συνεργείο, βγαίνει βόλτα στην παραλία με «τις γυναίκες της ζωής του», όπως του αρέσει να τις λέει. Παίρνουν παγωτό στα κορίτσια και τρώνε φρέσκα ψαράκια δίπλα στο κύμα.

Ο Αναστάσιος τελείωσε το Πολυτεχνείο, αλλά μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια, αν και δηλώνει ελεύθερος επαγγελματίας, παραμένει πρακτικά άνεργος. Η φοιτητική του ζωή υπήρξε προέκταση της μαθητικής. Μετακόμισαν με τη μητέρα του στην Αθήνα και εκείνη συνέχισε να τον φροντίζει και να ελέγχει τη ζωή του. Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου παρέμεινε αμέτοχος. Η μητέρα του τον πήρε άρον άρον πίσω στην επαρχία, μέχρι «να περάσει το κακό». Μόλις αποφοίτησε από το Πολυτεχνείο, επέστρεψαν πίσω στην πόλη τους. Η μητέρα του δεν τον άφησε να φύγει από κοντά της, ούτε για να συνεχίσει τις σπουδές του, ούτε για να δουλέψει και φυσικά ούτε για να παντρευτεί.

Ο Αναστάσιος μένει κλεισμένος με τη μητέρα του, η οποία έχει αρχίσει να χάνει τη μνήμη της, στο τεράστιο σπίτι-μαυσωλείο. Πολλές φορές σκέφτεται ότι θα πρέπει να βρει μια γυναίκα για να φροντίζει εκείνον και το σπίτι, όταν η μητέρα του θα φύγει από τη ζωή. Τα βράδια παίρνει τη μητέρα του από το μπράτσο και σεργιανίζουν στην παραλία. Κανένας δεν τους μιλάει. Οι κοπέλες τον αποφεύγουν. Ποια θα ήθελε να φορτωθεί τέτοια στριμμένη πεθερά και τέτοιο απωθητικό και αγέλαστο σύζυγο; Ο Αναστάσιος σκέφτεται να ψάξει για γυναίκα σε άλλη πόλη, όσο πιο μακρινή γίνεται.

Νατάσα Κ.

 

*Η εικόνα που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο τέχνης του David Jon kassan